H OYTOΠIA, του Τόμας Μωρ

utopia-1Ο Τόμας Μωρ (1478 – 1535) γεννιέται στο Λονδίνο και σπουδάζει στη νομική σχολή και στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης. Είναι γνώστης νομικών, ιστορίας, μαθηματικών, κλασσικής λατινικής και ελληνικής γραμματείας και συγγραφέας πολλών έργων φιλοσοφικών αλλά και κωμωδιών. Λόγω της μορφώσεώς του –και της προσωπικότητάς του–, ανελίσσεται στην αγγλική κοινωνία. Παρ’ ότι διετέλεσε δικαστής και βουλευτής γίνεται ιδιαίτερα αγαπητός διότι είναι έντιμος, αμερόληπτος και έχει την τάση να προστατεύει τους φτωχούς. Τέλος βρίσκεται γραμματέας και σύμβουλος στην αυλή του αδίστακτου (και συζυγοκτόνου) βασιλιά Ερρίκου του 8ου.

Το 1499 γνωρίζει τον Έρασμο (γνωστό φιλόσοφο και συγγραφέα) γίνεται στενός του φίλος και επηρεάζεται από τις ουμανιστικές ιδέες. Οι δύο φίλοι, μαζί με άλλους διανοητές, σχηματίζουν παρέες, συζητούν, αμφισβητούν και ασκούν κριτική στην παράνοια και τις φρικαλεότητες του πρώτου τέταρτου του 16ου αιώνα, αλλά και συγχρόνως προτείνουν «λύσεις» –μεταξύ αστείου και σοβαρού–  πραγματικά ουτοπικές για την εποχή εκείνη. Γνώστες της ελληνικής (και της λατινικής) μελετούν την «Πολιτεία» του Πλάτωνα. Η Ουτοπία, είναι γι’ αυτούς τους δύο οραματιστές μία ακτίνα φωτός που τους δίνει ελπίδες και τους βοηθά να διακρίνουν μια διαφορετική μελλοντική πραγματικότητα μέσα από τη σκοτεινή εποχή που ζουν. Οι αρχές του 16ου αιώνα σύρουν πίσω τους μία εποχή χιλίων χρόνων όπου επικρατεί η ανισότητα, η αδικία, το αλάθητο του πάπα, τα συγχωροχάρτια, η βαρβαρότητα της ιεράς εξέτασης, η απόλυτος ισχύς και δικαίωμα των βασιλιάδων –ή αρχόντων– στη ζωή ή το θάνατο των ταλαίπωρων υπηκόων. Μια μεταβατική περίοδος που το αίμα των στρατιωτών που έφεραν το σταυρό και δολοφόνησαν γυναικόπαιδα στο όνομά του Χριστού έχει αρχίσει να στεγνώνει και όπου διάφορα ανθρώπινα πλάσματα σκόρπια εδώ και εκεί στην Ευρώπη αρχίζουν να αμφισβητούν… τον παραλογισμό, την υποκρισία και τα εγκλήματα της θρησκευτικής και πολιτικής εξουσίας. Σε λίγο η θρησκευτική Μεταρρύθμιση θα συγκλονίσει την Ευρώπη.

Αυτή ακριβώς η αμφισβήτηση και η κριτική στα κακώς κείμενα της εποχής διακρίνεται (πίσω από μία λεπτή σάτιρα) ιδίως στο πρώτο μέρος του βιβλίου:

