ΛΑΟΣ, ΣΤΡΑΤΟΣ ΣΤΗΝ ΕΞΟΥΣΙΑ ΚΑΙ ΤΑ ΜΥΑΛΑ ΣΤΑ ΚΑΓΚΕΛΑ

«Ποιο είναι το πράγμα το πιο δύσκολο;

Αυτό που σου φαίνεται πιο εύκολο:

Να βλέπεις με τα μάτια σου

Αυτό που βρίσκεται μπροστά στα μάτια σου».

Γκαίτε

doyloiΣτο έργο του για την κυριαρχία, ο Ζαν Μποντέν (Jean Bodin) καταλήγει σε έναν ορισμό: «κυρίαρχος είναι αυτός που δίνει και ακυρώνει το νόμο σε όλους γενικά και τον καθένα ξεχωριστά».

Σύμφωνα με τον συνταγματολόγο Α. Μανιτάκη, «η νομική θεώρηση της κυριαρχίας οδηγεί σε έναν ορισμό που σχετικοποιεί τη δύναμή της», αφού ως κυριαρχία νοείται «η ικανότης της κρατικής εξουσίας να μην περιορίζεται από κανόνες ειμή μόνον αφ’ εαυτής, δηλαδή μόνον εφόσον η ίδια το θέλει». Με άλλες λέξεις, «κυριαρχία είναι η αποκλειστικά αρμοδιότητα της πολιτείας να καθορίζει την αρμοδιότητά της, δηλαδή η “αρμοδιότητα αρμοδιότητας”. Κυρίαρχο δεν ορίζεται επομένως το κράτος που δεν υπακούει σε κανένα κανόνα, αλλά το κράτος που δεν υπόκειται σε κανόνες που έχουν τεθεί χωρίς τη συναίνεσή του· και τέτοιο είναι το κράτος το οποίο νομικά έχει τη δυνατότητα να περιορίζεται μόνον με τη δική του θέληση», (βλ. του ιδίου, Ελληνικό Συνταγματικό Δίκαιο).

Σύμφωνα με τον Μανιτάκη η λαϊκή κυριαρχία, ως μία από τις δύο ειδικές εκδοχές της κυριαρχίας, δηλώνει τη «δυνατότητα αυτοκυβέρνησης του λαού» και έχει ως αντίκρισμα, μεταξύ άλλων, «μια διαρκή, καθημερινή και ενεργό διαλογική επικοινωνία και αντιπαράθεση των πολιτών που απαρτίζουν το Δήμο».

Πολλοί νομικοί θεωρούν ότι η κυριαρχία παραμένει τόσο στο μεσαίωνα όσο και στη λεγόμενη νεωτερικότητα μία, ενιαία, αδιαίρετη και κυρίως απεριόριστη:

«Εκτός των άλλων, το τελευταίο αυτό χαρακτηριστικό της θεωρείται ότι θέτει –ιδιαίτερα– σε δοκιμασία ο σύγχρονος συνταγματισμός με την υπαγωγή του κυρίαρχου στην κανονιστική εμβέλεια του Συντάγματος ή για να το πούμε διαφορετικά με την υποκατάσταση του Συντάγματος στη θέση του κυρίαρχου. Ταυτόχρονα, ο συνταγματισμός επεξεργάζεται το ίδιο το υποκείμενο της κυριαρχίας και κατασκευάζει το πλάσμα του “κυρίαρχου λαού” ή “έθνους”. Χαρακτηριστικές είναι, όπως θα δούμε παρακάτω, οι αναλύσεις του Σιεγές και η γαλλική αναγωγή της κυριαρχίας σε μια αφηρημένη σύλληψη όπως το έθνος. Στη ρομαντική (γερμανική) παράδοση, το υποκείμενο της κυριαρχίας δεν είναι άλλο από το Κράτος, το οποίο αποτελεί την οντολογική προϋπόθεση της κανονιστικής ύπαρξης και δύναμης του λαού/έθνους. Με φιλοσοφική αφετηρία τον Χέγκελ (Hegel), η υπαγωγή του μονάρχη και του λαού στην οργανική σύλληψη του όλου που καλείται Κράτος, αυτής της αφηρημένης νομικής οντότητας που, όμως, έχει θεσμική διάσταση και νομική προσωπικότητα, εξουδετερώνει επίσης την προσωποπαγή εκδοχή της κυριαρχίας» (Γ. Καραβοκύρης: Κυριαρχία και ερμηνεία: Αναζητώντας τον κυρίαρχο λαό).

