H «ΒΙΑΙΗ ΩΡΙΜΑΝΣΗ» ΤΟΥ ΣΥΡΙΖΑ ΚΑΙ Η ΣΑΠΙΛΑ ΚΑΘΕ ΕΞΟΥΣΙΑΣ

«Όταν χρησιμοποιώ μια λέξη, είπε ο Χάμπτι Ντάμπτι, με τόνο μάλλον επιτιμητικό, αυτό σημαίνει αυτό ακριβώς που διάλεξα να σημαίνει. Τίποτα λιγότερο, τίποτα περισσότερο. Το ερώτημα είναι, είπε η Αλίκη, αν μπορείς να κάνεις τις λέξεις να σημαίνουν τόσα πολλά διαφορετικά πράγματα. Το ερώτημα είναι, είπε ο Χάμπτι Ντάμπτι, ποιος θα είναι ο κυρίαρχος. Αυτό είναι όλο». (Λιουίς Κάρολ, Μέσα από τον Καθρέπτη)

«Όποιος έχει έγκαιρα προειδοποιηθεί,
έχει τον χρόνο και για να προετοιμαστεί».
 (Ουίνστον Τσώρτσιλ)

orima1Tα μνημονιακά «σκιάχτρα» μεταμορφώθηκαν πια σε μνημονιακά είδωλα. Τα πέπλα έπεσαν. Η παράσταση ολοκληρώθηκε. Η αριστερή σκηνοθεσία εξασφάλισε ένα άφωνο «κοινό», που υποκλίθηκε και εν συνεχεία υποτάχθηκε στον (αριστερό) μεγάλο Αδελφό, παραζαλισμένο από ένα ανηλεή βομβαρδισμό απίστευτου ψεύδους και εξαπάτησης.

Όλα φαίνεται να δουλεύουν σαν ένα καλοκουρδισμένο ρολόι. Το «κοινό» καλείται εκ νέου να δεχθεί το νέο σφράγισμα της υποταγής του, να ζητωκραυγάσει τις συνθήκες εθελοδουλείας. Τα σημάδια της κοινωνικής συντριβής αυτή την φορά μοιάζουν τόσο έντονα όσο και η ικανοποίηση των κυρίαρχων για την επιτυχία τους. Μια επιτυχία που μεγαλώνει και αυξάνεται όσο επιδεικνύεται από τους δεσμώτες μας το πραγματικό τρόπαιο: η καταστολή ενός ατίθασου κοινωνικού χώρου, ενός κοινωνικού χώρου μαθημένου να αντιστέκεται, να πολεμά, πολλές φορές για ίδιον όφελος, άλλες τόσες γιατί μια παράδοση ανυποταξίας, έστω και μέσα από σοβαρές στρεβλώσεις, οδηγούσε ξανά και ξανά στον ίδιο δρόμο: να μην σκύβουμε το κεφάλι.

Αυτήν ακριβώς την κοινωνική παράδοση ενός ανυπότακτου κοινωνικού χώρου τόνωσαν οι αναρχικές απόψεις και πρακτικές τις τελευταίες δεκαετίες. Την εμπλούτισαν, της έδωσαν νέα πνοή και συνέχεια, αποσαφήνισαν τα αντιεξουσιαστικά της χαρακτηριστικά, ξεκαθάρισαν την απόλυτα ανταγωνιστική σχέση της ελευθερίας με τον κομμουνισμό, με τις «πλειοψηφικές και μειοψηφικές» λογικές, αλλά και με τις κάθε είδους εκλογικές διαδικασίες, κόμματα, πολιτική και πολιτικούς και κάθε είδους θεσμούς και μηχανισμούς.

Όποιος ανατρέξει σ’ αυτό το χρονικό διάστημα, θα διαπιστώσει με ευκολία ότι σε μεγάλο βαθμό οι αναρχικές ιδέες δεν προετοίμαζαν και κουβαλούσαν απλά τις «αφορμές» ή τις «εξηγήσεις» για την συχνή άμεση σύγκρουση με τους κατασταλτικούς μηχανισμούς του κράτους. Δεν ήταν ο στόχος η στρατολόγηση ικανών και αποφασισμένων να «επιτεθούν», αφού μυηθούν και αποδείξουν το μίσος τους. Το δόγμα ο «σκοπός αγιάζει τα μέσα» δεν αποτελούσε το καύχημα των αναρχικών, ακόμα και εκείνων που το αποδέχονταν με την δικαιολογία ότι η πολιτική είναι αναγκαία.

Δεν είναι σκοπός μας να εξωραΐσουμε το παρελθόν. Τα σοβαρά προβλήματα που αντιμετωπίζουν τόσο οι αναρχικοί, όσο και ένας ευρύτερος κοινωνικός χώρος σίγουρα δεν αποτελούν προϊόν παρθενογένεσης. Ίσα ίσα. Προτρέπουμε πρώτα απ’ όλα τους εαυτούς μας να τονώσουμε την συλλογική μνήμη. Δεν θεωρούμε όσα έχουν προηγηθεί νεκρό γράμμα, ιστορίες παλιές και ξεχασμένες, που τις έχει σκορπίσει ο χρόνος, που τις έχουν πάρει μαζί τους οι σύντροφοι που τραβήχτηκαν αηδιασμένοι, ή όσοι έχουν απομείνει ακόμη σταθεροί και συνεπείς στις ιδέες τους.

