ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ «ΛΑΘΟΣ», ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ «ΠΡΟΔΟΣΙΑ», ΕΙΝΑΙ ΑΠΛΑ Η ΑΡΙΣΤΕΡΑ ΣΤΗΝ ΕΞΟΥΣΙΑ…

«Όταν οι αμύντορες της παγκοσμιοποίησης του κεφαλαίου φωνάζουν εναντίον της ισχυρής κυβέρνησης, δεν είναι μόνον υποκριτές, αλλά και αγνώμονες. Πού θα βρισκόταν το κεφάλαιο, αν δεν είχε κατορθώσει να ελέγξει την ισχυρή κυβέρνηση και να την βάλει να δουλεύει για αιώνες αποκλειστικά για το δικό του συμφέρον; Και πού θα βρισκόταν σήμερα το αυτοκρατορικό κεφάλαιο, αν η ισχυρή κυβέρνηση δεν ήταν αρκετά ισχυρή, ώστε να έχει εξουσία ζωής και θανάτου επί όλου του πλανητικού πλήθους; Πού θα βρισκόταν το κεφάλαιο χωρίς μια ισχυρή κυβέρνηση, ικανή να κόβει χρήματα προκειμένου να παράγει την εξουσία και τον πλούτο του κεφαλαίου;» (Αυτοκρατορία, Michael Hardt – Antonio Negri)

1Έχει υποστηριχθεί με σθένος ότι η ευρύτερη περίοδος που διανύουμε, σε αντίθεση με τη λεγόμενη ψυχροπολεμική, χαρακτηρίζεται από την ολοένα αυξανόμενη τάση της συγκεκριμένης φάσης «παγκοσμιοποίησης» να επιβάλλει μια ενιαία κυρίαρχη κουλτούρα. Πολλοί, μάλιστα, υποστηρίζουν ότι δεν πρόκειται απλά για τάση, αλλά για το πεπρωμένο μιας αναπόδραστης ενοποιητικής διαδικασίας της κυριαρχίας, που σημαδεύεται ανεξίτηλα από την συνεχιζόμενη έκρηξη των νέων τεχνολογιών, την χρήση υπολογιστών, την ελαχιστοποίηση των μεγεθών, την ψηφιακή απεικόνιση, τις δορυφορικές επικοινωνίες, τις οπτικές ίνες και φυσικά το Διαδίκτυο.

Εάν εκείνο που χαρακτήριζε μια προηγούμενη φάση «παγκοσμιοποίησης» της περιόδου πριν από την Πρώτη Μεγάλη Ανθρωποσφαγή ήταν η μείωση του κόστους των μεταφορών, στην συγκεκριμένη μιλάμε όχι απλά για μια τεράστια μείωση του κόστους των επικοινωνιών, αλλά ακόμη και για την εξάλειψή του. Το Διαδίκτυο, επιτρέπει τόσο σε μια εταιρεία να διατηρεί συνδεδεμένες τις θυγατρικές της σε διαφορετικές χώρες σε πραγματικό χρόνο, όσο και σε επί μέρους άτομα να εμπορεύονται, όντας συνδεδεμένα, οποιαδήποτε υπηρεσία ή εμπόρευμα. Σύμφωνα με τον Economist ένα απλό τρίλεπτο τηλεφώνημα ανθρώπων που θα επικοινωνούσαν βρισκόμενοι στο Λονδίνο και την Ν. Υόρκη το 1930, στοίχιζε τριακόσια δολάρια με τιμές της προηγούμενης δεκαετίας.

Τα «τείχη», λοιπόν, του «ψυχρού πολέμου», η Διαίρεση, οι σφαίρες επιρροής, οι «Συνθήκες», το μοίρασμα του κόσμου από τους ισχυρούς έδωσαν την θέση τους, στο Παγκόσμιο Δίκτυο, την ενοποίηση, το γκρέμισμα των τειχών που «χώριζαν», την «Συμφωνία».

