ΘΕΜΑΤΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΡΑΤΙΚΗ ΑΣΦΑΛΕΙΑ

anakrΤο κράτος για να μπορεί να επιβάλλεται στην κοινωνία, έχει ένα πολύ καλά δομημένο σύστημα μηχανισμών και υπηρεσιών, που ασχολούνται αποκλειστικά με την συγκέντρωση πληροφοριών, η σπουδαιότητα των οποίων εξασφαλίζει την απαραίτητη δράση του στρατού πόλεων, την ΕΛ.ΑΣ., που έχει μοναδικό στόχο τον έλεγχο, την δίωξη, την καταδίκη και τον εγκλεισμό χιλιάδων ανθρώπων στα κρατικά μπουντρούμια. Το στάδιο συλλογής πληροφοριών πραγματοποιείται από τα εντεταλμένα όργανα συλλογής (κοινώς μπάτσους), οι οποίοι ελέγχονται και καθοδηγούνται από την Υπηρεσία και εκμεταλλεύονται οποιαδήποτε πηγή πληροφόρησης.

Ουσιαστικά οι πληροφορίες είναι η στέρεη βάση πάνω στην οποία θεμελιώνεται η οποιαδήποτε δίωξη σε βάρος των ανθρώπων. Θα ήταν αδύνατον για τους ανώτερους αξιωματικούς να πάρουν «σωστές» αποφάσεις χωρίς την πληροφοριακή κάλυψη, που τους παρέχουν οι υπηρεσίες ασφαλείας, κάτι που θα είχε σοβαρές επιπτώσεις στην επιχειρησιακή δράση των μπάτσων. Πράγμα καταστροφικό για το κράτος, αφού δεν θα μπορούσε να προσδιορίζει πλέον τις προθέσεις και τις δυνατότητες των ανθρώπων, τους δικούς του στόχους «δολιοφθορών και ανατρεπτικής δράσης» (προβοκατόρικων πρακτικών) και την αντιμετώπιση ή την εξουδετέρωση της δράσης ξένων Υπηρεσιών Πληροφοριών.

Τα όργανα συλλογής, τα οποία υπόκεινται στο έλεγχο και την καθοδήγηση της Υπηρεσίας Πληροφοριών και είναι επιφορτισμένα να επεξεργάζονται οποιαδήποτε πηγή πληροφόρησης, χωρίζονται σε διάφορα τμήματα Ασφαλείας, τα οποία αποτελούν στην κυριολεξία τα «μάτια» της.

Οι πηγές πληροφόρησης είναι κατά κύριο λόγο πρόσωπα, αντικείμενα, έντυπα ή έγγραφα, ακόμα και μια φωτογραφία από τις οποίες εξάγονται πάσης φύσεως πληροφορίες, ανάλογα με τις περιστάσεις και καταλήγουν στα χέρια των μπάτσων. Υπάρχουν βέβαια και περιπτώσεις που κάποιες πληροφορίες είναι «κατευθυνόμενες», δηλαδή τα όργανα της υπηρεσίας διατάζονται να βρουν οπωσδήποτε πληροφορίες και στοιχεία συγκεκριμένων υποθέσεων, ώστε να διευκολυνθούν στο κλείσιμο τους. Οι μπάτσοι που συλλέγουν από πρώτο χέρι τις πληροφορίες (μετά από παρακολουθήσεις), θεωρούνται «ύστατες» πηγές, οι οποίες δεν δέχονται καμιά αμφισβήτηση, ενώ οι διάφοροι ρουφιάνοι θεωρούνται από την υπηρεσία ως υποπηγές.

Η Υπηρεσία Πληροφοριών αντλεί πλήρως όλες τις πληροφορίες που μπορεί να αποκτήσει από τον ημερήσιο και περιοδικό τύπο, καθώς επίσης από έντυπα και βιβλία. Σε αυτές τις «ανοικτές» πηγές πληροφοριών ανήκουν και όλα τα μέσα επικοινωνίας (ασύρματος, τηλέφωνο, τηλέτυπο, φαξ, Ιντερνέτ κτλ) καθώς επίσης και ανύποπτοι πολίτες που συχνάζουν σε καφενεία, καφετέριες, στέκια και πλατείες των οποίων οι συνομιλίες καταγράφονται από τους «διπλανούς» τους.

