Η ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΗΣ ΜΟΛΥΝΣΗΣ

molynsiΤην εποχή που ο άνθρωπος έκανε μια ενστικτώδη προσπάθεια να κατακτήσει την φύση εκεί που μπορούσε, και να συμβιβαστεί μαζί της εκεί που δεν μπορούσε, από την εποχή δηλαδή που γρατζουνούσε την επιφάνεια του πλανήτη του, το κλίμα της γης υπήρξε ανυπότακτο και εχθρικό. Όταν, οι απαιτήσεις του ανθρώπου υπήρξαν άπληστες και φιλόδοξες, η γη, τού ανταπόδιδε την καταστροφική του δράση: τα φράγματά του έσπαζαν, οι σοδειές του καταστρέφονταν (από φυσικά αίτια), τα ζώα του πέθαιναν κ.τ.λ. Όλα καταστροφικά αλλά σε περιορισμένη ακτίνα.

Από τη Βιομηχανική επέλαση (18ος αιώνας) και έπειτα η ισορροπία, μεταξύ των απαιτήσεων του ανθρώπου και της ικανότητας της γης να τις εκπληρώσει, ανατρέπεται οριστικά. Τα πρώτα τεχνολογικά βήματα και η απότομη αύξηση του πληθυσμού ώθησαν στα ύψη την ανάγκη για περισσότερη τροφή (σε επίπεδο παραγωγής και όχι πραγματικών αναγκών), περισσότερη ηλεκτρική ενέργεια, περισσότερες πρώτες ύλες, με αποτέλεσμα τα εκβιομηχανισμένα κράτη να αναπτύξουν ένα τρόπο ζωής, που να εξαρτάται αποκλειστικά από την λεηλασία του φυσικού περιβάλλοντος.

Μια λεηλασία που χαρακτηρίζεται από την αρπαγή περισσότερων αγαθών από αυτά που μπορεί να δώσει η φύση και από την κακή χρήση των στοιχείων (που λεηλατούνται), με τα απορρίμματα να μολύνουν τον αέρα, το νερό και το έδαφος. Η μόλυνση επομένως με την σειρά της, ελάττωσε ακόμα περισσότερο τον πλούτο και την ποικιλία της φύσης. Η επιβίωση χιλιάδων ζωντανών πλασμάτων άρχισε να απειλείται προκαλώντας παράλληλα μια από τις σοβαρότατες καταστροφές που αντιμετωπίζουμε όλοι.

Με την βιομηχανική επέλαση τα κοινωνικά πρότυπα άλλαξαν, καθορίζοντας καινούργια στοιχεία απαράδεκτα σε σχέση με την φύση. Την εποχή που το κάρβουνο και η εργασία προσφερόταν φθηνά στις βιομηχανίες, οι «αναπτυσσόμενες» κοινωνίες δέχτηκαν τα φουγάρα και την κάπνα τους, σαν δείγματα απασχόλησης και ευημερίας, ενώ αδιαφόρησαν για τις απάνθρωπες συνθήκες και το βρωμερό περιβάλλον των βιομηχανικών περιοχών. Η λογική της συσσώρευσης πλούτου οδήγησε τους ανθρώπους να θεωρούν, ένα σύννεφο από αιθάλη ή ένα ποτάμι φραγμένο από τα απόβλητα των υπονόμων, δείγμα οικονομικής ανάπτυξης.

Μέχρι το 1750 οι ανθρώπινες κοινωνίες ήταν οργανωμένες σε μικρές, διασκορπισμένες κοινότητες. Οι μεγάλες πόλεις ( με την μορφή που τις ζούμε) ήταν σπάνιες και ο πληθυσμός της γης δεν ξεπερνούσε τα 700 εκατομμύρια κατοίκους. Ο αγρότης του 18ου αιώνα δεν νοιαζότανε σχεδόν καθόλου για οικονομική ανάπτυξη. Ο ίδιος για αιώνες υπήρξε φτωχός, ακτήμονας και καταπιεσμένος από τους φεουδάρχες και τους τσιφλικάδες και θεωρούσε πως θα συνέχιζε να χρησιμοποιεί τα ίδια μέσα για τη επιβίωση του, την καλλιέργεια της γης ή κάποιο είδος τέχνης.