Αντίθετα, θεωρούμε κομβικής σημασίας να αναδειχθούν στην πραγματική τους διάσταση εκείνες οι επαναστατικές ή «επαναστατικές» λογικές και μεθοδεύσεις, που αποσκοπούν στο να ξεχαστεί ό,τι προηγήθηκε, ώστε να ενταχθεί το «νέο» επαναστατικό «δυναμικό» λοβοτομημένο στην διαδικασία είτε της «πράξης» και της «επίθεσης», είτε στον «κοινωνικό αναρχισμό».

Και στις δύο περιπτώσεις, το κίνημα και τα πάσης φύσεως «όργανα» του σαν ομπρέλα έρχεται να γεφυρώσει τις αντιθέσεις δίνοντας σάρκα και οστά στο επαναστατικό κόμμα. Φυσικά επαναστατικό κόμμα δίχως φωτισμένη καθοδήγηση και καθοδηγητικά όργανα δεν υφίσταται. Αυτή ακριβώς η διαδικασία κάλυψε πολιτικά την κοινοβουλευτική στήριξη των κομμουνιστικών ή ευρύτερα των αριστερών κομματικών σχηματισμών μικρών ή μεγαλύτερων, όχι μόνο στο όνομα της αντιεξουσίας, αλλά και της αναρχίας.

Ορισμένοι πονηροί, αμφισβητώντας, όχι τόσο το γεγονός αυτό, αλλά την κοινωνική του εμβέλεια, παρατηρούν, δήθεν, ότι η επιρροή των αναρχικών ή των αντιεξουσιαστών είναι μικρή, ότι δηλαδή δεν μπορούν να συμπαρασύρουν με τις θέσεις τους πολλούς ανθρώπους, άρα είναι και ανάξιο λόγου ή χάσιμο χρόνου να ασχολείται κάποιος με ορισμένες τακτικού τύπου παρεκκλίσεις από μια διαχρονική «καθαρή» αναρχική αντιεκλογική στάση.

Η επιχειρηματολογία αυτή, αν και συνηθισμένη, φαίνεται να πιάνει ακόμη στα δίχτυα της κυρίως αφελείς ή άπειρους ανθρώπους. Η αφετηρία της βέβαια είναι βαθιά εξουσιαστική και μάλιστα με την πρώτη ματιά, αφού –τσαλαβουτώντας στα γνωστά δύσοσμα νερά της πολιτικής– στοχεύει αρχικά να παρακάμψει την ουσία του ζητήματος, και στην συνέχεια να την μεταθέσει στο πεδίο του συμφέροντος. Δηλαδή, αντί να απαντήσει ευθέως στο ζήτημα που τίθεται, θέτει το ερώτημα ποιο είναι το συμφέρον μας να κάνουμε κάτι τέτοιο, και αφού εμμέσως ή ευθέως η απάντηση, που δίνουν οι «αντιεξουσιαστές» μας στην περίπτωση αυτή είναι ότι το συμφέρον της «αναρχίας» ζυγίζεται ως αμελητέο, τότε θεωρείται ότι οι «αρχάριοι» έχουν επιτυχώς εισαχθεί στον περίπλοκο κόσμο της πολιτικής.

Γιατί, όμως, αφού η «αναρχία» τους έχει αμελητέο συμφέρον στο πεδίο των κοινωνικών συσχετισμών, η σημασία της κοινοβουλευτικής στήριξης της αριστεράς έχει τόση σημασία; Πολιτικά ανταλλάγματα, αντιφασιστικά μέτωπα, εκδουλεύσεις στο ζήτημα της καταστολής γενικότερα και των «πολιτικών κρατουμένων» ειδικότερα, όπως διατείνονται σταθερά τα παπαγαλάκια των κινηματικών μέσων;

Το ψέμα ως γνωστόν έχει κοντά ποδάρια. Τα ποδάρια αυτά μεγαλώνουν, όταν συγκεκριμένοι μηχανισμοί επιβάλλουν την σιωπή, την ανοχή ή την ένταξη σε όσα προπαγανδίζονται ως αληθή.