Ουσιαστικά γίνεται κατανοητό ότι, οι μέθοδοι που χρησιμοποιούν οι μπάτσοι δεν είναι πολύπλοκοι, αντιθέτως μια απλή ακρόαση ή παρατήρηση, μια φωτογράφηση και η συγκέντρωση των κυκλοφορούντων εντύπων, προσφέρουν μια εύκολη και πλούσια πληροφόρηση.

Εκτός από τους γνωστούς μας ασφαλίτες, πληροφορίες συλλέγουν οι διάφοροι πράκτορες των υπηρεσιών των υπουργείων και όλες οι διπλωματικές και προξενικές υπηρεσίες. Όλοι αυτοί δρουν παράνομα και συνωμοτικά (εννοείται κατά την διάρκεια συλλογής των πληροφοριών) ώστε να αποκαλύψουν μυστικές και αφανείς πηγές, σε αντίθεση με τις ανοικτές πηγές που αναφέραμε παραπάνω και οι οποίες γίνονται αντιληπτές από όλους μας.

Με το τέλος της πληροφοριακής δράσης σειρά έχει το ανακριτικό έργο, που έχει στόχο την σύλληψη και κατά επέκταση την καταδίκη των «υπόπτων».

Οι ανακρίσεις είναι οι ενεργούμενες εξετάσεις για την συγκέντρωση των αναγκαίων πληροφοριών ή των απαιτούμενων στοιχείων. Οι ανακρίσεις, γενικά «υπόπτων», αποσκοπούν στην εξασφάλιση εκείνων των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη σύλληψη και καταδίκη τους. Ο ανακριτής «καλεί» τον ύποπτο βάσει των πληροφοριών ή των ενδείξεων ότι προβαίνει σε «παράνομες ενέργειες». Δεν υπάρχουν συνήθως αποδεικτικά στοιχεία, γι’ αυτό το λόγο η «εξέταση» γίνεται με τρόπο μυστικό και αφανή, αφού τα στοιχεία που συνιστούν την παράβαση δεν είναι δυνατό να επισημανθούν εκ των προτέρων, γι’ αυτό και ο κάθε ανακριτής καταβάλει μεγάλη προσπάθεια για να τα προσδιορίσει από την γενόμενη ανάκριση. Σε πολλές περιπτώσεις δεν συμφέρει στους διώκτες να αποκαλύψουν τα στοιχεία ενοχής των «υπόπτων», αφού σοβαροί λόγοι επιβάλλουν την εξασφάλιση της μυστικότητας των πηγών τους.

Ο σκοπός μιας ανάκρισης, είναι να αποκαλυφθούν τυχόν συνεργάτες, άλλοι άνθρωποι που σχετίζονται με τον «ύποπτο», ώστε να εξουδετερωθούν, από την δράση όχι μόνο δύο ατόμων (ασφαλιτών) αλλά πολλών οργάνων της υπηρεσίας που είναι οργανωμένα και κατάλληλα κατευθυνόμενα από τους επιτελείς τους.

Ο ανακριτής (ο όρος περιλαμβάνει τον οποιοδήποτε ασκεί ανακριτικές πράξεις, από τον μπάτσο που πραγματοποιεί την «προσαγωγή» ή την σύλληψη μέχρι τον οποιοδήποτε προανακριτικό υπάλληλο που μεσολαβεί μέχρι την απαγγελία κατηγορίας ή την ενδεχόμενη αποδέσμευση του «εξεταζόμενου») γενικά, για να «πετύχει» το στόχο του θα κάνει τα πάντα για να προσδιορίσει σαν πρώτο βήμα το χαρακτήρα του εξεταζόμενου ώστε να μην χρησιμοποιήσει λανθασμένη τακτική. Καλό θα ήταν ο ανακρινόμενος να αποφύγει την οποιαδήποτε κουβέντα μαζί του, αφού το «γλυκό» πρόσωπό του και το ενδιαφέρον του είναι προσποιητά. Αν κάποιος μπει στη διαδικασία να μιλήσει μαζί του, λέγοντας έστω και επουσιώδη πράγματα, θα πρέπει να γνωρίζει ότι ο διώκτης του είναι εντεταλμένος να κάνει τα πάντα προκειμένου να μπει στα ουσιώδη, και θα κατευθύνει με κατάλληλο τρόπο τη συζήτηση στα σημεία που θέλει αυτός. Έτσι, ανάλογα του χαρακτήρα του «υπόπτου» και τις συνθήκες της ανάκρισης, το ύφος, ο τόνος της φωνής του, οι κινήσεις και η συμπεριφορά του θα είναι ανάλογες της τακτικής του, η οποία θα προσαρμόζεται ακόμα και με τις αδυναμίες του ανακρινόμενου!