Ο Ραφαήλ ερωτάται αν θα ήθελε να εργαστεί ως σαν αυλικός σύμβουλος του Βασιλιά και με την πολυετή πείρα του να δίνει συμβουλές προς όφελος του δημόσιου συμφέροντος, και απαντά: «Αρχικά, δεν έχω τις ικανότητες που φαντάζεσαι, όμως, ακόμη και αν τις είχα, η θυσία της προσωπικής μου γαλήνης στο βωμό του κοινού συμφέροντος δεν θα μπορούσε να βελτιώσει τα πράγματα. Βλέπεις, κατά κανόνα οι άρχοντες ενδιαφέρονται περισσότερο για την τέχνη του πολέμου παρά για τις ευεργετικές επιστήμες της ειρήνης και την τέχνη αυτή δεν την γνωρίζω, ούτε θέλω να την μάθω. Πιο πολύ ενδιαφέρονται να επεκτείνουν με κάθε μέσο το βασίλειό τους, παρά να κυβερνήσουν σωστά αυτό που ήδη έχουν. Οι δε σύμβουλοί τους είναι, είτε νομίζουν ότι είναι, τόσο σοφοί που δε χρειάζονται βοήθεια από κανέναν. Ακόμα, όμως, κι όταν επιζητούν τη βοήθεια κάποιου, το κάνουν μόνο επειδή είναι ευνοούμενος του άρχοντα και προσπαθούν με τις κολακείες να τον καταφέρουν να υποστηρίξει την άποψή τους. Η Φύση μας έπλασε να αγαπούμε τις κολακείες και να νιώθουμε ικανοποιημένοι με τις απόψεις μας. Η μαϊμού βλέπει το μαϊμουδάκι της σαν το ομορφότερο του κόσμου. Όταν, λοιπόν, σε μια τέτοια Αυλή, όπου ο ένας φθονεί τον άλλον και θαυμάζει μόνο τον εαυτό του, προτείνει κάποιος κάτι που μελέτησε στην ιστορία ή είδε στα ταξίδια του, όλοι οι υπόλοιποι σπεύδουν να το απορρίψουν γιατί θεωρούν ότι διακυβεύεται η φήμη ή η θέση τους».1

Ο Μωρ, αρχίζει (το 1515 στο Βέλγιο) τη συγγραφή από το δεύτερο μέρος του βιβλίου όπου παρουσιάζεται μία μη χριστιανική χώρα-κοινότητα όπου επικρατούν η κοινοκτημοσύνη, η ανιδιοτέλεια, η ισότητα μεταξύ των κατοίκων, η αδελφοσύνη, η συνεργασία, η ελεύθερη εκπαίδευση για όλους, η ανεξιθρησκία. Δεν υπάρχουν χρήματα και ιδιοκτησία (η οποία αναφέρεται ως η ρίζα όλων των κακών) και άρα δεν υπάρχει εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο. Το 1516, στο Λονδίνο, ολοκληρώνει το πρώτο μέρος όπου καυτηριάζεται και επικρίνεται η κατάσταση που επικρατεί στην παπική Ευρώπη στις αρχές του 16ου αιώνα.

Η πρώτη έκδοση γίνεται στα λατινικά και την επιμέλεια αναλαμβάνει ο Έρασμος, ο οποίος, επίσης, προτείνει τον τίτλο Utopia που περιέχει τις ελληνικές λέξεις «ου» και «τόπος» και σημαίνει «ο τόπος που δεν υπάρχει». Η Ουτοπία μεταφράζεται πολύ γρήγορα σε όλες σχεδόν τις ευρωπαϊκές γλώσσες και κυκλοφορεί σε όλα τα κράτη –πλην Αγγλίας(!)–. Οι ιδέες που περιέχει θεωρούνται ότι άνοιξαν το δρόμο για το κίνημα των Ουμανιστών και τοποθετούν τον συγγραφέα ανάμεσά τους. (Η ιδανική κοινότητα –ή αλλιώς η τέλεια πολιτεία– ως μία από τις λύσεις για τα διάφορα κοινωνικά προβλήματα θα αναφερθεί τρεισήμισι αιώνες αργότερα από τους Προυντόν, Μπακούνιν, Κροπότκιν, Μαρξ κ.ά.).

utopia-2«Η σκηνοθεσία του διηγήματος ήτο τόσο ευφυής ώστε πολλοί αναγνώσται το εξέλαβον ως αυθεντικήν ιστορίαν και λέγεται ότι ένας ιεραπόστολος εσχεδίαζε να μεταβή και να προσηλυτίση του Ουτοπικούς εις τον χριστανισμόν».2

Η Υπόθεση του Βιβλίου: Ο Ραφαήλ Ιθλώδης (ελληνιστί Μωρόπουλος), (που κατά τα φαινόμενα αποτελεί το alter ego του Μωρ), ναυτικός και διανοούμενος ακολουθεί, στις αρχές του 16ου αιώνα, τον Αμέρικο Βεσπούτσι σε τρία ταξίδια του στον Νέο Κόσμο. Εκεί ανακαλύπτει μία χώρα που ονομάζεται Ουτοπία στην οποία οι κάτοικοι ζουν με έναν άγνωστο και πολύ ιδιαίτερο τρόπο. Αυτόν τον τρόπο ζωής και τις συνήθειες διηγείται ο Ραφαήλ στον συγγραφέα του βιβλίου.