Θα επιμείνουμε, λοιπόν, στο ζήτημα του «ιδίου συμφέροντος», γιατί η λογική αυτή δεν είναι απλά βαθιά εξουσιαστική, αλλά και εκείνη με τις μεγαλύτερες διαβρωτικές ικανότητες γενικότερα στον κοινωνικό χώρο. Όσοι την προωθούν γνωρίζουν άριστα ότι η διακίνηση της λογικής αυτής, εξασφαλίζει, όχι απλά την επιτάχυνση της κοινωνικής αποσύνθεσης, αλλά οχυρώνει τους ίδιους στις συγκεκριμένες θέσεις πολιτικής ισχύος. Εδώ η εξασφάλιση οικονομικών πόρων για το «καλό» της επανάστασης πρώτα και πάντα έρχεται να οικοδομήσει σχέσεις στενής εξάρτησης, τόσο με την στενή έννοια που έχει ο όρος, όσο και με την ευρύτερη. Δεν υπάρχει, άλλωστε, κανενός τύπου κόμμα που δεν στηρίζεται εκτός των άλλων και σε σημαντικούς οικονομικούς πόρους, φανερούς ή κρυφούς. Το πρόταγμα για την δια των όπλων εξεύρεση επαναστατικών πόρων κρίθηκε ικανό και αναγκαίο –εκτός των άλλων– και για τον εξωραϊσμό των προθέσεων οποιουδήποτε προχωρούσε σε παρόμοιες επιλογές. Σε ορισμένες περιπτώσεις μάλιστα η σαφής προσωπική δήλωση συλληφθέντων περί ιδιοτελών κινήτρων ερχόταν να ανακόψει, λίγο άδοξα είναι αλήθεια, και εκείνη την κεκτημένη φόρα των ενθουσιωδών μέχρι βλακείας(;) συμπαραστατών σε κάθε τέτοια περίπτωση.

orima2

Αλλά, ας εστιάσουμε σε μια ακόμη εκλογική διαδικασία σαν αυτή που έχουμε μπροστά μας.

Είχαμε τονίσει στο τελευταίο φύλλο της Διαδρομής Ελευθερίας ότι η θέση, η ιδεολογία, οι μηχανισμοί των κομμουνιστικών ή ευρύτερα αριστερών κομμάτων πάσης φύσεως και πάσης μεταλλάξεως ανήκαν ανέκαθεν στο κυριαρχικό στρατόπεδο. Προσθέταμε μάλιστα ότι είναι ιδιαίτερα σημαντικό να κατανοηθεί ότι εξακολουθούν να διαθέτουν, στις πιο κρίσιμες στιγμές, την καύσιμη ύλη για να προχωρούν οι κυριαρχικοί σχεδιασμοί, ακριβώς επειδή προσφέρουν μια ιδιαίτερη ικανότητα χειραγώγησης και καταστολής του κοινωνικού χώρου.

Σύμφωνα με πρόσφατες δηλώσεις στην «Καθημερινή», του επικεφαλής της αντιπροσωπείας της Ευρωπαϊκής Επιτροπής στην Αθήνα, Πάνου Καρβούνη:

«Η προκήρυξη των εκλογών δεν αιφνιδίασε την Κομισιόν. Ο πρόεδρος Γιουνκέρ είναι πάντοτε σε συνεχή επαφή και συνομιλεί με τον πρωθυπουργό και τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας […] «η νέα Βουλή αναμένεται να αποτυπώσει τη διεύρυνση του κοινοβουλευτικού κύκλου που στηρίζει το νέο πρόγραμμα. Αυτό θα επιτρέψει μια ευρεία και πρωτόγνωρη συναίνεση για ουσιαστικές αλλαγές σε όλους τους τομείς – του κράτους, της οικονομίας, της διακυβέρνησης».

«Πρωτόγνωρη», λοιπόν, η πολιτική συναίνεση που διαφαίνεται να προκύπτει από μια εκλογική διαδικασία τόσο ελεγχόμενη όσο ποτέ άλλοτε. Μια πολιτική συναίνεση για την οποία «πρώτα και πάντα» δούλεψε ο Συ.ριζ.α., που πλέον επιδεικνύει περήφανα τα αποτελέσματα της περιβόητης «ωρίμανσής» του. Μια «ωρίμανση» η οποία εξελίσσεται συνεχώς και για την οποία δικαιούνται την μερίδα του λέοντος οι διασπασθέντες όσο και αν από μετριοφροσύνη το αρνούνται… Κάθε τους κίνηση άλλωστε αποτελεί μια τρανή επιβεβαίωση του γεγονότος.

Ας ξεκινήσουμε, όμως, από σχετικές δηλώσεις του Γ. Δραγασάκη, ο οποίος από το 2012 είχε δει ήδη το «αποκαλυπτικό όραμα» της συνολικής διαδικασίας «ωρίμανσης» του Συ.ριζ.α.:

«Ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α. οφείλει να διδαχθεί από την Ιστορία, αλλά δεν πρέπει να αντιγράψει παλαιά πρότυπα. Οφείλει να εμπνεύσει, να διαμορφώσει και να στηρίξει νέα πρότυπα στο πεδίο της πολιτικής, της οικονομίας, των θεσμών, του πολιτισμού. Αυτόν τον ρόλο μας επιφύλαξε η ιστορία, αυτή την ευθύνη μας ανέθεσε η κοινωνία. Ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α. πρέπει να συνεχίσει ακόμη πιο εντατικά τη βίαιη ωρίμανσή του. Το ζήτημα δεν είναι για τον ΣΥ.ΡΙΖ.Α. να βάλει νερό στο κρασί του ούτε να περιορίσει το ιδεολογικό φάσμα των δυνάμεων που καλύπτει είτε προς τη μία είτε προς την άλλη κατεύθυνση. Ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α. πρέπει να “ενώνει τα άκρα του” και να γίνει η νέα μεγάλη συνθετική Αριστερά που ζητά η εποχή μας και στην Ελλάδα και στην Ευρώπη και διεθνώς».

