Η ΕΞΕΓΕΡΣΗ ΣΤΗΝ ΑΝΑΤΟΛΙΚΗ ΓΕΡΜΑΝΙΑ ΤΟ 1953

berlin53aΜετά το τέλος του Β’ Παγκοσμίου πολέμου (ενός ακόμη εξουσιαστικού πολέμου μεταξύ των κυρίαρχων) η Ευρώπη χωρίστηκε, ως γνωστόν, σε δύο μπλοκ, το Ανατολικό με την κυριαρχία της Ε.Σ.Σ.Δ. και το Δυτικό με την αντίστοιχη των ΗΠΑ.

Το ζήτημα της Γερμανίας ήταν ακανθώδες. Οι «σύμμαχοι» είχαν συμφωνήσει το 1943 να την χωρίσουν σε δύο ζώνες επιρροής και οι γραμμές οριοθέτησης τηρήθηκαν και από τις δύο πλευρές, Η Ε.Σ.Σ.Δ. εισέπραξε πολεμικές αποζημιώσεις και η Γερμανία αφοπλίστηκε πλήρως, ενώ η Βρετανία και οι Η.Π.Α, συγκρότησαν κοινό τομέα, το διζωνικό.

Η Ε.Σ.Σ.Δ. αντέδρασε στην ιδέα ενός κυρίαρχου καπιταλιστικού κράτους στο δυτικό τομέα και το Γερμανικό ζήτημα έγινε σημείο και σύμβολο αντιπαράθεσης ανάμεσα στις δύο υπερδυνάμεις. Στις 23 Ιουνίου του 1948 η Ε.Σ.Σ.Δ. απέκλεισε τον δυτικό τομέα του Βερολίνου, εναντιωνόμενη στις μεταρρυθμίσεις (πολιτικές-οικονομικές) του καπιταλιστικού γερμανικού κράτους και της δύσης. Τα δυτικά κράτη σχημάτισαν αερογέφυρα μέχρι της 8 Μαΐου 1949, όπου μετέφεραν διάφορα εφόδια στον δυτικό τομέα. Συνολικά πραγματοποιήθηκαν 275.000 πτήσεις.

Τρεις μήνες μετά το θάνατο του κομμουνιστή δικτάτορα Ιωσήφ Στάλιν, (25.000.000 περίπου διώχτηκαν ή εκτελέστηκαν κατά την διάρκεια της παντοδυναμίας του), εκτυλίχθηκαν τα γεγονότα της εξέγερσης στην Ανατολική Γερμανία τον Ιούνιο του 1953. Η προσπάθεια του κομμουνιστικού καθεστώτος να αυξήσει τα όρια απόδοσης της εργασίας (εντατικοποίηση των ρυθμών εργασίας). Η αναταραχή άρχισε στις 16 Ιουνίου όταν οι οικοδόμοι του Ανατολικού Βερολίνου παράτησαν τις δουλειές τους διαμαρτυρόμενοι για την αύξηση της «νόρμας» και στη συνέχεια διαδήλωσαν για δύο ολόκληρες ώρες αποδοκιμάζοντας την κυβέρνηση και ζητώντας ελευθερία και χαμηλές τιμές στα προϊόντα. Την κινητοποίηση των οικοδόμων στήριξαν και οι μεταλλεργάτες. Σε όλη τη χώρα ομάδες εργατών και διάφορων εξεγερμένων κατέβαιναν στους δρόμους για να συγκρουστούν με το κομμουνιστικό καθεστώς. Οι εργάτες δεν πτοήθηκαν ούτε από την καταρρακτώδη βροχή. Σκοπός τους να φτάσουν στο Βερολίνο διανύοντας μια απόσταση 20 χιλιομέτρων από το Χέννιγκσντορφ.

Στις 16 Ιουνίου 10.000 άνθρωποι περικύκλωσαν τα γραφεία της αστυνομίας στην πλατεία Αλεξάντερ. Ούτε οι δυτικοί περίμεναν αυτή την εξέλιξη. Κι όμως επαληθεύτηκε αυτό που είχε διατυπώσει η Ρόζα Λούξεμπουργκ, ότι οι άνθρωποι «μπορούν να γίνουν κάτι το διαφορετικό από ότι φαίνονται. Εκεί που είναι αδιάφοροι να εξεγερθούν και να επιδείξουν το μεγαλύτερο θάρρος».