Στο έργο υπάρχουν επιρροές από τον Πλάτωνα (οι ίδιοι οι κάτοικοι της Ουτοπίας, φαίνεται να έχουν γνώση της πλατωνικής θεωρίας – τους μεταδόθηκε από κάποιους που ναυάγησαν στο νησί τους) αλλά και σαφείς ενδείξεις ότι υπάρχει ένα είδος αντιπαράθεσης. Ενδεικτικά στην εισαγωγή της Ουτοπίας γίνεται η εξής αναφορά: «Του Πλάτωνα την Πολιτεία, εδώ, θα επιχειρήσω να συναγωνιστώ και να νικήσω»…

«Στη χώρα της ουτοπίας δεν υπάρχουν τάξεις. Όλοι συμμετέχουν σε όλες τις εργασίες, όλοι είναι ίσοι και όλοι έχουν τα ίδια δικαιώματα. Εργάζονται περίπου έξι ώρες την ημέρα (τρεις το πρωί και τρεις το απόγευμα) και όλοι ζουν, εναλλάξ, για ένα χρονικό διάστημα στην ύπαιθρο δουλεύοντας στη γη».3

Στην Ουτοπία ο καθένας μεταφέρει τα προϊόντα του στην κοινήν αποθήκη και λαμβάνει από αυτήν ό,τι χρειάζεται, αναλόγως των αναγκών του. Κάνεις δεν ζητεί περισσότερον από το αρκετόν, διότι η ασφάλεια από την ανέχεια απομακρύνει την πλεονεξίαν.

Ο Ιθλώδης λέγει προς τον Μωρ:

«Η παράλογος πλεονεξία μερικών επέφερε την εσχάτην καταστροφήν της νήσου σας… (εννοεί την αγγλία) Μην επιτρέπετε εις τους πλουσίους αυτούς να αγοράζουν τα πάντα, να συγκεντρώνουν και να προαγοράζουν και με το μονοπώλιών των να τηρούν την αγοράν, όπως τους αρέσει […] Όταν σκέπτομαι και σταθμίζω κατά νουν όλας αυτάς τα εταιρικάς περιουσίας, αι οποίαι τώρα ευδοκιμούν πανταχού, δεν δύναμαι να διακρίνω άλλο τι –ο Θεός να με συγχωρήση– παρά μίαν συνωμοσίαν των πλουσίων οι οποίοι προάγουν τα συμφέροντά των υπό το όνομα και τον τίτλον των εταιρικών περιουσιών. Επινοούν και εφευρίσκουν όλα τα μέσα και τα τεχνάσματα… πώς να μισθώνουν και να καταχρώνται … τον μόχθον των πτωχών δι’ όσον το δυνατόν ολιγότερα χρήματα… Κατόπιν τα τεχνάσματα αυτά γίνονται νόμοι».4

Τα γεύματα λαμβάνονται από κοινού, αλλά εάν κανείς επιθυμή, δύναται να τρώγη εις την οικίαν του. Αφού δεν υπάρχει χρήμα εις την Ουτοπία, δεν υπάρχει ευθηνή αγορά και ακριβή πώλησις· τα κακά της απάτης, της κλοπής και της φιλονεικίας δια περιουσιακούς λόγους είναι άγνωστα. Ο χρυσός δεν χρησιμοποιείται ως νόμισμα, αλλά δια την κατασκευήν χρησίμων πραγμάτων, ως π.χ. ουροδοχείων. Δεν έρχονται λιμοί και άγονα έτη, διότι αι κοινοτικαί αποθήκαι περιλαμβάνουν μίαν εφεδρείαν δια περίπτωσιν ανάγκης. Εκάστη οικογένεια εργάζεται και εις την γεωργίαν και εις την βιοτεχνία, άνδρες και γυναίκες κατά τον ίδιον τρόπον.5

Οι Ουτοπικοί είναι ελεύθεροι κατά την έννοιαν της ελευθερίας από πείναν και από φόβον αλλά δεν είναι ελεύθεροι να ζουν από τον μόχθον των άλλων. Υπάρχουν νόμοι εις την Ουτοπίαν αλλά είναι απλοί και ολίγοι· ως εκ τούτου ο καθείς υπερασπίζει την υπόθεσίν του μόνος του και δεν επιτρέπονται δικηγόροι.6