Σύμφωνα με τον Καραβοκύρη (ο οποίος σημειωτέον προτιμά τον «μνημονιακό λόγο» ως λόγο πολιτικό, στον οποίο ασκεί κριτική) σε σχετικό του δοκίμιο, το επιχείρημα ότι το Μνημόνιο συνιστά εκχώρηση της αρμοδιότητας χάραξης της οικονομικής πολιτικής της χώρας στην «τρόικα» έχει και δεν μπορεί παρά να έχει αποκλειστικώς εξω-νομικά ερείσματα. Διότι, όπως πιστεύει, αυτό που εκχωρήθηκε με το Μνημόνιο δεν ήταν η νομική πτυχή της κυριαρχίας, η οποία κατά Καραβοκύρη αντιστοιχεί στο «δικαίωμα της απόφασης ή της αρμοδιότητας». Αυτό που εκχωρήθηκε ήταν η κυριαρχία «ως καθαρή δύναμη, ως potestas με την πολιτική έννοια του όρου». Σύμφωνα, λοιπόν, μ’ αυτήν την άποψη αυτό που εκχωρήθηκε ήταν η «ιδέα του συνταγματολόγου περί κυριαρχίας», δηλαδή ο νομοθέτης, ως φερόμενος αντιπρόσωπος του ελληνικού λαού, ενώ δεν θα μπορούσε ποτέ να υιοθετήσει το Μνημόνιο, στην πραγματικότητα το έπραξε.

Αν πιστέψουμε την κυβερνητική προπαγάνδα που εκφέρεται φαινομενικά μεν ασύντακτα, αλλά συγκροτημένα δε προς την στόχευση, στο προσκήνιο βρίσκεται ο «λαός-γεγονός», μια πραγματική «υπέρ-δύναμη» σε κίνηση, ο «ενσαρκωμένος λαός», ο οποίος από τεχνητό πρόσωπο μεταμορφώνεται σε πραγματικό ον.

Ο λαός σαν ενότητα προβάλλεται διαρκώς ως η κινητήρια δύναμη των πραγμάτων από τη στιγμή που η κυβέρνηση εθνικής σωτηρίας ανέλαβε να συνεχίσει το έργο των προκατόχων της, που είχαν ήδη αναγορευτεί ως «εχθρός του λαού».

Η νέα κυβέρνηση συνεχίζει να ταυτίζεται με τον «λαό», καταφεύγει είτε ευθέως συνήθως είτε πλαγίως σε αυτή την ταύτιση αξιώνοντας είτε το αλάθητο είτε την πλήρη εξουδετέρωση οποιασδήποτε διαφωνίας ή απλής αμφισβήτησης.

«Για πρώτη φορά ο ελληνικός λαός ύστερα από αιώνες ολόκληρους χτίζει την εθνική του ανεξαρτησία και την εθνική του κυριαρχία», δήλωσε ο Μανώλης Γλέζος από το κεντρικό περίπτερο του ΣΥΡΙΖΑ στα Προπύλαια τον Ιούνιο του 2012.

«Ήταν οι λαοί που έφτιαξαν τους εαυτούς τους», δήλωσε ο νέος υπουργός παιδείας Α. Μπαλτάς με αφορμή τους εορτασμούς της 25ης Μαρτίου.

Με την ίδια αφορμή και σχετικά με τις προγραμματισμένες εκδηλώσεις στην πλατεία Συντάγματος, ο υπουργός Άμυνας υποστήριζε ότι «θα δείξουμε στους εταίρους, με τους χορούς και τις παραδοσιακές ενδυμασίες, ότι ο λαός είναι κυρίαρχος και ενωμένος», ενώ πρόσθετε: «ότι είμαστε μια χώρα που έχει επανακτήσει την εθνική της κυριαρχία.»

Ο εχθρός λοιπόν εντοπίζεται στο «εξωτερικό» και βέβαια στο «εσωτερικό».