Ο «προφήτης» Δραγασάκης θέλησε έγκαιρα να μοιραστεί μαζί μας το «βαρύ φορτίο», που προφανώς εκ μυήσεως του «αποκαλύφθηκε», τον ρόλο δηλαδή που επεφύλαξε η ιστορία, αλλά και η κοινωνία (sic!!!) στον Συ.ριζ.α. Έναν ρόλο που, φυσικά, δεν θα μπορούσε το εκλεκτό (από ποιον άραγε;;;) κόμμα της αριστεράς να αποποιηθεί, παρά αντίθετα αναλαμβάνοντας την τουλάχιστον ιστορική ευθύνη, που του επιφυλάχθηκε, να ανταποκριθεί συνεχίζοντας «ακόμα πιο εντατικά την βίαιη ωρίμανσή του».

Η περιβόητη, λοιπόν, «διαδικασία ωρίμανσης» είχε ήδη ξεκινήσει και κινούνταν πρώτα απ’ όλα στην κατεύθυνση διαμόρφωσης «νέων προτύπων στο πεδίο της πολιτικής, της οικονομίας, των θεσμών, του πολιτισμού». Ο Δραγασάκης γνώριζε και υπολόγιζε ότι λόγω της συνεχιζόμενης αδυναμίας του «παλαιού» πολιτικού προσωπικού να διατηρήσει τις στοιχειώδεις εκείνες δυνάμεις, –ώστε να διαχειριστεί επί μακρόν τους όρους μιας σκληρής λεηλασίας του κοινωνικού χώρου, μιας σκληρότατης επιβολής, που εξακολουθεί να ξεπερνά το οικονομικό πεδίο–, ο Συ.ριζ.α. σύντομα θα έπαιρνε όχι απλά το «χρίσμα», αλλά θα ήταν η κινητήρια πολιτική δύναμη για την σχετική, αλλά απαραίτητη για την συνέχεια ανασύνταξη των κλασσικών «μνημονιακών» δυνάμεων, που υποτίθεται ότι πολεμούσε με αδιαλλαξία.

Δεν ήταν βέβαια ο μόνος. Το κομματικό του συνάφι στο σύνολό του γνώριζε σε απόλυτο βαθμό τόσο την διαδικασία όσο και τους όρους που εξελίσσοντας. Μ’ άλλα λόγια το ένα χέρι νίβει το άλλο και τα δύο το πρόσωπο.

Χαρακτηριστικό μέρος αυτής της διαδικασίας αποτέλεσε η ενσωμάτωση σημαντικού τμήματος των πολιτικών και κοινωνικών δυνάμεων που εκπροσωπούνταν από το πάλαι πότε κραταιό Πα.σο.κ. Η συγκεκριμένη ενσωμάτωση είναι ενδεικτική, διότι καταγράφηκε με πολλούς τρόπους, όπως θα δούμε στην συνέχεια και από τις σχετικές «κλειστού» τύπου κομματικές διαδικασίες.

Τον Γενάρη του 2013, μετά την επίσκεψη του στο Βερολίνο και την συνάντηση του με τον γερμανό υπουργό οικονομικών, ο Τσίπρας δηλώνει με κατηγορηματικό τρόπο, επικαλούμενος μάλιστα δηλώσεις του ίδιου του Σόιμπλε ότι:

«Η Ελλάδα δεν πρόκειται να υποστεί χρεοκοπία. Οι εικασίες για την έξοδό της από τη νομισματική ένωση στερούνται κάθε βάσης. Τυχόν έξοδος της Ελλάδας θα δημιουργούσε τεράστια προβλήματα για όλους». «Θα πρέπει κάποια στιγμή να τελειώσει αυτή η συζήτηση και είναι μια συζήτηση που δεν βοηθά κανέναν. Ίσα – ίσα δημιουργεί ένα περιβάλλον αστάθειας που εμποδίζει κάθε προοπτική ανάκαμψης στην Ελλάδα. Η απάντησή μου χθες στον υπουργό Οικονομικών ήταν ότι έχουμε κοινό νόμισμα, έχουμε κοινό πρόβλημα. Άρα, πρέπει να εργαστούμε για να βρούμε λύση στο κοινό πρόβλημα και να μην περιοριζόμαστε σε εκατέρωθεν προσεγγίσεις που δεν δίνουν απάντηση στο κοινό νόμισμα».

Η ανταπόκριση από το μηντιακό «κατεστημένο» είναι άμεση.

Σύμφωνα με τον Π. Μανδραβέλη (Καθημερινή 17-1-2013, Ο Συριζα (πάλι) σε σταυροδρόμι):

«Το ερώτημα, όμως, είναι πόσο θα κρατήσει η δια­δικασία ωρίμανσης του ΣΥΡΙΖΑ με δεδομένο ότι τους τελευταίους μήνες βλέπουμε την τακτική τού ένα βήμα μπρος και δύο πίσω. Δεν πάει πολύς καιρός που από αυτήν εδώ τη στήλη χαιρετίζαμε την επιχείρηση εκλογίκευσης της αξιωματικής αντιπολίτευσης («Ο ΣΥΡΙΖΑ πάει Ευρώπη», Καθημερινή 3-10-2012). Γράφαμε ότι ο ΣΥΡΙΖΑ μεγάλωσε και κατανοεί την ανάγκη να ωριμάσει. Όμως αυτό που είδαμε ήταν τα γκρουπούσκουλα να τραβούν το κόμμα από το μανίκι. Ο ΣΥΡΙΖΑ αμφιταλαντεύτηκε και άρχισε πάλι να χρησιμοποιεί τις παλιές πρακτικές και τη ρητορική των αριστεριστών που βρίσκονται στον πυρήνα του. Οι εχέφρονες του κόμματος λούφαξαν· δεν το ‘χουν σε πολύ οι υπερεπαναστάτες να ρίξουν στους «προσκυνημένους» τα δηλητηριώδη βέλη που έχουν για τους «ταξικούς εχθρούς».