Οι γκουρού της «παγκοσμιοποίησης» έχουν σημαδέψει με «κόκκινο» εκτός από τον βαθμό και την ένταση με την οποία «ενώνεται σήμερα ο κόσμος» και ένα επίσης σημαντικό σημείο της «έκρηξης»: εκείνο της συνεχούς καινοτομίας, του «νέου» που κατασπαράσσει το «παλαιό», το «καινούργιο», που έχει την δυνατότητα να καταστρέφει με συντριπτικό και σαρωτικό τρόπο όσα έχουν προηγηθεί, όχι μόνο στο απώτερο ή απώτατο παρελθόν, αλλά στην προηγούμενη χρονική «στιγμή». Θα κάνουμε την αυτονόητη, αλλά μάλλον απαραίτητη, παρατήρηση, ότι η τάση για ιλιγγιώδη μετάβαση στο «μέλλον», η κυριαρχική πρόθεση και δυνατότητα (;) ταχύτατης καταστροφής του παρελθόντος, δεν αφορά αποκλειστικά το οικονομικό πεδίο, αλλά, με όχημα τις νέες τεχνολογίες, περικυκλώνει το σύνολο των σχέσεων των εξουσιαζόμενων ανθρώπων.

Ο οικονομικός αρθρογράφος του περιοδικού Slate Τζέιμς Σουροβιέτσκι πριν από αρκετά χρόνια περιέγραφε χωρίς περιστροφές την «τάση» αυτή:

2«Η καινοτομία αντικαθιστά την παράδοση. Το παρόν –ή ίσως το μέλλον– αντικαθιστά  το παρελθόν. Τίποτα δεν έχει μεγαλύτερη σημασία απ’ αυτό που θα ακολουθήσει, και αυτό που θα ακολουθήσει μπορεί να επέλθει μόνο αν ανατραπεί εκείνο που υπάρχει τώρα. Κι ενώ αυτό καθιστά το σύστημα ιδανικό χώρο για καινοτομίες, το καθιστά συνάμα και δύσκολο για διαβίωση, γιατί οι περισσότεροι άνθρωποι προτιμούν κάποιο βαθμό ασφάλειας για το μέλλον από μια ζωή σχεδόν συνεχούς αβεβαιότητας… Δεν είμαστε υποχρεωμένοι ν’ αναδημιουργούμε τις σχέσεις μας με όσους συνδεόμαστε στενά, σε μια διαρκή βάση».

Τίποτα δεν έχει μεγαλύτερη σημασία από το να συνεχίσουμε να θυμόμαστε και ειδικά τις παροτρύνσεις να πάψουμε να θυμόμαστε, να βουτηχτούμε στην λήθη, να αποδεχθούμε την πλήρη απαξίωση του παρελθόντος.

Στις 11 Οκτωβρίου 1998 η Merrill Lynch δημοσίευσε ολοσέλιδες διαφημίσεις σε μεγάλες αμερικανικές εφημερίδες:

«Ο ΚΟΣΜΟΣ ΕΙΝΑΙ 10 ΧΡΟΝΩΝ

Γεννήθηκε όταν έπεσε το Τείχος, το 1989. Δεν πρέπει να μας εκπλήσσει το γεγονός ότι η νεαρότερη οικονομία του κόσμου –η παγκόσμια οικονομία– αναζητεί ακόμη τον προσανατολισμό της. Οι πολύπλοκοι ελεγκτικοί και εξισορροπητικοί μηχανισμοί που σταθεροποιούν τις οικονομίες ενσωματώνονται μόνο με την παρέλευση του χρόνου. Πολλές αγορές απελευθερώθηκαν μόλις πρόσφατα, διοικούμενες για πρώτη φορά από το λαϊκό αίσθημα κι όχι από την κρατική γροθιά. Από την θέση που βρισκόμαστε, τίποτα δεν μειώνει την υπόσχεση που δόθηκε, πριν από μια δεκαετία, από την κατάρρευση ενός περιτοιχισμένου κόσμου… Η εξάπλωση των ελεύθερων αγορών και της δημοκρατίας σε όλο τον κόσμο επιτρέπει σε περισσότερους ανθρώπους, παντού, να μετατρέψουν τις εμπνεύσεις τους σε επιτεύγματα. Και η τεχνολογία, κατάλληλα ελεγχόμενη και φιλελεύθερα διανεμημένη, έχει την δύναμη να εξαλείψει όχι μόνο γεωγραφικά αλλά και ανθρώπινα σύνορα. Η εντύπωση που μας δίνει είναι ότι ο άνθρωπος, αν και δεκάχρονος, εξακολουθεί να προσφέρει μεγάλες υποσχέσεις. Στο μεταξύ, κανείς δεν ισχυρίστηκε ποτέ ότι είναι εύκολο να μεγαλώνεις».

