Στην παρουσία και μνήμη των ανυπόταχτων, των Γαβριάδων όλου του κόσμου!

revolutionΧιλιάδες δεκάχρονοι για δεκάδες χρόνια στέκονται απέναντι στα ισραηλινά άρματα μάχη με πάθος για τη λευτεριά και μίσος για τους κατακτητές. Εκατομμύρια χαμίνια σ’ όλο τον πλανήτη υψώνουν το ανάστημά τους απέναντι στην τυραννία. Αιώνες τώρα οι μικροί Γαβριάδες, δίνουν το παρόν σε κάθε οδόφραγμα σε κάθε σύγκρουση, σε κάθε διαδήλωση.

Όταν βολεύει τους εξουσιαστές, τότε τρέχουν να οικειοποιηθούν τα παιδιά του δρόμου. Αυτά τα παιδιά που εκφράζουν την οργή απέναντι στην αδικία, την καταπίεση και την εκμετάλλευση. Τα αλάνια, που εκφράζουν την ανυπότακτη ανθρώπινη φύση. Αυτά, που οι πολιτισμένοι σπεύδουν να χαρακτηρίσουν σαν παραστρατημένα, που οι υπουργοί και τα τσιράκια τους σπεύδουν να τους κλείσουν το στόμα άλλοτε με χρήμα, καραμέλες και φανταχτερά σκουπίδια κι άλλοτε με σφαίρες όπως στην περίπτωση του gamin στο βιβλίο «Οι Άθλιοι» (= Οι εξαθλιωμένοι) του Β. Ουγκώ. Αυτό το πανταχού παρόν σπουργίτι που δεν έλεγε αστυνομικοί αλλά σταυρωτήδες και αντί για φωτιά έβαζε φουρνέλο.

Ο Γαβριάς ήταν ένας ανεμοστρόβιλος. Τον έβλεπαν ακατάπαυστα, τον άκουγαν παντού… Γέμιζε την ατμόσφαιρά γιατί ήταν ολούθε ταυτόχρονα… Μαζί του κανένα σταμάτημα στο πελώριο οδόφραγμα. Πείραζε τους αργόσχολους διαβάτες, υποκινούσε τους οκνηρούς, ζωντάνευε τους κουρασμένους, σκουντούσε τους διστακτικούς, σε άλλους προκαλούσε τη χαρά, σε άλλους την άμιλλα, σε άλλους την οργή, βάζοντάς τους όλους σε κίνηση. Τσιμπούσε έναν φοιτητή, δάγκανε έναν εργάτη, κορδωνόταν, σταματούσε, ξανάρχιζε, πετούσε πάνω από τη φασαρία και το μόχθο, μουρμούριζε, βομβούσε, δεν άφηνε σε ησυχία κανένα υποζύγιο. Αλογόμυγα της τεράστιας επαναστατικής Καρότσας.

Στα μικρά του μπράτσα βρισκόταν η αδιάκοπη κίνηση και στα μικρά του πνευμόνια η αδιάκοπη κραυγή:

gabr«Άντε γεια σας! Και άλλες πέτρες! Και άλλα βαρέλια! Και άλλα αποτέτοια!… Μια μυστριά λάσπη για να βουλώσω τούτη εδώ την τρύπα! Το οδόφραγμά σας είναι πολύ μικρό. Πρέπει να ψηλώσει. Βάλτε απ’ όλα, στερεώστε τα, έλα μπήξτε τα όλα. Χαλάστε το σπίτι. Το οδόφραγμα πρέπει να είναι σαν τον Κυρ Ψηλέα!»

Κι όταν οι μαχητές του οδοφράγματος ξέμειναν από μπαρούτι και βόλια ο μικρός Γαβριάς ξαμολήθηκε μέσα στα πτώματα των σκοτωμένων εθνοφρουρών για να μαζέψει, όσο μπορούσε περισσότερα στο καλάθι του, για να εφοδιάσει τους επαναστάτες. Αυτές τις συνταρακτικές στιγμές μεταφέρουμε εδώ, όταν οι εθνοφρουροί αρχίζουν να πυροβολούν προς το μέρος του σπουργίτι και μια σφαίρα κτυπά στο πτώμα ενός σκοτωμένου.

[….]

«- Πανάθεμά τους! έκανε ο Γαβριάς. Μου σκοτώνουν τώρα και τους …νεκρούς μου.

Μια δεύτερη σφαίρα άστραψε στο λιθόστρωτο, δίπλα του. Μια τρίτη έριξε κάτω το καλάθι του.

Ό Γαβριάς κοίταξε κι είδε πως αύτη προερχόταν απ’ τους προαστειακούς. Ανασηκώθηκε τότε ολόισιος, ολόρθος με τα μαλλιά του στον άνεμο, με τα χέρια του στη μέση, με το βλέμμα καρφωμένο στους εθνοφρουρούς που πυροβολούσαν, και τραγούδησε:

Η Ναντέρ είν’ άθλιο μέρος,gabr1

φταίει εκείνος ο Βολταίρος,

τούβλα είν’ στο Παλαισώ

φταίει εκείνος ο Ρουσσώ.