Το θέμα είναι ότι, θέλει δεν θέλει, ο ΣΥΡΙΖΑ θα αναγκαστεί εκ των πραγμάτων να ωριμάσει. Τα λόγια μπορεί να χτίζουν ανώγια και κατώγια αλλά δεν λύνουν προβλήματα. Η άσκηση πολιτικής απαιτεί περισσότερα από συνθήματα και μύδρους. Απαιτεί λήψη αποφάσεων με σωστή στάθμιση όλων των παραγόντων, ακόμη και των γερμανικών, αυτών που στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ βαφτίζουν «ναζιστικών». Το ερώτημα, λοιπόν δεν είναι αν θα ωριμάσει ο ΣΥΡΙΖΑ, αλλά πότε και πώς».

Ο Δραγασάκης, όπως είπαμε, δεν ήταν ο μόνος που «οραματιζόταν» την «ωρίμανση», αλλά, όπως φαίνεται, τότε δεν αποτελούσε μέρος του «κατεστημένου» για τους τωρινούς «διαφωνούντες» της τέως αριστερής πλατφόρμας του κόμματος, αφού, όπως καταγράφεται στην ιστοδελίδα του ΙΣΚΡΑ, στις 20-1-2013, από τον Κ. Πρεβεζιάνο:

«Ο Α. Τσίπρας την ίδια στιγμή που δέχεται εξοντωτική και συχνά κάτω από τη μέση, επίθεση, την ίδια ώρα και πολλές φορές από τους ίδιους αρθογράφους, εμφανίζεται να υποχωρεί ατάκτως ή και να είναι ευεπίφορος σε αναδιπλώσεις. Από την άλλη σύσσωμο, σχεδόν, το κατεστημένο βαφτίζει ως «αιμοδιψείς κακούς» κάποια ρεύματα και συνιστώσες του ΣΥΡΙΖΑ και προσωποποιεί σε ορισμένα ηγετικά στελέχη του τελευταίου την αριστερή αδιαλλαξία. Στελέχη, μάλιστα, τα οποία εμφανίζει ως το φρικτό εμπόδιο μιας «ρεαλιστικής προσαρμογής» και του ανθόσπαρτου δρόμου του ΣΥΡΙΖΑ προς την κυβέρνηση, αν και ο Π. Μανδραβέλης προφητεύει τη βέβαιη ήττα τους και την «νομοτελειακή» συστημική αναδίπλωση, –«ωρίμανση» τη λέει–, του ΣΥΡΙΖΑ. Φοβάται, όμως, μήπως αυτή η ωρίμανση γίνει αργά. Ανησυχεί σφόδρα για το πότε και το πώς! Νομίζω ότι δεν πρέπει ο ΣΥΡΙΖΑ να καθησυχάσει τον Π. Μανδραβέλη και τους πολυπληθείς ομοίους του. Το αντίθετο, μάλιστα, πρέπει να κάνει

Τον Αύγουστο του ίδιου έτους –συγκεκριμένα στις 20 του μηνός– και ενώ έχει αρχίσει η προεκλογική εκστρατεία στη Γερμανία, ο υπουργός Οικονομικών Βόλφγκανγκ Σόιμπλε μιλούσε στην πόλη Άρενσμπεργκ στη βόρεια Γερμανία και δήλωνε ότι: «Η Ελλάδα θα χρειασθεί και τρίτο πρόγραμμα διάσωσης».

orima3

Τον Νοέμβρη του 2013 ο Τσίπρας πλέον προσκαλείται στις ΗΠΑ για δεύτερη φορά και συγκεκριμένα για να συμμετάσχει σε ομιλία στο Πανεπιστήμιο του Τέξας (Lyndon Johnson Graduate School of Public Affairs, στο Ώστιν). Η συγκεκριμένη «σχολή του Ώστιν», –εκπροσωπείται από ένα σημαντικό τμήμα της αμερικανικής πανεπιστημιακής ελίτ– έδωσε με την συγκεκριμένη πρόσκληση το «χρίσμα» στον Τσίπρα εκ μέρους ενός εκτενούς «δικτύου» προσωπικοτήτων με ηχηρή παρεμβατικότητα στις παγκόσμιες πολιτικές και οικονομικές εξελίξεις.