Στην Ουτοπία υπάρχουν δούλοι: είναι αυτοί που καταδικάζονται για εγκλήματα και τιμωρία τους είναι να υπηρετούν για ένα διάστημα την κοινότητα ως δούλοι. Δηλαδή να εκτελούν τις πιο βαριές, βρώμικες και δυσάρεστες εργασίες. Όταν η τιμωρία τους τελειώσει ξαναβρίσκονται με πλήρη ισότητα ανάμεσα στους άλλους. Όσο παραμένου δούλοι, τρέφονται από το δημόσιο και τους ντύνουν όπως ντύνονται οι άρχοντες στις άλλες χώρες, με χρυσάφια και μαργαριτάρια, ενώ οι υπόλοιποι κάτοικοι φορούν λιτά και ομοιόμορφα ρούχα αφού περιφρονούν και κοροϊδεύουν τα στολίδια.

Η εκπαίδευση δεν αφορά μόνο τα παιδιά αλλά και τους ενηλίκους αφού για τους Ουτοπικούς η πνευματική μόρφωση συνεχίζεται και διαρκεί για όλη τους τη ζωή.

Αποσπάσματα από το βιβλίο Ουτοπία:6

[…] «Για να είμαι ειλικρινής, πάντως, πιστεύω ότι καμία κοινωνία δεν θα είναι δίκαιη κι ευτυχισμένη όσο υπάρχει ιδιοκτησία και όλα κρίνονται από το χρήμα. Δεν θα είναι δίκαιη, γιατί τα καλύτερα θα ανήκουν στους χειρότερους. Δεν θα είναι ευτυχισμένη, επειδή τα πολλά θα ανήκουν στους λίγους (που ούτε αυτοί θα είναι πραγματικά ευτυχισμένοι) και όλοι οι υπόλοιποι θα είναι βυθισμένοι στη φτώχεια. Για αυτό, όσο συλλογίζονται το όμορφο και λογικό σύστημα της Ουτοπίας –όπου οι νόμοι είναι ελάχιστοι και τα πάντα σοφά οργανωμένα, όπου η προσωπική εργασία αναγνωρίζεται, εντούτοις επικρατεί ισότητα και όλοι ζουν με αφθονία […] ο Πλάτωνας […] σαν άνθρωπος με ανεπτυγμένη διάνοια, αντιλαμβανόταν πως ο μόνος τρόπος να εγκαθιδρύσεις μια ευτυχισμένη κοινωνία είναι με την απόλυτη ισότητα, πράγμα ανέφικτο όσο υπάρχει ιδιοκτησία. Όταν, καθένας, εκμεταλλευόμενος το αξίωμα ή τον τίτλο του, αγωνίζεται να αποθησαυρίσει όσο περισσότερα μπορεί, επόμενο είναι ο πλούτος να περάσει στα χέρια μιας μικρής μειοψηφίας και οι υπόλοιποι να ζουν στην ανέχεια.

[..]

utopia-3Όλη η ύπαιθρος είναι διάσπαρτη με αγροικίες, καλοφτιαγμένες και με όλο τον απαραίτητο γεωργικό εξοπλισμό, όπου πηγαίνουν και ζουν με τη σειρά οι κάτοικοι της πόλης. […] Κάθε χρόνο είκοσι άτομα από κάθε οικογένεια επιστρέφουν στην πόλη, έχοντας συμπληρώσει δύο χρόνια στην ύπαιθρο. Στη θέση τους έρχονται άλλοι είκοσι που θα μάθουν τη δουλειά από όσους έχουν εκεί ένα χρόνο κι αυτοί με τη σειρά τους θα διδάξουν τους επόμενους. Με αυτό το σύστημα, όσοι μένουν στις αγροικίες ξέρουν να δουλεύουν τη γη, οπότε δεν υπάρχει κίνδυνος για λάθη που ίσως γίνονταν αιτία να πεινάσουν, ενώ αλλάζουν κάθε χρόνο ώστε κανένας να μην υποχρεώνεται να υπομένει με το ζόρι τη σκληρή ζωή της υπαίθρου για μεγάλο χρονικό διάστημα. […] Παρότι γνωρίζουν με ακρίβεια τις ανάγκες κάθε περιοχής, καλλιεργούν κι εκτρέφουν πάντα πολύ περισσότερα και ό,τι περισσεύει το δίνουν στους γείτονές τους. Όταν χρειάζονται κάτι που δεν παράγεται στην περιοχή, απευθύνονται στις πόλεις τους, όπου συγκεντρώνονται μια φορά το μήνα […] κι εκείνες φροντίζουν να τους δοθεί δωρεάν.