Ο «θαυμαστός καινούργιος κόσμος», λοιπόν, προήλθε από την λεγόμενη κατάρρευση του ανατολικού μπλοκ, όπως ορίζει είτε το προπαγανδιστικό κουτόχορτο της κάθε Merrill Lynch είτε των απανταχού θιασωτών του (νέου) μαρξισμού που σκοπεύουν στην ενότητα του «ανταγωνιστικού κινήματος» ή όπως προσφάτως επιβάλλει η νέα κινηματική ορολογία, του «κόσμου του αγώνα»; Ή μήπως λόγου χάρη ο διεθνιστικός χαρακτήρας του μαρξισμού ήταν και παραμένει κινητήρια δύναμη μέσα στις κινητήριες δυνάμεις, που εμπλούτισαν και εμπλουτίζουν την ιδεολογία της κυριαρχίας;

Οι ομοιότητες στην ορολογία, πάντως, είναι εντυπωσιακές: ο νέος άνθρωπος, η ευτυχία και η απελευθέρωση που θα πηγάσουν από την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων, η εξάλειψη των συνόρων, αλλά και η υπόνοια της επιβολής μιας βαθιάς πειθαρχίας ή με άλλα λόγια πειθαναγκασμού, καθώς «δεν είναι εύκολο να μεγαλώνεις», είναι ενδεικτικές.

Ας θυμηθούμε, παρεπιπτόντως, τα λόγια ενός από τους πιο στενούς συνεργάτες του Μιχαήλ Γκορμπατσόφ, του Εβγκένι Αμπαρτσούμωφ, στα Νέα της Μόσχας εκείνην την περίοδο της «γέννησης του κόσμου»:

«Δεν πρόκειται για απλή βελτίωση του σοσιαλισμού, αλλά για ριζικό μετασχηματισμό του […] Η ουσία των αλλαγών στην οικονομία συνίσταται στην κατάργηση του κρατικού μονοπωλίου και στην υιοθέτηση του οικονομικού πλουραλισμού (συνεταιρισμοί, εκμίσθωση, μετοχικές εταιρίες, ξένες επενδύσεις, ιδιωτικές επιχειρήσεις) […] Η μετάβαση από το σύστημα κρατικής διανομής, που αποδείχθηκε η πεπερασμένη ισχύς του, στην οικονομία της αγοράς, είναι μακροχρόνια και σύνθετη […] Πρόκειται για μια διαδικασία μετάβασης από τον εξισωτισμό (sic!!!) στην ατομική πρωτοβουλία (…στα πλαίσια της οποίας) διαγράφεται ορατός ο κίνδυνος της αυξανόμενης ανεργίας, και της κοινωνικής διαφοροποίησης, με την εμφάνιση ομάδων με κατώτατο όριο διατροφής».

Τα κομμουνιστικά κόμματα, όμως, συμμετείχαν ποικιλοτρόπως στις ευρύτερες κυριαρχικές ανακατατάξεις πολύ πριν το «ορόσημο» της πτώσης των «τειχών» του 1989. Η περίπτωση της κυβερνητικής πρότασης του ΙΚΚ (Ιταλικό Κομμουνιστικό Κόμμα) στην δεκαετία του ’70 είναι άκρως ενδεικτική.

Ο Ε. Μπερλίνγκουερ, με κείμενα του το 1973 διακηρύσσει, ότι μια ένωση της Αριστεράς δεν μπορεί να κυβερνήσει με το 51% των ψήφων, αλλά χρειάζεται μια ευρύτατη πλειοψηφία που θα εξασφαλίζουν τα τρία τότε βασικά ρεύματα, το κομμουνιστικό, το σοσιαλιστικό και το καθολικό (ανάλογο της Χριστιανοδημοκρατίας).