Χαρακτηριστικά πρόσωπα, εκτός του Αμερικανού οικονομολόγου Τζέιμς Γκαλμπραίηθ (που είχε ήδη προσφέρει την αμέριστη στήριξη του στον Γ. Παπανδρέου), είναι καθηγητές όπως ο Robert D. Auerbach (με θητεία στη Fed του Άλαν Γκίνσπαν), ο Thomas Ferguson, που διδάσκει στο Πανεπιστήμιο της Μασαχουσσέτης, ο Richard Parker του Χάρβαρντ, ο Norman Birnbaum του πανεπιστημίου Georgetown, οι οποίοι συνεχίζουν να διατηρούν στενή επαφή με πολιτικά πρόσωπα στον ευρύτερο ελληνικό κεντροαριστερό χώρο. Συχνά-πυκνά, οι περισσότεροι εξ αυτών παρεμβαίνουν και αρθρογραφούν στη «Huffington Post» της Ελληνοαμερικανίδας Αριάνας Χάφινγκτον-Στασινοπούλου (η οποία πέρυσι επέκτεινε τις δραστηριότητές της και στην Ελλάδα), εφημερίδα η οποία φιλοξενεί τακτικτότατα τις απόψεις της Γιάννας Αγγελοπούλου, η στήριξη της οποίας στον Τσίπρα είναι γνωστότατη.

Στο Τέξας, λοιπόν, ο Τσίπρας εμφανίζει την ευρω­ζώνη ως μία «πραγματικότητα», οι άμεσες εναλλακτικές της οποίας «είναι χειρότερες». Και εξηγεί, για­τί πιστεύει ακράδαντα ότι δεν πρέπει να φύγει η Ελ­λάδα από το ευρώ:

«δεν θα ωφελήσει κανέναν. Αντίθετα, θα πυροδοτήσει σοβαρά νέα προβλήματα – διαχείριση ενός ασταθούς νέου νομίσματος, φαινόμενα bank run, πληθωρισμός, φυγή κεφαλαίων και ανθρώπων. Για το λόγο αυτό και μόνο, η Ελλάδα δεν θα πρέπει και δεν θα το κάνει, δε θα εξέλθει εθελοντικά από την Ευρωζώνη. Αλλά υπάρχει και ένας δεύτερος λόγος. Μία έξοδος της Ελλάδας ή οποιασδήποτε άλλης χώρας σε κρίση θα ήταν μια καταστροφή για την Ευρώπη. Αυτό είναι κάτι που, κατά βάθος, όλοι γνωρίζουν. Προς το παρόν αν μία χώρα φύγει, οι αγορές και οι κερδοσκόποι θα αρχίσουν να ρωτούν ποιος είναι ο επόμενος; Θα λένε ο ένας στον άλλο, όπως λέτε εδώ στο Τέξας, game on. Είναι μια διαδικασία που, έτσι και ξεκινήσει, δεν μπορεί να σταματήσει. Δεν έχει σημασία πόσο μικρή είναι η χώρα που αποχωρεί. Δεν έχει σημασία αν αποχωρεί εθελοντικά, ή την πετάνε εκτός».

orima4

Τον Σεπτέμβριο του 2014 ο Τσίπρας προσκαλείται και στο ετήσιο φόρουμ της ιταλικής λεγόμενης δεξαμενής σκέψεων «Ο Ευρωπαικός Οίκος – Αμπροσέτι», που πραγματοποιήθηκε από τις 5 ως τις 7 Σεπτεμβρίου στην «Villa d’ Este» στη λίμνη Κόμο και ήταν ένας εκ των ομιλητών. Η ομιλία του Τσίπρα εντάχθηκε σε έναν ευρύτερο κύκλο παρεμβάσεων με γενικό τίτλο: «Η ατζέντα για την αλλαγή στην Ευρώπη» και ειδικότερα στο κεφάλαιο «για το συσχετισμό των δυνάμεων στη Νέα Ευρώπη».

Γνωστό, κυρίως στους «μυημένους», το ετήσιο φόρουμ του ιταλικού οίκου Ambrosetti πραγματοποιείται κάθε Σεπτέμβριο στη λίμνη Κόμο της βόρε­ιας Ιταλίας, διεξάγεται κεκλεισμένων των θυρών, σε συνθήκες «σχετικής» μυστικοπάθειας και παρουσία επίλεκτων δημοσιογράφων, οι οποίοι ωστόσο οφείλουν να υπακούουν σε συγκεκριμένους κανόνες της ομερτά που επιβάλλονται.

Όλοι οι συμμετέχοντες στο συνέδριο οφείλουν να σεβαστούν τον κανόνα γνωστό επισήμως ως «Chatham House Rule». Βάσει του συγκεκριμένου κανόνα (που πήρε το όνομά του από το Βασιλικό Ινστιτούτο Διεθνών Σχέσεων του Λονδίνου), μπορεί κάποιος να αναφερθεί σε όσα ειπώθηκαν στο συνέδριο, χωρίς ωστόσο να αποκαλύψει ποιός είπε τί.

Στο συγκεκριμένο επετειακό 40ό συνέδριο, πέρα από τον Τσίπρα, ήταν παρόντες και οι: Μπαρόζο, Αλμούνια, Μπαρνιέ, Κατάινεν, Ντε Γκουχτ, Αλφάνο, Άσμουσεν, Ντάισελμπλουμ, Ντε Γκίντος, Μόντι, Λέτα, ΜακΚέιν, Πρόντι, Τρισέ, αλλά και ο γνωστός Ρουμπίνι που είχε προχωρήσει σε προβλέψεις του περί χρεοκοπίας της Ελλάδας και εξόδου από την Ευρωζώνη κ.ά.

