ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΙΚΗ ΚΑΙ ΦΥΛΑΚΕΣ

«…η δύναμη να μεταβάλεις τη συμπεριφορά του ατόμου με την αλλαγή του κοινωνικού του περιβάλλοντος, είναι μία γιγαντιαία δύναμη. Με την αντίστοιχη εξέταση των προβλημάτων της ηλικίας που αποκτά κανείς τη γνώση, με την εξέταση των προβλημάτων καθοδήγησης και με μία επαρκή κατανόηση των ιστορικών προοπτικών, μπορούμε να ελπίζουμε πως θα χρησιμοποιήσουμε τη δύναμη αυτή στην υπηρεσία της ανθρωπότητας…» (Bernard Kramer, βοηθός καθηγητή κοινωνικής ψυχολογίας στο Tufts University Medical School της Βοστώνης)

J.-Bentham-Σχεδιάγραμμα-του-ΠανοπτικούΌπως αναφέρθηκε και σε προηγούμενη δημοσίευση, οι έγκλειστοι στις φυλακές χρησιμοποιήθηκαν από το κράτος ως ένα συσσωρευμένο εργατικό δυναμικό οικονομικά ωφέλιμο. Για να έχει, μάλιστα, μεγαλύτερη αποδοτικότητα, η διαρρύθμιση του χώρου της φυλακής, με τρόπο πανομοιότυπο με τα εργοστάσια και τον στρατό, κρίθηκε αναγκαία.

Έτσι, έχουμε την αυστηρή κατάτμηση και οργάνωση του χρόνου. Και το παραμικρό δευτερόλεπτο πρέπει να χρησιμοποιηθεί. Μορφές πειθαρχίας, όπως εκείνες των σχολείων και των εργοστασίων εισάγονται και στις φυλακές. Κύριο μέλημα αυτή την περίοδο μπορεί να είναι η πάταξη της αργοσχολίας και της τεμπελιάς (σε βάρος της επίτευξης όσο το δυνατόν μεγαλύτερου ποσοστού κέρδους), αργότερα, όμως, θα συμβάλλει στην πειθαρχία και τον απόλυτο έλεγχο των εγκλείστων.

Μετά τον αυστηρό καταμερισμό του χρόνου ακολουθεί και ο αντίστοιχος του χώρου. Απόρροια της νέας αρχιτεκτονικής δομής των φυλακών είναι η απομόνωση, τα ατομικά κελιά και ο προαυλισμός ολιγάριθμων ομάδων μαζί. Όπως θα δούμε και παρακάτω, βάσει αυτής της χωροταξικής οργάνωσης είναι αδύνατη η ανεξέλεγκτη συγκέντρωση ατόμων, που θα μπορούσε, στην περίπτωση του εργοστασίου, να οδηγήσει στην κοπάνα από τη δουλειά ή την απεργία, και στην περίπτωση της φυλακής στην εξέγερση ή την στάση.

Παρατηρώντας τα σχέδια του αρχιτέκτονα Gabriel, για την ανέγερση μίας στρατιωτικής σχολής, μπορούμε να βρούμε πολλές ομοιότητες με την αρχιτεκτονική των φυλακών: «…η αναγκαιότητα των ικανοτήτων στο στρατό επιβάλλει την ανάγκη αξιωματικών με πολλά προσόντα. Η υγειονομική προσταγή απαιτεί την καλλιέργεια γεροδεμένων κορμιών. Η πολιτική προσταγή απαιτεί την εκπαίδευση πειθήνιων στρατιωτών. Και η ηθική προσταγή την αποτροπή της ασωτίας και της ομοφυλοφιλίας. Για να κατορθωθεί κάτι τέτοιο, επιβάλλεται ο χωρισμός των ατόμων με διαχωριστικούς τοίχους και η συνεχής παρακολούθησή τους από κάποιο άνοιγμα που θα βρίσκεται πάνω σ’ αυτούς. Το κτίριο της στρατιωτικής σχολής πρέπει από μόνο του να αποτελεί ένα σύστημα ελέγχου. Τα δωμάτια πρέπει να βρίσκονται κατά μήκος του διαδρόμου, όπως ακριβώς κι η διάταξη μίας σειράς από κελιά. Στην τραπεζαρία πρέπει να υπάρχει μία υπερυψωμένη εξέδρα, απ’ όπου θα γίνεται η παρακολούθηση των τραπεζιών κατά τη διάρκεια του φαγητού. Στα αποχωρητήρια πρέπει οι πόρτες ν’ αφήνουν τη μισή είσοδο ακάλυπτη, έτσι ώστε ο αρμόδιος για την εκεί επίβλεψη, να μπορεί να βλέπει το κεφάλι και τα πόδια των μαθητών. Οι ενδιάμεσοι όμως τοίχοι πρέπει να’ ναι αρκετά ψηλοί, για να μην μπορεί κανείς να κοιτάξει αριστερά ή δεξιά».