Σύμφωνα με τον Δ. Μπελαντή:

3«Η στρατηγική αυτή, κατά τις εκτιμήσεις της ηγεσίας του ΙΚΚ, είναι η μόνη που οδηγεί προς την εξουσία. Το κόμμα, παρά τη μετριοπάθειά του,
παρά τη διαφοροποίησή του από την ΕΣΣΔ, παρά τη ρητή, τέλος, αναγνώριση της παραμονής στο ΝΑΤΟ το 1977, λογίζεται ως «αντίπαλος του Ψυχρού Πολέμου». Ουσιαστικά, το σύστημα λειτουργεί επί τη βάσει του μόνιμου αποκλεισμού του από τη διακυβέρνηση, από τη ‘‘συνωμοσία’’ των κομμάτων του νατοϊκού άξονα (την conventio ad escludendum) ώστε να μονοπωλούν την εξουσία. Άρα, η λύση είναι να νομιμοποιηθεί και να αποκτήσει κυβερνητικό, ή έστω οιονεί κυβερνητικό, ρόλο με τη συναίνεση της ΧΔ (Χριστιανοδημοκρατίας). Να απομακρύνει τον κίνδυνο της ‘‘νατοϊκής εκτροπής’’ και να εσωτερικευθεί διά παντός ως κόμμα εξουσίας. Η μορφή, τελικώς, που επιλέγεται είναι η στήριξη της κυβέρνησης Τζ. Αντρεότι με αποχή των κομμουνιστών στη Βουλή το 1976 και η διαμόρφωση του Κοινού Προγράμματος τον Ιούνιο του 1977. Το συγκυβερνητικό πείραμα διαρκεί από το 1976 ως το 1979, οπότε εγκαταλείπεται από το ΙΚΚ, αλλά και από την Χριστιανοδημοκρατία, η οποία αναζητά πια προνομιακή συμμαχία με το Σοσιαλιστικό Κόμμα του Μπετίνο Κράξι. Η διαμεσολάβηση του εργατικού κινήματος σε μια πολιτική ‘‘εθνικής ενότητας’’ σημαίνει και μια πολιτική αντιμετώπισης της κρίσης από κοινού με τα αστικά κόμματα. Αυτό σημαίνει ότι μετά από μια περίοδο πολύ αναβαθμισμένων εργατικών αιτημάτων και κατακτήσεων, η στήριξη του ΙΚΚ στη χριστιανοδημοκρατική κυβέρνηση συνεπάγεται και μια σειρά μέτρων λιτότητας και ανάσχεσης του εργατικού εισοδήματος με σκοπό την ενίσχυση της ‘‘εθνικής ανταγωνιστικότητας’’
».

Είναι προφανές στην συγκεκριμένη περίπτωση ότι δεν επρόκειτο, βέβαια για κανενός είδους παράδοξης θεωρίας «κομμουνιστικής λιτότητας» και «κομμουνιστικά υποκινούμενου εκσυγχρονισμού», αφού όπως υπογραμμίζεται το ΙΚΚ προπαγάνδιζε ότι η προοπτική του κόμματος δεν ήταν φυσικά η οικοδόμηση κανενός είδους σοσιαλισμού, αλλά η διάσωση της εθνικής οικονομίας, η «αποτροπή της άμεσης αναμέτρησης και σύγκρουσης κεφαλαίου εργασίας στο έδαφος της κρίσης», καθώς «η έξοδος από την κρίση» θα αποτελούσε την «αφετηρία μιας αναπτυξιακής προσπάθειας με κέρδη για την κοινωνία και προστασία των εργαζομένων».

Έτσι, όπως παρατηρεί ο Δ. Μπελαντής, η νομιμοποίηση της λιτότητας ήταν αποτέλεσμα μιας διακομματικής οικονομικής συμφωνίας για τον εξωτερικό δανεισμό της Ιταλίας και την υπαγωγή στους όρους του ΔΝΤ. Θα σημειώσουμε ακόμη την συμβολή του ΙΚΚ στην διαχείριση του ζητήματος της «δημόσιας ασφάλειας», καθώς οι κοινωνικές ταραχές οξύνονταν όπως και το ζήτημα της πολιτικής βίας, που αντιμετωπίστηκαν με έκτακτα μέτρα, φυλακές υψίστης ασφαλείας.