[…]

Τα κτήριά τους είναι γερά αλλά απόλυτα ομοιόμορφα […] Οι δρόμοι έχουν έξι μέτρα πλάτος και όλα τα σπίτια βλέπουν στο δρόμο. Κάθε σπίτι στην πίσω μεριά έχει τον κήπο του. […] Οι πόρτες τους είναι δίφυλλες, ανοίγουν εύκολα με ένα σπρώξιμο και κλείνουν μόνες τους. Και αφού δεν γνωρίζουν την έννοια της ιδιοκτησίας, καθένας μπορεί οποιαδήποτε στιγμή να μπαίνει ελεύθερα σε όποιο σπίτι θέλει. Κάθε δέκα χρόνια αλλάζουν μεταξύ τους σπίτια με κλήρο.

[…]

Εκτός από την γεωργία, που την ξέρουν όλοι, καθένας τους ειδικεύεται και σε κάποια τέχνη, όπως στην κατεργασία μαλλιού ή λιναριού, στην τέχνη του χτίστη, του σιδηρουργού ή του μαραγκού […] Όλοι φορούν τα ίδια ρούχα, που διαφέρουν μόνο σε ό,τι αφορά το φύλο ή για να ξεχωρίζουν οι παντρεμένοι από τους ανύπαντρους. Η μόδα δεν αλλάζει ποτέ ενώ τα ρούχα είναι κομψά, άνετα, προσαρμοσμένα στο κλίμα.

[…]

Στο κέντρο της κάθε πόλης υπάρχει η αγορά όπου οι οικογένειες της περιοχής φέρνουν ό,τι φτιάχνουν και τα συγκεντρώνουν σε αποθήκες κατά είδος. […] Κοντά στις αγορές που ανέφερα υπάρχουν κι άλλες, όπου μπορεί να προμηθευτεί κανείς τα πάντα, από λαχανικά, φρούτα και δημητριακά μέχρι ψάρια, πουλερικά και κτηνοτροφικά προϊόντα […] παίρνει ό,τι χρειάζεται ο ίδιος ή η οικογένειά του χωρίς να το πληρώνει ή να το ανταλλάσσει με κάτι άλλο. […] Δεν έχει νόημα να πληρώσεις κάτι σε κάποιον, όταν τα πάντα είναι άφθονα και ελεύθερα για όλους και κανένας ποτέ δεν πρόκειται να ζητήσει περισσότερα από όσα χρειάζεται. Για ποιο λόγο άλλωστε, όταν όλοι γνωρίζουν πως δεν θα τους λείψει τίποτε; Εκείνο που κάνει τα πλάσματα του θεού λαίμαργα ή άπληστα είναι ο φόβος της έλλειψης. Στην περίπτωση όμως του ανθρώπου, πέρα από το φόβο υπάρχει και η ματαιοδοξία, που τον κάνει να φαντάζεται ότι είναι τάχα σπουδαίο να επιδεικνύεται στους άλλους.

[…]

Αξιολογούν το χρυσό και το ασήμι σε διαφορετικά κριτήρια από εμάς. Τα πολύτιμα μέταλλα δεν τους χρησιμεύουν παρά μόνο σε εξαιρετικά σπάνιες και κρίσιμες περιπτώσεις. Αξιολογώντας τα, λοιπόν, με βάση τη χρησιμότητά τους, είναι λογικό να προτιμούν τα σίδερο από τα πολύτιμα μέταλλα. Ο άνθρωπος δεν μπορεί να κάνει χωρίς το σίδερο, όπως δεν μπορεί χωρίς τη φωτιά και το νερό. Είναι το πιο χρήσιμο, το πιο σημαντικό μέταλλο στη φύση. Το χρυσό και το ασήμι έχουν υπερτιμηθεί από ανοησία του ανθρώπου, λόγω της σπανιότητάς τους. Στην Ουτοπία, όμως, ισχύει το αντίθετο. Πιστεύουν ότι η φύση, σαν σπλαχνικός γονιός, παρέχει στον άνθρωπο τις μεγαλύτερες ευλογίες της ελεύθερα κι απλόχερα, όπως τον αέρα και το νερό και κρύβει ό,τι του είναι ανώφελο και άχρηστο.