Τα τελευταία 40 χρόνια έχει παραστεί σε παρόμοια συνέδρια κυριολεκτικά η αφρόκρεμα των εκπροσώπων της παγκόσμιας πολιτικής και οικονομικής ελίτ.

Ενδεικτικά αναφέρονται ονόματα όπως: Ντικ Τσένι, Κριστίν Λαγκάρντ, Μιχαήλ Γκορμπατσόφ, Τζορτζ Σόρος, Τζο Μπάιντεν, Ρίτσαρντ Χόλμπρουκ, Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, Αντόνιο ντι Πιέτρο, Σίλβιο Μπερλουσκόνι, Χένρι Κίσινγκερ, Φρανσουά Φιγιόν, Χοσέ Μαρία Αθνάρ και Λοράν Φαμπιούς.

Ένα μήνα αργότερα, δηλαδή στις 18-19 Οκτωβρίου του 2014, στην προεκλογική Κ.Ε. του Συ.ριζα καταψηφίζεται οριακά τροπολογία της αριστερής πλατφόρμας που αναφερόταν στην επέκταση του συνεδριακού προγράμματος, δηλαδή «στην κοινωνικοποίηση τραπεζών, ανάκτηση υπό δημόσιο έλεγχο και ιδιοκτησία ιδιωτικοποιημένων επιχειρήσεων, και άλλων δημόσιων αγαθών, κατάργηση του ΤΑΙΠΕΔ».

orima5Την ίδια συνεδρίαση απασχόλησε, επίσης και το ζήτημα των εκλογικών συμμαχιών.

Σε σχετικό κείμενο του ο Δ. Μπελαντής (27-10-2014) καταγράφει την «ανησυχία» του τόσο για την καταψήφιση της τροπολογίας, όσο και «για την γραφειοκρατική και την όχι απολύτως διαφανή κορύφωση της συζήτησης για το θέμα των συμμαχιών», εξελίξεις που θα πρέπει να «διαλύσουν κάθε εφησυχασμό»:

«Αυτοί που διαχειρίστηκαν, επέβαλαν, οργάνωσαν, ή υποστήριξαν το αργότερο από το 2010 (και πάντως το αργότερο το 2012) τα μνημόνια και τους εφαρμοστικούς νόμους, αυτοί που αργότερα εμφανίστηκαν ως πρόθυμες μνημονιακές εφεδρείες, δεν μπορούν να έχουν θέση στις γραμμές μας, στις λίστες των υποστηρικτών μας και στα ψηφοδέλτια μας, όσο ανοικτά και αν πρέπει να είναι αυτά».

Μ’ άλλα λόγια, όχι μόνο η «ωρίμανση» προχωρούσε με καταιγιστικούς ρυθμούς αλλά και με ξεκάθαρο τρόπο, αφού όπως καταγράφει η λεγόμενη εσωκομματική ατζέντα, οι «μνημονιακές» εφεδρείες προτείνονταν ανοικτά να ενσωματωθούν για τον απλούστατο λόγο που γνώριζαν όλοι, δηλαδή ότι ο Συριζα ήταν μια από τα ίδια, οπότε ο μόνος λόγος που καθυστερούσε η φανερή ένταξή του στο στρατόπεδο που δήθεν πολεμούσε, ήταν ότι ακόμη δεν είχε έρθει η «στιγμή». Η «καθυστέρηση» φυσικά ήταν πολύτιμη κυρίως για τον απόλυτο κοινωνικό έλεγχο, τον οποίο ήθελε να εξασφαλίσει «η πρώτη φορά αριστερά κυβέρνηση».

Ήδη από τις 3-7-2013, ο στόχος αυτός καταγράφεται ξεκάθαρα στην εφημερίδα Αυγή από τον Δημήτρη Γιατζόγλου, σε άρθρο του με τον τίτλο Η αναγκαία «διπλή ωρίμανση»:

