Μιλώ για την Ελλάδα και ιδρώνω…

idronoΔιαψεύδοντας όσους κακοπροαίρετους λέγανε πως η συγκυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ είναι έτοιμη, μετά την παράταση του δεύτερου μνημονίου στις 20 Φεβρουαρίου, να υπογράψει και τρίτο μνημόνιο, ο Τσίπρας ανακοίνωσε δημοψήφισμα, προκειμένου, όλοι μαζί, «να απαντήσουμε στο τελεσίγραφο (σσ. των δανειστών) με βάση την κυρίαρχη βούληση του ελληνικού λαού». Ταυτόχρονα, την κορυφαία αυτή στιγμή «αξιοπρέπειας και αντίστασης», δήλωνε πως θα αιτηθεί «από τους ηγέτες της ΕΕ και τους θεσμούς ολιγοήμερη παράταση του προγράμματος, προκειμένου ο ελληνικός λαός να αποφασίσει ελεύθερος από πιέσεις και εκβιασμούς» αν θα απορρίψει ή θα εγκρίνει το τελεσίγραφό τους…

Η παράταση δεν δόθηκε, και έτσι, με πρωτοβουλία των θεσμών-δανειστών, η περιλάλητη «έξοδος από τα μνημόνια» έγινε επιτέλους πραγματικότητα, έστω και για λίγες μέρες, αφού και ο Τσίπρας δηλώνει έτοιμος να κλείσει νέα συμφωνία (δηλ. τρίτο μνημόνιο) την επομένη του δημοψηφίσματος (…ίδωμεν). Μια μέρα μετά τη λήξη του προγράμματος και ερωτηθείς για το «ελληνικό ζήτημα», ο αρχι-κομισάριος Γιούνκερ, με αρκετή δόση σαρκασμού και ειρωνείας, κάθιδρος και …τρομοκρατημένος από τις εξελίξεις, σκούπισε το μέτωπό του, παραπονέθηκε για τη θερμοκρασία της αίθουσας όπου έδινε συνέντευξη και δήλωσε ότι δεν είναι η Ελλάδα το σημερινό του ζήτημα. Στο μεταξύ, απ’ ευθείας ανταποκρίσεις από μπακάλικα και super market έδειχναν ανθρώπους να γεμίζουν καρότσια με όσπρια και μακαρόνια, από το φόβο μήπως και εξαντληθούν (ή ίσως πάλι για να προλάβουν την αύξηση του ΦΠΑ που πρότεινε η κυβέρνηση…)

Έχουν περάσει πέντε μήνες από το σχηματισμό της κυβέρνησης των ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ. Στο διάστημα αυτό οι κυβερνώντες επιχείρησαν, και εν μέρει κατάφεραν, να αναδιαρθρώσουν τις διαδικασίες ελέγχου και αξιολόγησης της εφαρμογής του δεύτερου μνημονίου. Η μετονομασία της τρόικα σε «θεσμούς» δεν εξυπηρετούσε μόνο τους σκοπούς μιας φτηνής πολιτικής προπαγάνδας. Σηματοδοτούσε επίσης την προσπάθεια να μονταριστεί ξανά ο μηχανισμός διεθνούς εποπτείας που συνοδεύει τα μνημόνια, έτσι ώστε ο ΣΥΡΙΖΑ να ενσωματωθεί λειτουργικά σε αυτόν, ως χρήσιμο προσάρτημά του. Υπερασπιζόμενος την ψήφιση μιας νέας συμφωνίας, ο Παπαδημούλης, ευρωβουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ, δήλωνε ότι «βασική κόκκινη γραμμή αυτής της κυβέρνησης είναι η ακύρωση του σεναρίου της αριστερής παρένθεσης». Στην ίδια γραμμή, ο αναπληρωτής υπουργός Πανούσης ξεκαθάριζε πως «τελειώσαμε με αυτό, δεν υπάρχει ρήξη», ο ΣΥΡΙΖΑ «θα κριθεί στη διακυβέρνηση, όχι στη διαπραγμάτευση», ενώ ισχυριζόταν πως «όσοι διαφωνήσουν δεν έχουν πολιτικά χαρακτηριστικά να κάνουν ένα κόμμα και να αντιπολιτευτούν». Στη γραμμή αυτή, η υπογραφή μιας συμφωνίας εμφανιζόταν ως ο παράγοντας εκείνος που θα μπορούσε να προσδέσει τον ΣΥΡΙΖΑ στέρεα στο άρμα της κυβερνητικής εξουσίας.