Αν μάζευαν τα μέταλλα αυτά σε κάποιο πύργο, ο κόσμος θα άρχιζε να φθονεί τον Άρχοντα και τη Γερουσία με την καχυποψία ότι ξεπουλούν το κοινό συμφέρον για προσωπικό όφελος. Αν, πάλι, τα έκαναν σκεύη και αντικείμενα τέχνης, υπήρχε φόβος να τα αγαπήσουν για την ομορφιά τους και να μην δέχονται εύκολα να τα αποχωριστούν… Για να τα αποφύγουν όλα αυτά, σκαρφίστηκαν μία λύση που, παρότι εναρμονίζεται απόλυτα με τις υπόλοιπες πρακτικές τους, είναι τόσο έξω από ό,τι συνηθίζουμε εμείς, με την αδυναμία μας στο χρυσάφι και τη μανία που το μαζεύουμε, που μας φαντάζει απίστευτη. Ενώ, λοιπόν, τα πιάτα και τα ποτήρια τους είναι πήλινα ή γυάλινα, όμορφα σχεδιασμένα αλλά από φτηνά υλικά, τα ουροδοχεία στα σπίτια και στους δημόσιους χώρους είναι από χρυσό και ασήμι.

[…]

Όταν αποφασίζουν ότι ήρθε η ώρα να διαλέξουν σύντροφο, κάνουν κάτι που σε εμάς φαντάζει εξωφρενικά γελοίο, εκείνοι όμως το αντιμετωπίζουν πολύ σοβαρά. Πριν το γάμο […] μια παντρεμένη παρουσιάζει τη νύφη ολόγυμνη στο γαμπρό και έπειτα ένα ηλικιωμένος παρουσιάζει γυμνό τον γαμπρό στη νύφη. Γελάσαμε μόλις τα μάθαμε, λέγοντας ότι δεν είχαμε ξανακούσει πιο άσεμνη συνήθεια. Μας απάντησαν ότι εκείνοι πάλι απορούν με την ανοησία των άλλων λαών που, ενώ, όταν πρόκειται να αγοράσουν κάτι ασήμαντο, όπως ένα άλογο, το εξετάζουν σχολαστικά κάτι που δεν κάνουν όταν διαλέγουν σύντροφο. [ΣΗΜΕΙΩΣΗ: τουλάχιστον σ’ αυτό –δηλαδή την «σχολαστική εξέταση» του συντρόφου–, ο αιώνας μας ξεπέρασε, κατά πολύ, τους κατοίκους της Ουτοπίας].

[…]

Ποτέ δεν φτιάχνουν συνθήκες και συμφωνίες σαν αυτές που σκαρώνουν και παραβαίνουν αδιάκοπα όλα τα κράτη. Τις βρίσκουν ολότελα άχρηστες και πιστεύουν ότι όταν οι άνθρωποι δεν αναγνωρίζουν τους κοινούς δεσμούς ανάμεσά τους, δεν έχουν αξία οι υποσχέσεις και οι υπογραφές. […] Αντίθετα, όσο περισσότερες οι φανφάρες, τόσο συντομότερα ξετρυπώνουν κάποιο ασήμαντο παραθυράκι και τις παραβιάζουν. […] Για αυτό οι Ουτοπίτες πιστεύουν ότι η ανθρώπινη φύση είναι συνθήκη από μόνη της και οι άνθρωποι ενώνονται πολύ αποτελεσματικότερα με την καλοσύνη παρά με τα συμφωνητικά, αφού ενισχύει τους συναισθηματικούς τους δεσμούς πολύ πιο έντονα από τις λέξεις.

Συσπείρωση Αναρχικών

__________________________

1, 3, Τόμας Μωρ, Ουτοπία, Εκδόσεις ΙΑΜΒΛΙΧΟΣ, 2003

2, 4, 5, 6 Will Durant, Παγκόσμιος Ιστορία του Πολιτισμού, από σελ. 641.

Δημοσιεύθηκε στην ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ, φ. 148, Απρίλιος 2015
Advertisements
Both comments and trackbacks are currently closed.