Με την βιομηχανική επέλαση, όμως, όλα άλλαξαν. Η γρήγορη αύξηση του πληθυσμού και η βίαιη μετακίνησή του στις νεογέννητες βιομηχανικές περιοχές είχε σαν αποτέλεσμα όλο και λιγότεροι άνθρωποι να ασχολούνται με τη γη, ενώ όλο και περισσότεροι να αρχίσουν να μεταναστεύουν στις πόλεις για «καλύτερη» ζωή.

Όμως ταυτόχρονα, οι ίδιοι άρχισαν να γίνονται καταναλωτές. Οι εγχώριες αγορές άρχισαν να επεκτείνονται και οι ντόπιοι βιομήχανοι προσπαθούσαν να πουλήσουν τα προϊόντα τους σε αυτές. Καθιερώθηκε, λοιπόν, ένας τύπος ανάπτυξης της βιομηχανίας και των πόλεων που παρέμεινε  (στην ουσία του) αναλλοίωτος μέχρι σήμερα. Οι επιπτώσεις στη φύση ήταν σφοδρές.

Ο άνθρωπος άρχισε να χάνει την δυνατότητα να βλέπει ή να αισθάνεται το περιβάλλον απ’ όπου ακόμα εξαρτιόταν. Είχε πλέον μετατραπεί σε «αστό» που οι ίδιες οι πιέσεις της ζωής (ήταν φτωχός εργάτης των βιομηχάνων) και η έντονη ώθησή του προς την υλική εξάρτηση, του είχαν εξαντλήσει όποιο ενδιαφέρον για το περιβάλλον του.

Από το 1830 ο κίνδυνος της μόλυνσης εξακολουθούσε να υπάρχει στις γεμάτο καυσαέρια βρώμικες πόλεις. Η ζωή του ίδιου του ανθρώπου άρχισε να απειλείται. Χιλιάδες άνθρωποι, σταθερά και αποτρόπαια, αποδεκατίστηκαν από την χολέρα και τον τύφο εξ αιτίας της αύξησης της μόλυνσης του αέρα και του νερού και την παντελή έλλειψη της δημόσιας υγιεινής (οι πόλεις είχαν τεράστιες άθλιες περιοχές με χιλιάδες τρώγλες και γεμάτες με απορρίμματα συνοικίες).

Παρ’ όλα αυτά η ζήτηση περισσότερης τροφής και προϊόντων στις βιομηχανικές πόλεις συνεχίστηκε αμείωτα, διευκολύνοντας τη βιομηχανία και την  βιομηχανοποιημένη γεωργία να απομυζήσουν υπερβολικές ποσότητες φυσικών πόρων, παρεμβαίνοντας επιζήμια στην φύση, πράγμα ασύλληπτο για τους προηγούμενους αιώνες.

Από το 1960 η συνειδητοποίηση ότι η μόλυνση είναι ένα σοβαρό και παγκόσμιο πρόβλημα, ώθησε ολοένα και περισσότερους ανθρώπους να προβληματίζονται για τις παρενέργειες πολλών κλάδων της σύγχρονης τεχνολογίας στο περιβάλλον.

Το παγκόσμιο τοπίο είχε πλέον υποστεί έναν ασύλληπτο βιασμό που συνεχίζει, έως σήμερα, την ανεπίστροφη εξοντωτική πορεία όλων των οργανισμών.

Εκατομμύρια τόνοι βιομηχανικών αποβλήτων καταλήγουν (από τον 19ο αιώνα) στη θάλασσα και μια μεγάλη ποσότητα από αυτά θα παραμείνει για δεκαετίες ή εκατονταετίες αδιάλυτη από το νερό.

Πετρελαιοφόρα και θαλάσσιες πετρελαιοπηγές θα ευθύνονται πλέον για εκατοντάδες πληγές στο περιβάλλον (από την ανακάλυψη του μαύρου χρυσού έως το 1975, 10-12 εκατομμύρια τόνοι πετρέλαιο προσθέτονταν κάθε χρόνο στη θάλασσα).

Οι σύγχρονες βιομηχανίες θα επιδοθούν στην μαζική ρίψη δηλητηριωδών φωσφορικών αλάτων και νίτριλοτριοξικών οξέων σε λίμνες και ποτάμια, προσφέροντας έναν καθημερινό εφιάλτη για εκατομμύρια πλάσματα (απορρυπαντικά που περιέχουν φωσφορικά άλατα και νίτριλοτριοξικό οξύ).