Το ξέσπασμα αυτό στην Ανατολική Γερμανία έφερε μεγάλο πλήγμα στην θεωρία περί αναγκαιότητας ενός κόμματος να καθοδηγήσει μια επανάσταση. Όπως πάντα οι κομμουνιστές κατηγόρησαν τους εξεγερμένους ότι ήταν «πράκτορες της Δύσης και του Αντενάουερ», «προβοκάτορες της καπιταλιστικής Γερμανίας ενάντια στον σοσιαλισμό», «εχθροί του λαού», μια πάγια τακτική των μαρξιστών όταν θέλουν να σπιλώσουν και να κατηγορήσουν αγωνιστές. Αναμφισβήτητα υπήρξαν κάποια περιορισμένα περιστατικά που έδειχναν μια συμπάθεια προς το δυτικό καθεστώς όμως αυτά δεν επηρέασαν ούτε αναδείχθηκαν από τους εξεγερμένους. Το αντίθετο.

Αρκετές βδομάδες πριν τα γεγονότα, είχαν ξεσπάσει απεργίες στο Αϊζλέμπενιστο Φινστερβάλντε στο Σέμνιτς-Μπόρνα και σε διάφορες πόλεις. Σύμφωνα με την Ανατολικογερμανική κυβέρνηση το 95% των διαδηλωτών είχαν έρθει από το δυτικό τομέα. Λογικά θα έπρεπε να είχαν έρθει χιλιάδες άτομα από τους σταθμούς ελέγχου των συνόρων κάτι το εντελώς αδύνατο. Έτσι απλά αποδεικνύεται πόσο ανόητος ήταν αυτό ο ισχυρισμός. Ο αριθμός των συλλήψεων και ο τόπος στον οποίο έγιναν (εργοστάσια και συνοικίες του Ανατολικού Βερολίνου) δείχνουν την πραγματικότητα. Οι εφημερίδες «VORWARTS» και «NEWS DEUTSCHLAND» έγραφαν ότι στα οικοδομικά εργοτάξια της λεωφόρου Στάλιν, όπου εργάζονταν μέλη του S.E.D., στο εργοστάσιο καλωδίων του Καίπενικ και στη Λειψία λειτουργούσαν απεργιακές επιτροπές από τους εργάτες. Αυτό σήμαινε ότι το «έγκλημα» για το οποίο κατηγορούνταν ήταν ότι αποτελούσαν μέλη κάποιας απεργιακής επιτροπής. Κατηγορία, η οποία δεν διατυπωνόταν ανοιχτά και επειδή οι μπολσεβίκοι δεν μπορούσαν να την δικαιολογήσουν, συνέχισαν να μιλούν για «πράκτορες της δύσης». Άλλες γελοίες κατηγορίες γράφτηκαν στις εφημερίδες «BERLINER ZEITUNG» και «TAGLICHE RUNDSCAU» ότι οι «προβοκάτορες φορούσαν καουμπόικα πουκάμισα». Μετά, το τροπάριο άλλαξε ξανά και μιλούσε για «προβοκάτορες μεταμφιεσμένους σε οικοδόμους». Όλα αυτά φυσικά μόνο γέλιο προκαλούν αφού οι κομμουνιστές γίνονται ρεζίλι με τα ψέματα τους. Έτσι όταν αναγκάστηκαν να μιλήσουν για τα γεγονότα και να αναφερθούν πλέον συγκεκριμένα έλεγαν ότι πρόκειται περί «παρεξηγήσεως» και ότι εξεγείρονται λανθασμένα οι εργάτες. Μια «παρεξήγηση», η οποία «λύθηκε» από τα ρωσικά άρματα μάχης και τη VOLKSPOLIZEI (Λαϊκή Αστυνομία, η Ανατολικογερμανική αστυνομία).

Βέβαια, η εμμονή στην υποκίνηση της εξέγερσης από δυτικούς πράκτορες χρησιμοποιήθηκε και μετά την καταστολή της εξέγερσης. Ο πρωθυπουργός Γκρότεβολ μιλώντας στο Μπαίλεν, δήλωσε μετά την καταστολή της εξέγερσης: «Η ευθύνη των ταραχών των προηγούμενων ημερών βαρύνει εμάς, διότι η κατάσταση δεν θα ήταν δυνατόν να δημιουργηθεί εάν η δυσαρέσκεια των μαζών δεν είχε εφοδιάσει τους δυτικούς πράκτορες με αναφλέξιμο υλικό».

Η θύελλα είχε ξεκινήσει από πιο νωρίς όμως.

Στις 16 Απριλίου καλέστηκε μια συνέλευση στο ηλεκτρικό κέντρο ΖΕΙΤΖ κοντά στη Χάλλη, οι εργάτες διαμαρτυρήθηκαν για την αύξηση του φόρου εργασίας, για την αύξηση της «νόρμας» (ποσότητα προϊόντων) αλλά και έκαναν κριτική στο κόμμα και στην κυβέρνηση. Όλες αυτές οι διαμαρτυρίες αυξάνονταν συνεχώς, αν και ο αριθμός των εργατών στις απεργίες την άνοιξη παρέμεινε μικρός και η χρονική τους διάρκεια σύντομη.