Μεσολάβησαν ατελείωτα σούρτα-φέρτα στις Βρυξέλλες και ένας χαρτοπόλεμο ανακοινώσεων, διαρροών, διαψεύσεων και διορθωτικών δηλώσεων, που στόχο είχαν να οδηγήσουν σε παραλυσία και να ακυρωθεί οποιαδήποτε αντίδραση, πριν καν αυτή αρθρωθεί. Το σκεπτικό ήταν απλό: όσο ο χρόνος θα περνάει, παλιές εκκρεμότητες θα συσσωρεύονται και νέες θα δημιουργούνται. ‘Έτσι, όποιο και αν είναι το τελικό πρόγραμμα, αυτό θα φαντάζει ως το μόνο δυνατό σημείο όπου θα μπορεί να ισορροπήσει η κατάσταση. Παράλληλα, ο μηχανισμός των τεχνικών κλιμακίων ξαναπήρε μπρος. Τα δημοσιονομικά στοιχεία επικαιροποιήθηκαν, καταρτίστηκε μια δεύτερη «εργαλειοθήκη» με την εποπτεία του ΟΟΣΑ και συγκροτήθηκε η τεχνική υποδομή για τα νέα οικονομικά προγράμματα. Και ήρθε το πλήρωμα του χρόνου, και παρουσιάστηκε το διαβόητο πλέον 47σέλιδο των 8 δις, στο ποίο αργότερα ήρθαν να προστεθούν άλλες πέντε σελίδες μέτρα, και άλλες δύο …και πάει λέγοντας. Ναι μεν η διαδικασία των συζητήσεων στις Βρυξέλλες είχε κάπως τροποποιηθεί στα σημεία, για να χωράει τους νέους «διαπραγματευτές», το περιεχόμενο όμως παρέμεινε αναλλοίωτο. Στόχος εξ αρχής ήταν η ολοκλήρωση των συμφωνιών που συνόδευαν τις δανειακές συμβάσεις των προηγούμενων πέντε ετών, όπως ρητά αναγνωρίστηκε στις 20 Φλεβάρη.

Και από εκεί που οι πολιτικοί ανταγωνιστές του ΣΥΡΙΖΑ ψιθύριζαν ή σιωπούσαν, ξανασήκωσαν κεφάλι. Ορισμένοι μάλιστα, φανατικοί υποστηρικτές των δύο προηγούμενων προγραμμάτων, ξεσάλωσαν. Οι «έγκριτοι» δημοσιογράφοι του ΣΚΑΙ έφτασαν να υπολογίζουν ετήσιο κόστος 100-400 ευρώ για κάθε οικογένεια μόνο από την αύξηση του ΦΠΑ στα μακαρόνια… Εις εξ αυτών, ο Μπάμπης Παπαδημητρίου, δήλωνε: «Να ξαναστήσουμε άλλη μία κάλπη; Εγώ δεν έχω καμία αντίρρηση. Ας γυρίσει πίσω (σσ. ο Τσίπρας), ας πει ότι εγώ τέτοια συμφωνία δεν την υπογράφω, δεν μου έδωσε τέτοια εντολή ο λαός». Θα έπρεπε, βέβαια, να προσέχει τι εύχεται, μιας και οι ευχές του έμελλε να γίνουν πολύ σύντομα πραγματικότητα. Η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, με παραστάτη τη Χρυσή Αυγή, προκήρυξε δημοψήφισμα επικαλούμενη τα «κυριαρχικά» της δικαιώματα, απλά και μόνο για να τα ακυρώσει ακόμα και τυπικά, αφήνοντας να ενεργοποιηθούν οι σχετικές ρήτρες που αναφέρονταν τις προηγούμενες δανειακές συμβάσεις. Ρήτρες που παραπέμπουν κάθε ετεροδικία για το κρατικό χρέος στα δικαστήρια του Μεγάλου Δουκάτου του Λουξεμβούργου, και δίνουν τη δυνατότητα άμεσα να απαιτηθεί το σύνολο των δανείων και να αρχίσουν «κατασχέσεις εις χείρας τρίτων». Ρήτρες που υπερψήφισαν ΠΑΣΟΚ-ΛΑΟΣ, και ακολούθως συνομολόγησε η ΝΔ. Ο Μητρόπουλος, βουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ, δήλωσε σχετικά πως «τρέμει ως νομικός όταν αναλογίζεται τις πιθανές συνέπειες».