«Η Πέμπτη φάλαγγα» κατά τον φιλοκυβερνητικό τύπο συναπαρτίζεται από τα «μνημονιακά» ΜΜΕ, τα μνημονιακά κόμματα δηλαδή τους «γερμανοτσολιάδες» του μνημονίου. Έτσι το «μαύρο μέτωπο εσωτερικού» και το «μαύρο μέτωπο εξωτερικού» βάλλουν κατά ριπάς ενάντια στην λαοπρόβλητη κυβέρνηση εθνικής σωτηρίας: «Η χειραγώγηση, ο επηρεασμός, η «καθοδήγηση» των ελληνικών κομμάτων είναι φανερό ότι αποτελούν στόχους μιας ευρύτερης στρατηγικής προκειμένου να γίνει αποδεκτό με όρους «συναίνεσης» το γερμανικό imperium, η σύγχρονη αυτή πολιτικοοικονομική δικτατορία» (Επίκαιρα, Η Πέμπτη Φάλαγγα του Β. Σόιμπλε, Γ. Δελαστίκ 18-3/25-3-2015) και ακόμα «Απειλούν την Ελλάδα οι γερμαναράδες» (Επίκαιρα, Γ. Δελαστίκ 5-2/11-2-2015).

Σημειωτέον ότι τα δημοσιεύματα αυτά προβάλλονται σαν τα πλέον πολιτικά «ευπρεπή» και μάλιστα κατακεραυνώνουν τον λαϊκισμό γερμανικών φυλλάδων του είδους της Bild.

Την ίδια στιγμή η κρατική προπαγάνδα ανάγει σε πατριωτικό καθήκον την πληρωμή φόρων, επαναφέρει τον θεσμό του αστυνομικού της γειτονιάς, απαραίτητο κλειδί κατά τον Πανούση της συμφιλίωσης πολίτη-αστυνομίας, προσκαλούνται πρόθυμοι φοιτητές, νοικοκυρές και τουρίστες να καλωδιώνονται για να ρουφιανεύουν όσους δεν κόβουν αποδείξεις, ενώ τέλος ο υπουργός αμύνης αποφαίνεται πανηγυρικά ότι «ο λαός είναι ο στρατός».

Ας επιστρέψουμε όμως για λίγο στις προγραμματικές δηλώσεις της κυβέρνησης σωτηρίας και συγκεκριμένα εκείνες του ιδίου του Τσίπρα που δήλωνε εκτός των άλλων ότι: «Ο ελληνικός λαός έδωσε ισχυρή και καθαρή εντολή για τον άμεσο τερματισμό της καταστροφικής λιτότητας. Για τον λόγο αυτό η νέα κυβέρνηση δεν δικαιούται να ζητήσει παράταση του λάθους και της καταστροφής. Δεν είναι δυνατόν να ζητηθεί η επέκταση ενός προγράμματος που αποδοκιμάστηκε πρόσφατα από τον ελληνικό λαό».

Πριν λαλήσουν τρεις κοκκόροι η παράταση ζητήθηκε και φυσικά δόθηκε. Τί υπέγραψε η κυβέρνηση εθνικής σωτηρίας; «Οι ελληνικές αρχές επαναβεβαιώνουν την κατηγορηματική δέσμευσή τους να τηρούν τις οικονομικές υποχρεώσεις τους προς όλους τους πιστωτές τους στο ακέραιο και εγκαίρως».

Η επέκταση φυσικά της δεύτερης δανειακής σύμβασης σημαίνει και παράταση του μνημονίου αφού αυτό απλά προβλέπεται από την ίδια την δανειακή σύμβαση, η παράταση της οποίας ζητήθηκε από την κυβέρνηση σωτηρίας. Συγκεκριμένα το άρθρο 7 του Προοιμίου της τροποποιημένης κύριας σύμβασης χρηματοδοτικής διευκόλυνσης ορίζει με ξεκάθαρο τρόπο: «Η διαθεσιμότητα και η παροχή χρηματοδοτικής ενίσχυσης στο πλαίσιο της παρούσας σύμβασης […] εξαρτώνται από την συμμόρφωση του δικαιούχου κράτους μέλους με τα μέτρα που ορίζονται στο Μνημόνιο».

Έτσι, λοιπόν, η Σύμβαση που υπογράφτηκε δια του Υπουργού Οικονομικών είναι η 3η Τροποποίηση της Κύριας Σύμβασης Χρηματοδοτικής Διευκόλυνσης, αφού έχουν προηγηθεί εκείνη της 2ης Δεκεμβρίου 2012, προκειμένου να περιληφθεί και η θετική Ευρωπαϊκή απόφαση για την ενίσχυση της βιωσιμότητας του Ελληνικού δημοσίου χρέους και εκείνη της 19ης Δεκεμβρίου 2014, όταν ζητήθηκε η επέκταση της Σύμβασης για τους δύο πρώτους μήνες του 2015.