Τοξικές χημικές ουσίες από τα ραντίσματα, π.χ. DDT, άρχισαν εδώ και δεκαετίες να αποθηκεύονται στο οικοσύστημα και μέσω της τροφικής αλυσίδας να περνούν στον ανθρώπινο ιστό, ενώ η ολοένα εξαφάνιση δασών εξ αιτίας της αύξησης της παραγωγής χαρτιού, της δημιουργίας εθνικών οδών ή βιομηχανικών ζωνών και καταστροφικών πυρκαγιών, θα συνεχιστεί.

Η ατμόσφαιρα επιβαρύνθηκε με εκατομμύρια τόνους μεθανίου, ανθρακικών ανυδρίτων, χλωροφθοροκαρβυδίων και οξειδίων του αζώτου, προκαλώντας την αύξηση της θερμοκρασίας σε όλο τον πλανήτη, ενώ ο κύκλος του άνθρακα αυξήθηκε κατά 25%, ο κύκλος του αζώτου κατά 50% και αυτός του θείου πάνω από 100% (το θείο, ο άνθρακας και το άζωτο από ανέκαθεν αποτελούσαν μέρος του βιοχημικού κύκλου του πλανήτη, ο οποίος έχει οριστικά ανατραπεί εξ αιτίας του βιομηχανικού εξοπλισμού).

Γίνεται λοιπόν κατανοητό ότι η επιθυμία της κυριαρχίας για πλούτο, εδώ και 250 χρόνια, καταστρέφει μεθοδικά και σταδιακά τη φύση.

Μια κυριαρχία της οποίας τα κρατικά, βιομηχανικά, επιστημονικά και στρατιωτικά επιτελεία, θα συνεχίσουν να στηρίζουν την τεχνολογική «πρόοδο» και να μολύνουν τον πλανήτη. Στόχος η περισσότερη βιομηχανοποίηση, εμπόριο και οικονομική ανάπτυξη.

Ακόμα και οι εκστρατείες ενάντια στην μόλυνση που ξεκίνησαν από την δεκαετία του ’60 μέχρι τις αρχές της δεκαετίας ’70, ήταν ταυτόχρονα πολύτιμες και αποπροσανατολιστικές. Πολύτιμες γιατί προσπάθησαν να διαδώσουν την οικολογική συνείδηση, ενώ παράλληλα έχαναν την αληθινή ουσία του θέματος προτείνοντας την θεραπεία της «αρρώστιας» κι όχι την πρόληψή της, ζητώντας τεχνικού περιεχομένου αλλαγές και όχι κοινωνικές.

Πλέον, η ανάγκη της κοινωνικής ανατροπής παίρνει χαρακτήρα ζωτικής σημασίας, αφού, πλησιάζει ο χρόνος για παγκόσμιες περιβαλλοντικές μεταλλάξεις, οι οποίες θα έχουν επιπτώσεις σε εκατομμύρια ανθρώπους.

Μεταλλάξεις όπως, ερημοποιήσεις, έλλειψη πόσιμου νερού, κατάρρευση της βιομηχανοποιημένης γεωργίας, βιοποικιλία στα χέρια λίγων ισχυρότατων πολυεθνικών και επακόλουθη στρατοπεδοποίηση του εδάφους θα είναι η μελλοντική οργάνωση των βιομηχανικών κοινωνιών.

Η κοινωνική απελευθέρωση, με λίγα λόγια, θέτει την αναγκαιότητα της ανατροπής των μεθόδων που καταλύουν την ισορροπία της φύσης, υπονομεύοντας με εξοντωτικούς τρόπους κάθε είδος ζωής, και επιβάλει την ολοκληρωτική καταστροφή του κανόνα που θέλει την βιομηχανική εξέλιξη σαν ένα έργο απαραίτητο για την κοινωνία.

 Αναρχικός Πυρήνας ΑΡΝΗΣΗ

Δημοσιεύθηκε στην αναρχική εφημερίδα ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ, φ. 4, Ιούνιος 2002
Both comments and trackbacks are currently closed.