«Μια κοινωνία είναι αδύνατον να βρίσκεται διαρκώς σε κατάσταση βρασμού. Επομένως η Αριστερά δεν μπορεί να συγκροτείται και να λειτουργεί αποκλειστικά ως πολιτικό υποκείμενο των περιόδων κοινωνικής έντασης. Υπάρχουν στιγμές που η κοινωνία υποδεικνύει, σχεδόν αυθόρμητα, τις πολιτικές λύσεις. Αλλά υπάρχουν περίοδοι που η κοινωνία σιωπά και μετεωρίζεται. Τότε, η πρωτοβουλία του πολιτικού υποκειμένου είναι αυτή που θα διαλύσει τη σύγχυση και θα προτείνει τον προσανατολισμό. Η συνάρθρωση κοινωνικού-πολιτικού είναι τελικά πιο σύνθετη και απρόβλεπτη από μια γραμμική, μονόδρομη σχέση. Αν έτσι έχουν τα πράγματα, τότε μικρή πολιτική σημασία έχει η αναμονή των μελλοντικών κοινωνικών εκρήξεων, ώστε να εκκινήσει εκ νέου η καθηλωμένη σήμερα δυναμική της ριζοσπαστικής Αριστεράς. Τότε το ζήτημα είναι αν και πώς προετοιμαζόμαστε και προετοιμάζουμε αυτές τις εκρήξεις και πού θέλουμε να τις προσανατολίσουμε. […] Στο υπόβαθρο της ρευστότητας και των αναζητήσεων βρίσκεται η επίγνωση ότι η ολοκλήρωση της βαθιάς αντιμεταρρύθμισης και η πολιτική διαχείριση του νέου, υπό διαμόρφωση, ιστορικού κύκλου, δημιουργεί αντιθέσεις και απαιτήσεις που υπερβαίνουν τις δυνατότητες και τη σύνθεση των κυβερνητικών σχημάτων που δοκιμάστηκαν μέχρι σήμερα. Όλα αυτά βεβαίως υπό την αίρεση των εσωτερικών αντιθέσεων, του απονομιμοποιημένου πολιτικού συστήματος και μιας κοινωνίας η οποία –έστω και εξουθενωμένη– αρνείται τη συγκατάθεσή της. Η αποτυχία του σχεδιασμού εξαρτάται πρωτίστως από την απάντηση του προοδευτικού κόσμου και του ΣΥΡΙΖΑ. Από τη θέληση και την ικανότητά τους για μια «διπλή ωρίμανση» που θα οδηγήσει στη συγκρότηση του αντίπαλου προοδευτικού-αριστερού πόλου».

orima6

Στην ίδια κατεύθυνση και πάμπολλα παρεμφερή άρθρα για την «βίαιη ωρίμανση του Συριζα»:

«Επεκτείνοντας την λογική της «βίαιης ωρίμανσης» του ΣΥΡΙΖΑ, ώστε να μετεξελιχθεί από αντιπολιτευόμενο κόμμα σε ηγεμονική πολιτικά δύναμη, θα λέγαμε ότι τα παραπάνω επίδικα μπορούν να συμπυκνωθούν στο εξής: πώς η βίαιη ωρίμαση του ΣΥΡΙΖΑ θα συμβαδίζει με τη βίαιη ωρίμανση των «από κάτω», προκειμένου να μετεξελιχθούν από το στάτους του κυριαρχούμενου, στο στάτους του κυρίαρχου, πολιτικά και κοινωνικά, ταξικού συνασπισμού δυνάμεων». (RedNotebook, ιστοσελίδα συριζαίικων πολιτικών συμφερόντων).

Έτσι, σιγά-σιγά, λίγο πριν την εκλογική «αναμέτρηση» του Γενάρη του 2015, ξένοι και ντόπιοι δημοσιογράφοι αρχίζουν να περιγράφουν τον Αλέξη Τσίπρα ως «πιο ώριμο» απ’ ό,τι στο παρελθόν, σημειώνοντας ότι «περιστοιχίζεται από καλύτερους συμβούλους», ενώ εκτιμούν ότι σταδιακά το κόμμα καθίσταται πιο συστημικό, περιορίζοντας τη «συγκρουσιακή» ρητορική.

Στην Καθημερινή, στις 18-1-2015, σε άρθρο του Α. Έλλις, καταγράφεται ακριβώς αυτό το κλίμα:

«Ενδεικτική της αγωνίας που επικρατεί, αλλά και της λεπτομερούς ενασχόλησης με τις εξελίξεις, είναι η γνώση διαδικαστικών λεπτομερειών σε βαθμό που εκπλήσσει. Ευρωπαίος πρέσβης εξέφραζε την «ελπίδα» ότι σε πιθανές δεύτερες εκλογές θα ενδυναμωθεί η πιο ρεαλιστική γραμμή του κόμματος, καθώς ο κ. Τσίπρας θα επιλέξει τη λίστα των υποψη­φίων και, άρα, θα αντικαταστήσει τους «ακραίους», αγνοώντας όμως ότι, παρότι ο αρχηγός όντως έχει το σχετικό δικαίωμα, είθισται να διαμορφώνει τις λίστες με βάση τη σειρά που προέκυψε στην προηγούμενη αναμέτρηση».

Δύο μήνες αργότερα από την ανάληψη της εξουσίας από τους τσιπριστές, σε συνέντευξή του στην γερμανική εφημερίδα Welt, o Γιούνκερ τον Μάρτιο του 2015, ξεκαθαρίζει ότι «η άποψη της Κομισιόν είναι η εξής: Ποτέ δεν πρόκειται να υπάρξει Grexit». Όπως είπε: «κανένα από τα πρόσωπα σε ηγετικές πολιτικές θέσεις στην Ευρώπη δεν εργάζεται προς την κατεύθυνση της εξόδου της Ελλάδας από την Ευρωζώνη. Η χώρα είναι και θα παραμείνει μέλος της νομισματικής ένωσης».

Τα συμπεράσματα στη διάθεση κάθε ενδιαφερόμενου…

Συσπείρωση Αναρχικών

Δημοσιεύθηκε στη ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ, φ. 152, Σεπτέμβριος 2015
Advertisements
Both comments and trackbacks are currently closed.