Αργότερα, μεταξύ 1989 και 1994, το ΙΚΚ μετεξελίσσεται ευθέως σε ευρωαριστερό κόμμα ύστερα και από την σχετική πρόταση του τότε ΓΓ του Κόμματος Ακίλε Οκέτο τον Νοέμβρη του 1989.

4Ακριβώς στην ίδια περίοδο, δηλαδή στα μέσα της δεκαετίας του ’70 και συγκεκριμένα στις 9-2-1975 στην Αυγή διακηρύσσονται μεταξύ άλλων τα εξής στα πλαίσια της έναρξης της μεταπολιτευτικής περιόδου:

«Ο σοσιαλισμός στη χώρα μας θα είναι μια εξουσία με πολυκομματικό σύστημα, καθεστώς ελεύθερης λειτουργίας όλων των κομμάτων που σέβονται την αρχή της λαϊκής κυριαρχίας, μαζί και της αντιπολίτευσης. Επίσης την αρχή της παραίτησης της κυβέρνησης, που δεν απολαμβάνει της εμπιστοσύνης της Βουλής και του λαού, αντικατάστασης της με βάση το σεβασμό της πλειοψηφίας του λαού. Αποβλέπουμε σε μια μακρόχρονη συνύπαρξη και αμοιβαίο έλεγχο όλων των κομμάτων […] Καθοριστικό γνώρισμα του είναι η ολόπλευρα ανεπτυγμένη δημοκρατία και η συμμετοχή του λαού στα κοινά. Και ακριβώς έτσι το καθεστώς αυτό θα είναι περισσότερο θωρακισμένο από κάθε προσπάθεια βίαιης ανατροπής του».

Ένα χρόνο αργότερα, το 1976, ο τότε γραμματέας της ΚΕ του «ΚΚΕ εσωτερικού» Μπάμπης Δρακόπουλος υποστήριξε σε συνέντευξη του στην Αυγή στις 10 Μαρτίου:

«Εμείς στο καταστατικό μας δεν περιλάβαμε τον όρο “δικτατορία του προλεταριάτου”. Και δεν τον περιλάβαμε, γιατί τον θεωρούμε ξεπερασμένο. Εκείνο πάντως που κάναμε ήδη ήταν να θεμελιώσουμε τον ελληνικό δρόμο προς έναν δημοκρατικό σοσιαλισμό που είναι αντίθετος σε κάθε δικτατορία.».

Ας δούμε, όμως, πως καταγράφονται ορισμένες από τις πιο πάνω «διαδικασίες» και στο θεωρητικό έντυπο του ΚΚΕ, την ΚΟΜΕΠ 2008 τεύχος 4, από τον Κ. Σκολαρίκο:

«Η εμμονή στην προάσπιση της αστικής δημοκρατίας συνεχίστηκε από το «ΚΚΕ Εσωτερικού» και μετά την πτώση της Χούντας. Το 1ο Συνέδριό του υιοθέτησε την πολιτική της Εθνικής Αντιδικτατορικής Δημοκρατικής Ενότητας (ΕΑΔΕ), η οποία αποτελούσε την ελληνική εκδοχή του «ιστορικού συμβιβασμού» και έθετε το δίλημμα φασισμός ή δημοκρατία, σε μια περίοδο μάλιστα κατά την οποία δεν υπήρχε στρατιωτική δικτατορία. Σε αυτή τη βάση το ‘‘ΚΚΕ Εσωτερικού’’ μιλούσε για την ανάγκη μιας συμμα­χίας που θα απλώνεται μέχρι την αντιχουντική πτέρυγα της Νέας Δημοκρατίας, προκειμένου η χώρα να μην εκτραπεί προς μια νέα φασιστική λύση. Με αυτόν τον τρόπο η αστική δημοκρατία μετατρεπόταν σε κολυμβήθρα του Σιλωάμ για την πολιτική του κεφαλαίου, η οποία εξαγνιζόταν μέσω του κοινοβουλίου. Η δε γενικότερη πολιτική αλλαγή δεν μπορούσε παρά να γίνει στο πλαίσιο μιας συναινετικής πολιτικής πειθούς και σταδιακών μεταρρυθμίσεων, την οποία δεν ευνοούσε η πολιτική των σκληρών διεκδικήσεων που πρόβαλλε το ΚΚΕ, μιας και όξυνε τα πάθη και μαζί με τη λογική της επαναστατικής ανατροπής ευνοούσε την προετοιμασία ενός νέου φασιστικού σεναρίου. Έκφραση αυτής της πολιτικής του υποτακτικού ρεαλισμού ήταν η στήριξη που προσέφερε το ‘‘ΚΚΕ Εσωτερικού’’ στην είσοδο της Ελλάδας στην ΕΟΚ και το ΝΑΤΟ».