Στις 28 Μαΐου οι μαραγκοί του εργοταξίου G κατέβηκαν στο βόρειο τμήμα της λεωφόρου Στάλιν απεργώντας.

Στις 12 Ιουνίου νέα απεργία πάλι στη λεωφόρο Στάλιν. Κατά τις 2:30 έφτασαν 15 υπάλληλοι του κόμματος που άνηκαν στο μπολσεβίκικο συνδικάτο και προσπάθησαν να καθησυχάσουν τους εργάτες με διάφορες δικαιολογίες π.χ. «άμα δουλέψετε θα καλυτερέψει η ζωή σας», «όλα θα φθηνύνουν πάλι». Ένας εργάτης απάντησε: «Εμείς παίρνουμε 144 μάρκα και εσείς 1200, η κοιλιά σας παραχόντρυνε». Ένας υπάλληλος προσπάθησε να χρησιμοποιήσει πολιτικά επιχειρήματα «διευκρινίζοντας»: «Τα εργοστάσια ανήκουν σε εσάς, εάν απεργήσετε, απεργείτε ενάντια στους ^εαυτούς σας», είπε. «Ξέρουμε γιατί απεργούμε», ανταπάντησε ένας εργάτης.

Τη Δευτέρα 15 Ιουνίου η εργασία ξανάρχισε στη λεωφόρο Στάλιν, αλλά η ένταση μεγάλωσε πάλι. Κατά τις δύο νέα απεργία σε ένα εργοτάξιο. Στις επόμενες 24 ώρες τα γεγονότα απλώθηκαν σε όλη τη χώρα.

Την επόμενη μέρα κατά τις 11 το πρωί άντρες και γυναίκες (10.000 περίπου), κατέβηκαν στην πλατεία Αλεξάντερ. Οι εργάτες μπορούσαν να διαπιστώσουν ότι μπροστά στην αποφασιστικότητα τους, οι μπάτσοι της VOLKSPOLIZEI το έβαζαν στα πόδια. Στη συνέχεια η διαδήλωση κατευθύνθηκε στη λεωφόρο UNTER DEN LINDEN. «Δε θέλουμε πια να είμαστε σκλάβοι, θέλουμε να είμαστε ελεύθεροι», φώναζαν οι διαδηλωτές. Κατά τις 2 μμ είχαν συγκεντρωθεί πάνω από 20.000 άτομα και άρχισαν να πολιορκούν τα κυβερνητικά κτίρια της οδού Λέιπσινγκερ. Φώναξαν «κάτω η κυβέρνηση, κάτω ο Ούλμπριχτ και ο Γκρότεβολ (πρωθυπουργός)». Αυτοί οι δύο δεν εμφανίστηκαν, αλλά στην θέση τους πήγαν δύο άλλοι υπουργοί, ο Σέλπμανν και ο Ράου. Στις 2:30 ο Σέλπμανν είπε: «Αγαπητοί συνάδελφοι». Οι συγκεντρωμένοι φώναξαν: «Είσαι κάθαρμα και προδότης», «Είμαστε ολόκληρο το Βερολίνο». Τα αυτοκίνητα της κομμουνιστικής κυβέρνησης αναποδογυρίζονταν το ένα μετά το άλλο. Στις 5 μ.μ. άρχισαν επιθέσεις ενάντια στους κομμουνιστές, σχιζόντουσαν αφίσες της κυβέρνησης. Μπροστά από τις γυναικείες φυλακές της οδού Μπάρνιμ οι διαδηλωτές φώναζαν για την απελευθέρωση των εγκλείστων. Η εξουσία του κόμματος και της κυβέρνησης εξαφανιζόταν, οι θεσμοί έχαναν την εξουσιαστική τους λειτουργία.

Στη Χάλλη, 30 εξεγερμένοι κατέλαβαν το ραδιοφωνικό σταθμό, λίγες ώρες αργότερα αφοπλιζόταν η αστυνομία από τους αγωνιστές. Έγιναν εισβολές σε φυλακές για να απελευθερωθούν οι κρατούμενοι. Η γραφειοκρατία των κομμουνιστών έχανε έδαφος, πολλά στελέχη του κόμματος το έβαλαν στα πόδια, τα όνειρα της εξουσίας εξαφανιζόντουσαν. Μόνο με τη βοήθεια του ρώσικου στρατού που στάθμευε στο Ανατολικογερμανικό έδαφος ανακατέλαβαν την εξουσία.

berlin53bΤο βράδυ της 17ης Ιουνίου ρώσικες μεραρχίες αναπτύχθηκαν σε μεγάλο σχηματισμό, ο στρατηγός Ντίπροβα, που ήταν διοικητής του Βερολίνου, κήρυξε στις 1 μ.μ. κατάσταση πολιορκίας σε ολόκληρη την πόλη. Τη νύχτα της 18ης Ιουνίου 800 αστυνομικοί τάχθηκαν με το μέρος των εξεγερμένων.