Λέξεις όπως «έλεγχος», «παρακολούθηση» χρησιμοποιούνται όλο και περισσότερο ως αναπόσπαστο κομμάτι των περιγραφών των λειτουργιών που πρέπει να καλύπτει η αρχιτεκτονική ενός «σωφρονιστικού ιδρύματος». Το σύστημα Πανοπτικόν, του Bentham, ήταν μία αρχιτεκτονική έκφραση όσων αναφέρθηκαν παραπάνω. Μπορεί να μην κληροδότησε ένα αντίστοιχο αρχιτεκτονικό υπόδειγμα κατασκευής φυλακών, κληροδότησε όμως έναν βασικό νομιμοποιητικό μύθο. Τον μύθο, την πεποίθηση, ότι οι ογκώδεις και επιβλητικές φυλακές, μέσω της αυστηρής πειθαρχίας, μπορούν να «αναμορφώσουν» το άτομο και να τον μεταβάλλουν σ’ έναν κοινωνικά προσαρμοσμένο πολίτη.

Με τον Πανοπτικόν έχουμε την τελειοποίηση της κυκλοειδούς αρχιτεκτονικής. Στην περιφέρεια του κύκλου βρίσκεται το κτίριο με τα κελιά, ενώ το κέντρο καταλαμβάνει ο πύργος ελέγχου, που μπορεί να επιβλέπει όλα τα τμήματα του κτιρίου. Κάθε άτομο που είναι κλεισμένο στο κελί του είναι ταυτόχρονα εκτεθειμένο και στο βλέμμα του φύλακα. Το κάθε κελί χωρίζεται από τα διπλανά του με τοίχους, έτσι ώστε ο φυλακισμένος να μην μπορεί να επικοινωνεί με τους γύρω του.

Με αυτή την αρχιτεκτονική δομή δημιουργείται στους φυλακισμένους το συναίσθημα ότι κάποιος τους παρακολουθεί συνεχώς, παρ’ όλο που αυτό μπορεί να συμβαίνει σποραδικά, λόγω του μεγάλου αριθμού των φυλακισμένων. Σε αυτό ακριβώς αποσκοπούσε το σύστημα του Bentham, να οδηγήσει τους έγκλειστους στην ψυχολογική ενσωμάτωση της συνεχούς επιτήρησης. Για να πετύχει να αποκρύψει την παρουσία ή την απουσία του παρατηρητή τοποθέτησε παντζούρια στα παράθυρα του πύργου ελέγχου και «επινόησε ένα σύστημα ενδιάμεσων τοίχων, που θα χώριζαν την αίθουσα ελέγχου σε πολλά μικρότερα τμήματα. Η σκέψη που τον οδήγησε σε αυτό ήταν, πως κι ο παραμικρός θόρυβος ή και το πιο χαμηλό φως που θα μπορούσε να περάσει μέσα από μία μισάνοικτη πόρτα, θα μπορούσε να προδώσει την παρουσία του παρατηρητή».

Ο Bentham παρουσίασε το πρώτο του σχέδιο το 1787. Η τελειοποίηση του συστήματος καταστολής ολοκληρώθηκε το 1791. Έκτοτε χρησιμοποιήθηκε και σε χώρους εκτός των φυλακών, «…σ’ όλα τα ιδρύματα εκείνα, όπου μέσα σ’ ένα μικρό χώρο, έπρεπε ένας ορισμένος αριθμός ατόμων να κρατηθεί υπό επιτήρηση».