Παρ’ όλα αυτά, όταν ήρθε η κρίσιμη ώρα τα «συντρόφια» αγκαλιάστηκαν και προχώρησαν και πάλι μαζί ώσπου να «ξαναχωρίσουν»:

«Λίγο πριν την άνοδο του ΠΑΣΟΚ στην κυβέρνηση και μετά από αυτήν, η αντιδικτατορική ενότητα μετατράπηκε σε γραμμή ενότητας των δημοκρατικών δυνάμεων (βλ. ΠΑΣΟΚ-ΚΚΕ-‘‘ΚΚΕ Εσωτερικού’’), που συνεχίστηκε ως το 1986, οπότε και στο 4ο Συνέδριό του το “ΚΚΕ Εσωτερικού” με οριακή πλειοψηφία (54%) αποφάσισε τη μετεξέλιξή του σε ένα καινούριο κόμμα, την ‘‘Ελληνική Αριστερά’’ (ΕΑΡ). Το ιδρυτικό συνέδριο της ΕΑΡ πραγματοποιήθηκε το 1987, ενώ το 1988 συντάχθηκε το κοινό πόρισμα ΚΚΕ-ΕΑΡ, βάσει του οποίου συγκροτήθηκε ο “Συνασπισμός της Αριστεράς και της Προόδου”. Στα πλαίσια του Συνασπισμού, κάτω και από την αρνητική επίδραση της νίκης της αντεπανάστασης στις σοσιαλιστικές χώρες και σε συνεργασία με τη νέα οπορτουνιστική ομάδα στελεχών του Κόμματος, ο πολιτικός απόγονος του “ΚΚΕ Εσωτερικού”πρωτοστάτησε στη νέα προσπάθεια διάλυσης του ΚΚΕ» (ό.π.).

Και έτσι ήρθε η συγκυβέρνηση με την Δεξιά, «ατιμάστηκε» και πάλι το «κόμμα του Λαού», μάλλον επειδή ξεγελάστηκε από τους πονηρούς οπορτουνιστές του ευρωκομμουνισμού και μάλλον λόγω πολιτικής απειρίας. Ε, δεν πειράζει τα πρώτα 100 χρόνια είναι δύσκολα και γεμάτα «λάθη». Ας είναι.

Δεν χρειάζεται πολύ κόπο για να συμπεράνει κάποιος, χωρίς κατ’ ανάγκην να είναι αναρχικός, ότι η θέση, η ιδεολογία, οι μηχανισμοί των κομμουνιστικών ή ευρύτερα αριστερών κομμάτων πάσης φύ­σεως και πάσης μεταλλάξεως ανήκαν ανέκαθεν στο κυριαρχικό στρατόπεδο. Επίσης, ιδιαίτερη σημασία έχει να γίνει κατανοητό ότι διέθεταν στις πιο κρίσιμες στιγμές την καύσιμη ύλη για να προχωρήσουν οι κυριαρχικοί σχεδιασμοί, να ξεμπλοκαριστούν από τα όποια προβλήματα, διαθέτοντας την ιδιαίτερη ικανότητα χειραγώγησης και καταστολής του κοινωνικού χώρου. Είτε τάσσονται ακόμη υπέρ της «ταξικής δικτατορίας του προλεταριάτου», της «αυθεντίας και πρωτοπορίας του κόμματος», της κομματικής πειθαρχίας και του άτεγκτου κομματικού συγκεντρωτισμού, είτε βάδισαν προς την σοσιαλδημοκρατία είναι οι ίδιοι που λάτρεψαν και λατρεύουν την εξύψωση των παραγωγικών δυνάμεων, είναι οι ίδιοι και απαράλλακτοι σταθεροί εχθροί της ελευθερίας, όσο και αν προσπαθούν να πείσουν για το αντίθετο.