Στα εργοστάσια Λεούνα το ρώσικο πεζικό άνοιξε πυρ και κατέλαβε τις εγκαταστάσεις. Αργότερα οι εργάτες πυρπόλησαν κάποια από αυτά τα κτίρια.

Στις 18 Ιουνίου η εξέγερση επεκτάθηκε στα ορυχεία του Ερτσγκεμπίργκε. 80.000 ανθρακωρύχοι κατέλαβαν τα γραφεία του κόμματος, τα δημαρχεία και τα τοπικά διοικητήρια, Μάριενγμπεργκ, Αϊμπενστοκ και Φαλκενστάιν. Διεξήχθησαν σφοδρές μάχες ενάντια στην αστυνομία και το ρώσικο στρατό.

Στις 19 Ιουνίου 100.000 άνθρωποι διαδήλωναν και απεργούσαν. Εξήντα πέντε φρέατα των ορυχείων ουρανίου υπέστησαν δολιοφθορές με εκρηκτικές ύλες. Οι Ρώσοι αναγκάστηκαν να χρησιμοποιήσουν περισσότερες στρατιωτικές δυνάμεις από όσες χρειάστηκε για να καταλάβουν το Βερολίνο το 1945.

Ακολούθησαν συλλήψεις και δολοφονίες εξεγερμένων. Πολλοί είναι οι αστυνομικοί που λυντσαρίστηκαν κατά τη διάρκεια του ξεσηκωμού.

Στις 20 και 21 Ιουνίου οι βίαιες συγκρούσεις συνεχίστηκαν, στο Μέκλενμπουργκ και το Χερτς οι αστυνομικές δυνάμεις αρνήθηκαν να ανοίξουν πυρ ενάντια στους εξεγερμένους. Αρκετοί Ρώσοι στρατιωτικοί και αστυνομικοί στήθηκαν στο εκτελεστικό απόσπασμα γιατί δεν υπάκουσαν σε εντολές.

Άλλοι διέφυγαν στη Δύση. Σύμφωνα με τον διασωθέντα ταγματάρχη Νικήτα Ρόντσιν, εκτελέσθηκαν περίπου 18 Ρώσοι αξιωματικοί.

Ύστερα από σκληρές μάχες δέκα ημερών οι ρώσοι έλεγχαν και πάλι την κατάσταση.

Η κατάσταση έκτακτης ανάγκης που είχε κηρυχθεί μετά το ξέσπασμα της εξέγερσης έληξε στις 30 Ιουνίου 1953. Πολλοί από τους συλληφθέντες απολύθηκαν από τη δουλειά τους, άλλοι δολοφονήθηκαν και πάρα πολλοί καταδικάστηκαν σε βαριές ποινές. Οι εξεγερμένοι αγωνιστές δεν ήταν ούτε με τον κομμουνισμό ούτε με τον καπιταλισμό αλλά με την ελευθερία για την οποία αγωνίστηκαν,

Τα γεγονότα του 1953 στην Ανατολική Γερμανία απέδειξαν ότι σε κάθε περίπτωση και κάτω από επιφανειακά δύσκολες συνθήκες μπορεί να υπάρξει επαναστατική θύελλα. Οι εξεγερμένοι δεν παροτρύνθηκαν από κανέναν, ούτε καθοδήγηση υπήρχε. Έδρασαν αυθόρμητα ενάντια στο κομμουνιστικό καθεστώς, που έδειξε για μια ακόμα φορά το πραγματικό του πρόσωπο.

Ο αγώνας ενάντια στην κρατική καταπίεση και όλες τις εξουσιαστικές πλανητικές ιδεολογίες, όπως και αν εμφανίζονται αυτές, είναι η μόνη λύση για την ανθρώπινη απελευθέρωση από τις αλυσίδες των κυρίαρχων.

Σημείωση: Οκτώ χρόνια μετά τα γεγονότα και συγκεκριμένα τον Σεπτέμβριο του 1961 χτίστηκε το τείχος του Βερολίνου από τους Σοβιετικούς, το οποίο γκρεμίστηκε τον Οκτώβριο του 1989 μετά από 28 χρόνια διαίρεσης από τους εξουσιαστές και των δύο πλευρών. Διακόσιοι άνθρωποι σκοτώθηκαν στην προσπάθεια τους να περάσουν αυτό το τείχος.

Από την ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ, φ. 33, 1 Δεκεμβρίου 2004

Πηγές

ΚΑΧΟ ΜΠΡΕΝΤΕ: Η εργατική εξέγερση στην Ανατολική Γερμανία, Ιούνης 1953. Μικρός Ελεύθερος Τύπος.

Εφ. Καθημερινή: Ο ψυχροπολεμικός κόσμος.

Both comments and trackbacks are currently closed.