Τις πρώτες δεκαετίες του 19ου αιώνα οι κοινωνικές συνθήκες μεταβάλλονται, παράλληλα με την αύξηση του ρυθμού βιομηχανοποίησης. «Αξίες», όπως αυτές της περιουσίας και της ιδιοκτησίας, παίρνουν πρωτεύοντα ρόλο στις ζωές των ανθρώπων. Παράλληλα έχουμε και μία επακόλουθη αύξηση της «εγκληματικότητας». Για παράδειγμα το 85% των «εγκλημάτων» στην Πρωσία το 1835 οφείλονταν στις διενέξεις γύρω από θέματα ιδιοκτησίας. Ο ποινικός κώδικας της εποχής αλλάζει και παράλληλα και το σύστημα «σωφρονισμού». Ο Mablu, ένας θεωρητικός εκείνης της εποχής πάνω σε ποινικά θέματα, διατυπώνει το νέο στόχο της ποινής: «…πρέπει να αποβλέπει, ας μου επιτραπεί η έκφραση, περισσότερο στην τιμωρία της ψυχής παρά στην τιμωρία του σώματος». Με βάση αυτή τη λογική, και τη συνεχή αύξηση της «παραβατικότητας», δημιουργούνται νέα μεγάλα συγκροτήματα φυλακών, ενώ αλλάζουν και οι συνθήκες εγκλεισμού.

Καταρχήν, «από την άτακτη συγκέντρωση των κρατούμενων μέσα σε συλλογικούς χώρους φυλάκισης, γεννήθηκε μία νέα ελεγχόμενη -μέσω των διαδρόμων παρακολούθησης- οργανωτική μονάδα: το ατομικό κελί». Το κελί αυτό «αποτελεί κατά κύριο λόγο την φυσική παρεμπόδιση κάθε μορφής επικοινωνίας και επαφής μεταξύ των φυλακισμένων. Αποκλείει, κι αυτός είναι ο σκοπός του, κάθε ανταλλαγή σκέψεων μεταξύ των ανυπότακτων ατόμων. Εξουδετερώνει και την παραμικρή ελπίδα εναντίωσης στην ποινή που έχει επιβληθεί».

Οι πρώτες φυλακές που χτίστηκαν με βάση τα ατομικά κελιά είναι οι φυλακές του Center το 1777. Ωστόσο, το μειονέκτημα ότι σε περίπτωση επέκτασης των φυλακών θα δημιουργούνταν υπέρμακροι διάδρομοι που θα ήταν δύσκολο να ελεγχθούν σωστά, οδήγησε στο σχεδιασμό φυλακών με διαφορετική αρχιτεκτονική. Οι ΗΠΑ είχαν τα πρωτεία σε αυτούς τους σχεδιασμούς. Το νέο σύστημα ονομάστηκε Pennsylvania. Στηριζόταν στην αρχή της συνεχούς και απόλυτης απομόνωσης μέσα σε ατομικά κελιά, όπου ο κρατούμενος έχει τη δυνατότητα να εργάζεται, να διαβάζει βιβλία ή να δέχεται την επίσκεψη των ιερέων ή των σωφρονιστικών υπαλλήλων, ενώ απαγορεύονται αυστηρά οι επισκέψεις των συγγενών. Κουκούλες ή μάσκες συγκαλύπτουν τα πρόσωπα των κρατουμένων όταν βρίσκονται σε χώρους κοινούς. Εάν δύο κρατούμενοι απολυθούν την ίδια μέρα, λαμβάνονται όλα τα μέτρα ώστε να μην συναντηθούν κατά την έξοδο από την φυλακή. Οι κρατούμενοι ορίζονται με αριθμούς εγγεγραμμένους στην πόρτα κάθε κελιού, ενώ απαγορεύεται η χρήση του ονόματός τους. Η απομόνωση, η περισυλλογή, η ανάγνωση θρησκευτικών βιβλίων οδηγούν τον φυλακισμένο στη «βελτίωσή» του, ενώ η εργασία τον κάνει παραγωγικό.

Οι ολέθριες συνέπειες αυτού του συστήματος φυλάκισης, με τα ψυχολογικά προβλήματα που δημιούργησε στους έγκλειστους, οδήγησε στην εφαρμογή ενός μεικτού ή ωβούρνειου συστήματος. Πλέον οδηγούνταν στην απομόνωση μόνο τη νύχτα, ενώ εργάζονταν όλοι μαζί συλλογικά, υπό καθεστώς, όμως, απόλυτης σιωπής.