Οι αναρχικοί παραμένουμε σταθερά πολέμιοι τους σε κάθε εποχή, σε κάθε τόπο. Γνωρίζουμε και δεν υποτιμούμε ότι η ανανέωση του ιδεολογικού οπλοστασίου της κυριαρχίας περνάει και μέσα από την σύγχυση και την διαστρέβλωση των ιδεών που αντιπαλεύουν κάθε μορφή εξουσίας. Ιστορικά η ανάληψη της διαχείρισης των κρατικών υποθέσεων από την αριστερά, εκτός των άλλων, όπως έχουμε αναφέρει, διεμβολίζει πολυσύνθετα τον κοινωνικό χώρο. Στα καθ’ ημάς ο προσανατολισμός της αντιεξουσιαστικής αριστεράς, στην άμεση ή έμμεση στήριξη της κυβερνώσας αριστεράς, δεν αποτελεί έκπληξη. Οι συνέπειες είναι και ορατές και μη αμελητέες. Αλλά όχι μη προβλέψιμες σε προηγούμενο χρόνο. Η αντιπαράθεση, λοιπόν, δεν μπορεί να αποτελεί μια όψιμη επιλογή κάποιων δήθεν διαφοροποιούμενων στην «κομμουνιστοποίηση του χώρου», όταν ακριβώς αυτή ήταν η κοινή τους επιλογή. Οι λογικές του ένοπλου κόμματος, ο συγχρωτισμός (μας έφαγαν οι ευγένειες…) με τις συγκροτημένες υποστάσεις της μαφίας μέσα και  έξω από τις φυλακές, όντας βαθύτατα εξουσιαστικές, όχι μόνο δεν οδηγούν σε διαφοροποίηση των φορέων τους από αυτούς που δήθεν καταγγέλλουν, αλλά συνιστούν την ύψιστη απόδειξη της ομογενοποίησής τους. Ταυτόχρονα, η εναλλακτική διέξοδος που προτείνεται ενίοτε και αφορά την οργανωτική «ανάσταση εκ νεκρών» που θα αποτελεί φάρμακο και λύτρωση, αποδεικνύεται άλλο τόσο κομμουνιστική στην έμπνευση και στην οργάνωση της σε βαθμό μάλλον αναμενόμενο των περιστάσεων.

Και όμως, είναι (ή μάλλον θα έπρεπε να είναι) η στιγμή που οι μάσκες (ξανα)πέφτουν για τους αριστερούς διαχειριστές των κρατικών υποθέσεων και μάλιστα με εκκωφαντικό τρόπο. Και όμως, οι δυνατότητες θα έπρεπε να φάνταζαν για όσους αυτοπροσδιορίζονται αναρχικοί ως τεράστιες. Θα το ξαναπούμε, η εποχή των βεβαιοτήτων έχει περάσει ανεπιστρεπτί. Σε ένα, κοινωνικό χώρο λεηλατημένο με κάθε τρόπο, αποσυντιθεμένο από μια διαδικασία που απ’ ότι φαίνεται, όχι μόνο δεν έχει τελειώσει, όχι μόνο δεν βρίσκεται στην μέση, αλλά μάλλον πρόκειται για το τέλος μιας επώδυνης αρχής. Ηττημένος δεν είναι μόνο όποιος δεν αγωνίζεται, αλλά και εκείνος που δεν αποφασίζει να μείνει πιστός στις απόψεις του, εφόσον τις θεωρεί απόψεις του….

Συσπείρωση Αναρχικών

Από την ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ, φ. 151. Ιούλιος-Αύγουστος 2015

 

Advertisements
Both comments and trackbacks are currently closed.