Όσο για το περιεχόμενο των λεγόμενων επικαιροποιήσεων των Συμβάσεων είναι το ίδιο, ενώ σημειωτέον αμφότερες διέπονται από το αγγλικό δίκαιο ενώ επίσης αναφέρουν ρητά ότι η Ελλάδα παραιτείται, αμετάκλητα και άνευ όρων, από οποιαδήποτε ασυλία της οποίας είναι ή ενδέχεται να καταστεί δικαιούχος, όσον αφορά στην ίδια ή τα περιουσιακά της στοιχεία.

Η εξαπάτηση, όπως σημειώνουμε και στο προηγούμενο φύλλο της Διαδρομής Ελευθερίας, είναι άνευ προηγουμένου ακριβώς γιατί έχει τα συγκεκριμένα χαρακτηριστικά. Μέσα σε μια κατάσταση αποσύνθεσης στο οικονομικό πεδίο, για την οποία ευθύνονται οι «εχθροί του λαού», η κυβέρνηση εθνικής σωτηρίας μπορεί να επικαλείται το μεγαλύτερο ψεύδος ακριβώς μπροστά στα μάτια όλων βαπτίζοντάς το «δημιουργική ασάφεια», ενώ βουλευτές του Συριζα να υποστηρίζουν ότι 8 στους 10 έλληνες στηρίζουν την κυβέρνηση και οι υπόλοιποι 2 είναι αριστεροί!!! Σ’ αυτή την κατεύθυνση ο λαοπρόβλητος ηγέτης Τσίπρας ήδη έχει μπει στην αποστειρωμένη εξουσιαστική γυάλα και φαντάζει απρόσβλητος από τα πάντα σε αντίθεση με την τεχνητή έκθεση του αρλεκίνου υπουργού οικονομικών που παριστάνει το σάκο του μποξ στον επικοινωνιακό μαραθώνιο που έχει συμφωνηθεί με τους «εχθρούς» του εξωτερικού «μετώπου» να προηγηθεί της παρουσίασης της συμφωνίας, που ήδη έχει γίνει.

Η θεατρική παράσταση που έχει στηθεί, για να γίνει πειστική πρέπει να παράγει αγωνία, φόβο, ανησυχία μέχρι το τέλος, η μάχη μέχρι εσχάτων για την «εθνική υπερηφάνεια» και την «λαϊκή κυριαρχία» που ανακτήθηκε πρέπει να έχει θεατές και ακροατές που θα συμπάσχουν λόγω της «οργανικής ενότητας» λαού και κυβέρνησης. Οι λέξεις βομβαρδίζουν την λογική ανελέητα. «Ο χρόνος τελειώνει», «τα ταμεία στραγγίζουν», «οι συντάξεις κινδυνεύουν», η «πτώχευση» δεδομένη ούτως ή άλλως καραδοκεί σαν το βρυκόλακα που ζητάει και άλλο αίμα για ζήσει αιώνια.

Και οι διεκδικήσεις επιτρέπονται;

Φυσικά, εφ’ όσον εντάσσονται στην επιθυμητή πίεση για την υλοποίηση των προεκλογικών εξαγγελιών, εφ’ όσον πρόκειται για αιτήματα «σηκωμένα» απ’ ευθείας από τις προγραμματικές δηλώσεις του Συριζα, εφ’ όσον διέπονται από την απαίτηση να αναλάβει το κόμμα το διαμεσολαβητικό ρόλο ανάμεσα στις κοινωνικές αντιδράσεις και την κυβέρνηση. Διεκδικήσεις που προβάλλονται με τον μανδύα της πολιτικής αντιδικίας από την οποία οφείλει να προκύψει κοινός προσανατολισμός των διαπραγματευόμενων μερών σε μια γόνιμη κατεύθυνση.

Γιατί μην ξεχνιόμαστε.

Τα κινήματα οφείλουν να πιέζουν την κυβέρνηση της αριστεράς να υλοποιεί τις δεσμεύσεις και μάλιστα όταν είναι πειστική η διάγνωση του προβλήματος της ανετοιμότητας τού κόμματος να προσαρμοστεί στον νέο του ρόλο.

Ώπα η αριστερά, ώπα και τα κινήματα…

Συσπείρωση Αναρχικών

Από την ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ, φ. 148, Απρίλιος 2015
Advertisements
Both comments and trackbacks are currently closed.