Γενικά όσο πιο πολλά «μπλά-μπλά» λέει ο ύποπτος, τόσο πιο εύκολα πέφτει σε σφάλματα. Ο ανακριτής σε τέτοιες ιδιαίτερα περιπτώσεις για να πετύχει τον σκοπό του θα είναι άλλοτε τραχύς και απότομος και άλλοτε συμπαθής και ευγενικός. Από τη μια, δηλαδή, θα δείχνει ότι έχει αντικειμενική διάθεση και υπομονή να ακούσει τον ανακρινόμενο, προσαρμόζοντας πάντα την «κουβεντούλα» σε ένα πειθαρχημένο μοτίβο μιλώντας στο «πνευματικό επίπεδο» του ανακρινόμενου. Αλλά από την άλλη, τη στιγμή που αναλύει κάθε σημείο της ανάκρισης θα απαιτεί απαντήσεις στα ερωτήματα ΤΙ, ΠΟΙΟΣ, ΠΟΥ, ΠΟΤΕ και ΓΙΑΤΙ με τον τραχύ και απότομο ελιγμό του.

Η «επιστήμη της ανάκρισης» απαιτεί ανακριτές που αντιλαμβάνονται αμέσως την νοοτροπία του «υπόπτου» και εκτιμούν τις πιθανές απαντήσεις του. Ανακριτές που θα έχουν την πρωτοβουλία της συζήτησης, ώστε να δημιουργούνται οι συνθήκες εκείνες που αναδεικνύουν την οικειότητα και την εμπιστοσύνη (π.χ. ο ανακριτής δεν κρατάει σημειώσεις ώστε να μην θεωρηθεί από τον ανακρινόμενο ότι η «τυπική συζήτηση» είναι επίσημη κατάθεση, κάτι που δεν εμποδίζει βέβαια την αθέατη καταγραφή σε μαγνητόφωνα και κάμερες).

Βασικά, δύο είναι οι πιο διαδομένες μέθοδοι ανάκρισης, η θερμή εξέταση ή άμεση ενέργεια και η προετοιμασμένη εξέταση. Η πρώτη πραγματοποιείται αμέσως μετά την σύλληψη, αφού έχει προηγηθεί η διαπίστωση ενός γεγονότος. Στη δεύτερη περίπτωση έχει προηγηθεί συστηματική έρευνα και παρακολουθήσεις κατά τη διάρκεια των οποίων έχουν συγκεντρωθεί αρκετά ενοχοποιητικά στοιχεία με τα οποία μεθοδεύουν τη σύλληψη του «υπόπτου», εξασφαλίζοντας τον αιφνιδιασμό του.

Εκείνο που έχει ιδιαίτερη σημασία τόσο σ’ ό,τι αφορά την «προσαγωγή» όσο και την «σύλληψη» είναι μια σταθερή στάση που να τονίζει την ανταγωνιστική σχέση ανάμεσα στον «εξεταζόμενο» και τον «εξεταστή» και να μην επιτρέπει την «διάβρωση» του «εξεταζόμενου». Μια τέτοια στάση του σώματος που να μην επιτρέπει την «κινητική μετάφραση» και μια ασυμβίβαστη σταθερότητα και εγρήγορση της σκέψης, που να μην αφήνει περιθώρια για ψυχολογικές αναλύσεις στους φανερούς ή κρυμμένους γι’ αυτό το σκοπό, επιστήμονες και ειδικούς.

Εννοείται βέβαια, πως όσο βρίσκεται κανείς στα χέρια τους πρέπει να αποφεύγει να τρώει και να πίνει ο,τιδήποτε του προσφέρουν, για να μην βρεθεί στη δυσάρεστη θέση όπου δεν θα μπορεί να ελέγχει τις σκέψεις, τις πράξεις και τα λεγόμενά του.

Μπροστά στο δυνάμωμα της κρατικής επιβολής με τους ενιαίους ευρωπαϊκούς μηχανισμούς καταστολής (europol, eurojust και Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Πληροφοριών) και τον εκφοβισμό της κοινωνίας με νέες μεθόδους εγκλεισμού και ομηρίας, η καλύτερη στάση εξακολουθεί να είναι η μη συνδιαλλαγή με τους διωκτικούς μηχανισμούς, η αστείρευτη αλληλεγγύη και η συνεχής δράση.

Αναρχική Ομάδα Άρνηση

Από την ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ, φ.11, Φεβρουάριος 2003
Advertisements
Both comments and trackbacks are currently closed.