Ακόμα όμως και μετά την εξαγγελία του δημοψηφίσματος, οι ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ δε σταμάτησαν. Με επιστολή του προς την Επιτροπή της ΕΕ, την ΕΚΤ και το ΔΝΤ, στις 30 Ιουνίου, ο Τσίπρας αποδέχθηκε επίσημα τις προτάσεις που δημοσιοποίησε ο Γιούνκερ δύο μέρες πριν, ως βάση για μια νέα συμφωνία. Οι «βελτιωτικές» παρεμβάσεις της κυβέρνησης περιελάμβαναν, μεταξύ των άλλων, την κατάργηση του ΕΚΑΣ έως τα τέλη του 2019, την αύξηση της φορολογίας στους αγρότες έως τα τέλη του 2017 και την εφαρμογή της εργαλειοθήκης 1 και 2 του ΟΟΣΑ. Επίσης, την πλήρη εφαρμογή του νόμου Λοβέρδου (3863/2010) για το ασφαλιστικό, που οδηγεί σε αύξηση ορίων ηλικίας και μείωση συντάξεων (με τη βασική σύνταξη στα 360 ευρώ) ενώ η εφαρμογή της ρήτρας μηδενικού ελλείμματος έπαιρνε αναβολή για τον Οκτώβρη του 2015. Μόνο η μειωμένη φορολόγηση στα νησιά φαινόταν να παραμένει προς στιγμήν …και βλέπουμε για τη συνέχεια. Είναι βέβαια γνωστό πως ούτε αυτή η πρόταση έχει πλέον κάποια βάση, αφού το πρόγραμμα έληξε και όλα θα επανεξεταστούν πριν ένα νέο πρόγραμμα αρχίσει να εφαρμόζεται. Ήταν άραγε οι κωλυσιεργίες των δανειστών και της τωρινής κυβέρνησης που οδήγησαν σε αυτό το αποτέλεσμα; Αν κάτι τέτοιο αλήθευε, η προηγούμενη κυβέρνηση ΝΔ-ΠΑΣΟΚ είχε τη δυνατότητα να κλείσει τη συμφωνία ήδη από τον προηγούμενο Ιούλιο. Ακόμα περισσότερο, οι δανειστές δεν διαφοροποίησαν ουσιαστικά τη στάση τους προς τις ντόπιες κυβερνήσεις τα τελευταία πέντε χρόνια. Και ο Σαμαράς επεδίωκε ρύθμιση του κρατικού χρέους, για να φτάσει στην προεδρική εκλογή και να την κερδίσει. Τέτοια ρύθμιση δε δόθηκε ούτε στο Σαμαρά ούτε στον Τσίπρα στο πλαίσιο του δεύτερου μνημονίου, το οποίο τώρα πλέον έχει ξεπεραστεί. Η τελική αξιολόγησή του δεν ολοκληρώθηκε εδώ και ένα χρόνο, και τελικά απλώς παρακάμφθηκε, στην πορεία προς ένα τρίτο, πιο μακροπρόθεσμο διεθνές πρόγραμμα.