Έπειτα σήκωσε από χάμω το καλάθι του, έβαλε μέσα τα φυσέκια που είχαν πέσει, χωρίς να χάσει ούτ’ ένα και προχωρώντας προς το μέρος των πυροβολισμών έσκυψε ν’ απογυμνώσει μιαν άλλη μπαλάσκα. Εκεί παρά λίγο να τον πετύχει μια τέταρτη σφαίρα. Ο Γαβριάς τραγούδησε:

Αν δεν έγινα νοταίρος,

σ’ αυτό φταίει ο Βολταίρος

Είμ’ ένα στρουθί μικρό;

Γράψε λάθος του Ρουσσώ!

Μια πέμπτη σφαίρα δεν κατάφερε παρά να του βγάλει ένα τρίτο τετράστιχο:

Αν πετάξω ιδιαιτέρως,gabr2

φταίει εκείνος ο Βολταίρος.

Τους παράδες κι αν μισώ,

φταίει εκείνος ο Ρουσσώ.

Αυτό κράτησε έτσι κάμποση ώρα. Το θέαμα ήταν τρομερό και θελκτικό. Ο Γαβριάς, ενώ τον ντουφεκούσαν, κορόιδευε τις ντουφεκιές. Φαινόταν πώς τις έκανε πολύ γούστο. Ήταν το σπουργίτι πού τσιμπούσε τους κυνηγούς. Σε κάθε ομοβροντία απαντούσε με μια στροφή. Τον σκόπευαν αδιάκοπα κι όλο δεν τον πετύχαιναν. Οι εθνοφρουροί κι οι στρατιώτες γελούσαν καθώς τον μάτιαζαν. Πλάγιαζε χάμου, κι έπειτα ξανασηκωνόταν, κρυβόταν σε μια γωνιά πόρτας κι έπειτα ξεπηδούσε, ξαφνιάζοντας τους στρατιώτες, εξαφανιζόταν, ξαναπαρουσιαζόταν, έφευγε, ξαναγύριζε, απαντούσε στο ντουφεκίδι παίζοντας με το χέρι στη μύτη, και στο μεταξύ λαφυραγωγούσε φυσέκια, άδειαζε μπαλάσκες και γέμιζε το καλάθι του.

Οι ξεσηκωμένοι, με την ανάσα τους πιασμένη από την αγωνία, τον παρακολουθούσαν με τα μάτια. Όλο το οδόφραγμα χτυποκαρδούσε. Κι εκείνος τραγουδούσε. Δεν ήταν παιδί. Δεν ήταν άντρας. Ήταν ένα αλλόκοτο μαγεμένο χαμίνι. Θα τον έλεγε κανένας άτρωτο νάνο της μάχης. Οι σφαίρες έτρεχαν από κοντά του, μα αυτός ήταν πιο σβέλτος από κείνες. Έπαιζε κι εγώ δεν ξέρω τί φοβερό κρυφτούλι με το θάνατο. Κάθε φορά πού τον ζύγωνε ο κουτσοπόδαρος, αυτός του ‘βαζε τρικλοποδιά.

Ωστόσο, μια σφαίρα, ριγμένη πιο εύστοχα ή πιο ύπουλη από τις άλλες, κατάφερε να πετύχει το παιδί-πυγολαμπίδα. Είδαν τον Γαβριά να τρικλίζει, έπειτα έγειρε χάμω. Όλοι απ’ το οδόφραγμα έβγαλαν ένα ξεφωνητό. Αλλ’ αυτός ο πυγμαίος είχε μέσα του κάτι απ’ τον Ανταίο. Το ν’ αγγίζει ένα χαμίνι το λιθόστρωτο, είναι σα ν’ αγγίζει ένας γίγαντας τη γη. Ο Γαβριάς δεν έπεσε παρά για να ξανασηκωθεί. Έμεινε ανακαθισμένος, ενώ μια μακριά χαρthanatos-tou-Gavriaακιά αίματος αυλάκωνε το πρόσωπο του. Σήκωσε τα δύo του μπράτσα στον αέρα, κοίταξε προς το μέρος απ’ όπου τον είχαν πυροβολήσει κι άρχισε να τραγουδάει:

Χάμω αν στρώθηκα τα υστέρου,

λάθος είναι του Βολταίρου.

Λάσπη τώρα κι αν μασώ,

λάθος είναι του Ρου…

Άλλα δεν αποτέλειωσε. Μια δεύτερη σφαίρα του ίδιου σκοπευτή τον σταμάτησε μονομιάς. Αυτή τη φορά έπεσε με τα μούτρα στο λιθόστρωτο και δεν ξανασάλεψε πια. Αυτή η μεγάλη ψυχούλα είχε πετάξει πέρα».

Δημοσιεύθηκε στη ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ, φ. 57, Ιανουάριος 2007
Both comments and trackbacks are currently closed.