Η αρχιτεκτονική του ωβούρνειου συστήματος ήταν η εξής: η εξωτερική πλευρά κάθε πτέρυγας αποτελούνταν από έναν τοίχο με παράθυρα. Ο τοίχος αυτός περιέκλειε τον εσωτερικό χώρο με τα κελιά, που ήταν διατεταγμένα σε ευθείες σειρές και που γίνονταν προσιτά μόνο μέσω της γαλαρίας. Τόσο ο φωτισμός όσο και ο εξαερισμός τους γινόταν από τα παράθυρα του εξωτερικού τοίχου. Τα κελιά ήταν μικρότερα από αυτά του συστήματος Pennsylvania, γιατί δε χρησίμευαν πλέον σαν χώροι εργασίας. Τα έξοδα, κατά συνέπεια, κατασκευής ήταν κι αυτά λιγότερα.

Το ωβούρνειο σύστημα, ωστόσο, είχε μία σειρά από μειονεκτήματα. Για παράδειγμα, η απομόνωση είχε σαφώς πιο κατασταλτικό χαρακτήρα απ’ ότι συνέβαινε με το σύστημα Pennsylvania. Έτσι, το τελευταίο υιοθετήθηκε, όχι γιατί αντιμετώπιζε… καλύτερα τους φυλακισμένους, αλλά γιατί ήταν πιο διακριτικό.

Η πρώτη φυλακή που χτίστηκε στην Ευρώπη σύμφωνα με αυτό το σύστημα ήταν οι φυλακές του Pentonville στο Λονδίνο (το 1842). Αποτελούνταν από τέσσερις τριώροφες πτέρυγες, με συνολικό αριθμό 520 κελιών διαταγμένων δεξιά και αριστερά του διαδρόμου. Η αρχιτεκτονική των φυλακών του Pentonville καθόρισε την αρχιτεκτονική των φυλακών που δημιουργήθηκαν στην Ευρώπη κατά το δεύτερο ήμισυ του 19ου αιώνα.

Με την ίδρυση της Γερμανικής Αυτοκρατορίας, το 1871, έγινε προσπάθεια τα διάφορα κρατίδια να καθορίσουν έναν κοινό τρόπο εκτέλεσης της ποινής. Κάτι τέτοιο κατέστη δυνατόν για μικρό χρονικό διάστημα, γιατί οι «λεπτομερειακές διατάξεις των “Αρχών” ήταν ικανές να νεκρώσουν όλες τις ζωντανές αναπτυξιακές τάσεις». Όμως και το σχέδιο Pentonville αποδείχθηκε με τη πάροδο του χρόνου, ανίκανο να «φιλοξενήσει» τον ολοένα και μεγαλύτερο αριθμό όσων κρίνονταν ότι έπρεπε να φυλακιστούν. Το σύστημα «τηλεγραφόξυλο» ήρθε να το αντικαταστήσει. Η αρχιτεκτονική του στηρίζονταν σε πτέρυγες με τα κελιά να διασχίζονται κάθετα από έναν διάδρομο σύνδεσης, ενώ οι κεντρικές εγκαταστάσεις μετατοπίζονται.

Ένα από τελευταία δείγματα κατασταλτικής αρχιτεκτονικής είναι αυτό που εμφανίστηκε για πρώτη φορά το 1922 και ονομάστηκε «φυλακές-ουρανοξύστες». Υπάρχει ένας κεντρικός διάδρομος δεξιά και αριστερά του οποίου υπάρχουν τα κελιά (που περικλείουν και τις τουαλέτες). Το ίδιο αρχιτεκτονικό σχήμα υπάρχει σε πολλούς ορόφους. Το ύψος αυτών των φυλακών θεωρείται το πιο σίγουρο μέτρο ασφαλείας, από αποδράσεις και εξεγέρσεις.

Β.

ΠΗΓΕΣ

«Φυλακές: ιστορική εξέλιξη κι ο ρόλος της αρχιτεκτονικής», Αυτόνομες εκδόσεις, Αθήνα, 1983 «Μυθολογίες βίας και καταστολής», Φ. Τσαλίκογλου, εκδόσεις Παπαζήση, Αθήνα, 1989.

Από την αναρχική εφημερίδα ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΕΛΕΥΘΕΡΊΑΣ, φ. 32, 15 Νοεμβρίου 2004
Both comments and trackbacks are currently closed.