Δεν πρέπει κανείς να ξεχνά πως το ξεπάτωμα της κοινωνίας και η ρύθμιση της εσωτερικής της ζωής σε νέα βάση δεν αφορά την «μικρή πλην τίμια Ελλάδα». Πρόκειται για όρους οικονομικής και κοινωνικής επιβολής που εφαρμόστηκαν από τους Συντηρητικούς της Αγγλίας, τη δεκαετία του ’80, μέχρι τους Σοσιαλδημοκράτες της Γερμανίας, από τα τέλη του ’90. Ακόμα περισσότερο, μετά το 2010 διεθνή προγράμματα εφαρμόστηκαν σε Πορτογαλία, Ιρλανδία και Κύπρο. Κάθε φορά, η περίπτωση που αρχικά εμφανιζόταν ειδική και μεμονωμένη, γινόταν στη συνέχεια το παράδειγμα για την αποδοχή και εφαρμογή γενικών κανόνων, με ισχύ στο σύνολο σχεδόν της ΕΕ (και όχι μόνο της ευρωζώνης), όπως το Δημοσιονομικό Σύμφωνο (Fiscal Compact) και το Σύμφωνο Euro plus. Τελικά, οι επιμέρους συγκρούσεις και διαφωνίες συγκλίνουν σε ένα ενιαίο σύστημα εποπτείας, στα πλαίσια μιας πιο συντονισμένης οικονομικής και πολιτικής διακυβέρνησης.

Ο ΣΥΡΙΖΑ θέλησε να αναλάβει τα ηνία της κυβέρνησης, διασώζοντας παράλληλα την πολιτική του παράταξη. Έπρεπε να ακυρωθεί το σενάριο της αριστερής παρένθεσης. Η προτροπή αυτή ήταν και παραμένει η συγκολλητική ουσία που ενοποιεί το κόμμα, από τους «φιλο-ευρωπαϊστές» μέχρι την «αριστερή πλατφόρμα» του. Κάποιοι, εντός ή παραπλεύρως του κόμματος, ίσως ονειρεύονταν τη μεγάλη εξουσία που θα τους έδινε μία κοινωνική επανάσταση, η οποία θα είχε ηττηθεί από αυτούς τους ίδιους. Όμως ο ΣΥΡΙΖΑ και οι ΑΝΕΛ συγκρότησαν μια κυβέρνηση που σκοπό δεν είχε να αλλάξει τον τελικό προορισμό που οι προκάτοχοί της είχαν αποδεχθεί, αλλά το πολύ-πολύ να κάνει κάποιες μικροαλλαγές στο δρομολόγιο. Τελικά, ο ΣΥΡΙΖΑ συνειδητοποίησε πως αργά ή γρήγορα, από εκεί που κρατούσε τα χαλινάρια, θα βρισκόταν, δεμένος στο άρμα της κυβερνητικής εξουσίας, να σέρνεται πεσμένος στο χώμα. Θέση σίγουρα δυσάρεστη. Μπορεί να τα έχανε όλα, και για αυτό διακινδύνευσε τα πάντα.

IDRONO1Γύρω από το δημοψήφισμα στήθηκε μια σκληρή διαπραγμάτευση και ένας ωμός εκβιασμός. Διαπραγμάτευση για το ποιος από τους ντόπιους εξουσιαστές θα διαχειριστεί τη συνέχιση των διεθνών προγραμμάτων, με όρους «βιωσιμότητας» για τη δική του σταδιοδρομία· πράγμα σημαντικό άλλωστε και για την ίδια την υλοποίηση των προγραμμάτων. Έτσι, για παράδειγμα, στα πλαίσια αυτής της διαπραγμάτευσης, η τραπεζική αργία έχει διπλό αποτέλεσμα. Από τη μία, σέρνει τον κόσμο στα ΑΤΜ των «πάλαι ποτέ» μισητών τραπεζών, δημιουργώντας σε κάθε γειτονιά μια διάχυτη αναστάτωση, που στη συνέχεια κυκλοφορεί και αναπαράγεται μέσα από τα κανάλια της μαζικής επικοινωνίας. Από την άλλη, έδωσε τη δυνατότητα στην κυβέρνηση να συγκροτήσει Επιτροπή Έγκρισης Τραπεζικών Συναλλαγών, τοποθετώντας το διοικητικό μηχανισμό που (προς το παρόν) ελέγχει, σε ρόλο διαιτητή των οικονομικών κινήσεων, όπως είναι οι εισαγωγές και οι εξαγωγές.

Αν αυτή η διαπραγμάτευση αφορά τόσο το «εξωτερικό», όσο και το «εσωτερικό», ο εκβιασμός στρέφεται αποκλειστικά στο «εσωτερικό». Όποια μορφή και αν έχει η κυβέρνηση μετά το δημοψήφισμα, λάφυρό της θα είναι οι ζωές των ανθρώπων που βρίσκονται με την πλάτη στον τοίχο, και συχνά συντρίβονται. Στο δημοψήφισμα της Κυριακής δεν υπάρχει ούτε όχι στο ΟΧΙ, όπως λέει ο δήμαρχος Αθηναίων, ο Καμίνης, αλλά ούτε όχι στο ΝΑΙ. Υπάρχει ναι ή όχι σε ένα, εκ των πραγμάτων, άκυρο ερώτημα, και το όποιο αποτέλεσμα προκύψει θα είναι ανοιχτό σε όλες τις δυνατές ερμηνείες. Ερμηνείες που φυσικά δε θα δοθούν από τους ίδιους τους ψηφοφόρους. Το ίδιο το ερώτημα του δημοψηφίσματος δεν είναι μια «συμφωνία» που, τύποις έστω, προτείνει η κυβέρνηση. Οι δανειστές έθεσαν το ερώτημα, αυτοί θα κάνουν και την τελική ερμηνεία. Ακόμα και όσοι μιλάνε υπέρ μιας νομισματικής αλλαγής, παραδέχονται πως κάτι τέτοιο δεν μπορεί να γίνει, και ούτε θα γίνει, παρά μονάχα ύστερα από πρωτοβουλία και υποστήριξη των δανειστών, παλαιών ή νέων.

Το «κόλπο γκρόσο» του δημοψηφίσματος είναι θα δηλώσουν οι ψηφοφόροι είτε άμεσα υποταγή στους δανειστές και την διεθνοποιημένη εξουσία που εκπροσωπούν, είτε μέσω αντιπροσώπων. Αυτό το βλέπει κάθε ένας ανάγλυφα στις διαδηλώσεις των τελευταίων ημερών, φιλοευρωπαϊκές ή φιλοκυβερνητικές. Οι εξελίξεις αυτές ισοδυναμούν με το τραγικό ναυάγιο των κοινωνικών αντιστάσεων που προσπάθησαν να ορθώσουν αναχώματα στην καταστροφική επέλαση ντόπιων και ξένων εξουσιαστών. Ναυάγιο στο οποίο οδηγήθηκαν αναζητώντας πολιτική κάλυψη, που τελικά βρήκαν σε μια «αριστερο-δεξιά» κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, η οποία αναδύθηκε μέσα από το παρδαλό αντιμνημονιακό μέτωπο των τελευταίων πέντε χρόνων.

Τώρα, η εξουσία αποβάλλει τον μανδύα της. Και η ελπίδα που ζούσε στην σκιά της, είναι προορισμένη να καεί μέσα στη λάβρα μιας ερειπωμένης κοινωνίας. Λένε, ορισμένοι, πως οι μέρες που ζούμε είναι ιστορικές. Εμείς, ως αναρχικοί, αλλά και κάθε άνθρωπος που ονειρεύεται μια ζωή άξια να τη ζήσει, δεν έχουμε κανένα λόγο να συμμετέχουμε σε αυτή την ιστορία. Δεν έχουμε κανένα λόγο να συμμετέχουμε σε μια σκιαμαχία, που κάποιοι τη λογαριάζουν σαν πραγματική μάχη και η οποία είναι από τα πριν χαμένη. Είτε η μία, είτε η άλλη, η επομένη του δημοψηφίσματος θα είναι μια χειρότερη μέρα, μια μέρα στη σειρά τόσων άλλων που ξοδεύτηκαν και χάθηκαν. Πρέπει λοιπόν να προσπαθήσουμε «μέσα στην κόλαση των ζωντανών να αφήσουμε ένα άθικτο απόθεμα, να του δώσουμε χρόνο και χώρο να αναπτυχθεί». Και αν οι προσπάθειές μας τώρα δεν ευοδωθούν, δεν είναι ωστόσο μάταιες, δεν κλείνουν οι ορίζοντές μας.

Δημοσιεύθηκε από Κ.
Both comments and trackbacks are currently closed.