Αμφίπολη: Αρχαιολογία και Εξουσία

amfipolis-1Όταν τον περασμένο Αύγουστο πληροφορηθήκαμε την επίσκεψη του πρωθυπουργού στον αρχαιολογικό χώρο της Αμφίπολης, φάνηκε μια διαφορετική προσέγγιση της διαχειριστικής εξουσίας πάνω σε ζητήματα που άπτονται της αρχαιολογίας. Και αυτό, διότι στον ελλαδικό χώρο μέχρι σήμερα, οι ανασκαφές δεν είχαν αρκετή δημοσιότητα με πρωτοσέλιδα, καθημερινές αναφορές στις εφημερίδες, στους ιστοτόπους και στα τηλεοπτικά δελτία ειδήσεων. Με το πέρας των ανασκαφών ξεκινούσε το «εθνικό αφήγημα» και το «μεγαλειώδες των ελλήνων». Στην παρούσα ανασκαφή ταιριάζει, πιστεύουμε, η παροιμία «ακόμη δεν τον είδαμε, Γιάννη (Αλέκο!) τον εβγάλαμε». Δεν εννοούμε ασφαλώς ότι σε προγενέστερες ανασκαφές δεν υπήρξε δημοσιότητα, αλλά ότι στην παρούσα η ένταση της δημοσιότητας και η επίσκεψη του πρωθυπουργού σηματοδοτεί την έναρξη μιας διαφορετικής επικοινωνιακής διαχείρισης τέτοιων γεγονότων. Διότι, ακόμα και στην Ελλάδα, όπου η αρχαιολογία είναι μια κατεξοχήν εθνική επιστήμη, συμβάλλοντας καθοριστικά στη συγκρότηση του εθνικού φαντασιακού, κάτι τέτοιο είναι σχετικά σπάνιο. Και είναι μια εμφανέστατη επιλογή της εξουσίας ώστε να προσθέτει με κάθε τρόπο κεφάλαια ανύψωσης του «εθνικού ιδεώδους», αφού στην Αμφίπολη οι ανασκαφές και τα ευρήματα δεν είναι πρόσφατα, αλλά χρονολογούνται μερικές δεκαετίες πριν. Όπως μας πληροφορεί η κόρη του καθηγητή Λαζαρίδη, σε επιστολή της που δημοσιεύθηκε στον τύπο, από τη δεκαετία του ’50 πραγματοποιούσε ανασκαφές στην Αμφίπολη, οι οποίες συνεχίστηκαν και τις επόμενες δεκαετίες με σημαντικά ευρήματα. Προφανώς, το όψιμο ενδιαφέρον της πολιτικής εξουσίας για την ανασκαφή δεν έχει να κάνει μόνο με την ανακάλυψη νέων ευρημάτων, αλλά και με την εκμετάλλευση της παρούσας ανασκαφής ποικιλοτρόπως: Εμπορικά, τουριστικά, εθνο-ανυψωτικά… Φυσικά, κολαούζοι στο εθνικό αφήγημα αρκετοί και μη εξαιρετέοι. Από τη μια, ο Σαράντoς Καργάκος δηλώνει πεπεισμένος ότι ο τάφος της Αμφίπολης φιλοξενεί τον Μέγα Αλέξανδρο, ενώ ο Άνθιμος, μητροπολίτης Θεσσαλονίκης, δεν ενδιαφέρεται για τα πρόσωπα, αφού «όποιος κι αν είναι θαμμένος στην Αμφίπολη, είναι Έλληνας», προφανώς η μάχη της Χαιρώνειας δεν έγινε μεταξύ μακεδόνων και ελλήνων!

Η ελλάδα, όπως και πολλές άλλες χώρες της Μεσογείου, διαθέτει τα ιστορικά εκείνα σημεία που φανερώνουν την παρουσία ανθρώπων πριν από χιλιάδες χρόνια. Έτσι η ιταλία, η τουρκία, η κύπρος, η αίγυπτος κ.ά. χρησιμοποιούν τα μνημεία αυτά κυρίως για τουριστικούς και εθνικούς λόγους. Φαινόμενα που σχετίζονται, αφ’ ενός, με τις πολιτικές διαστάσεις της Αρχαιολογίας και, αφ’ ετέρου, με βαθιά εδραιωμένες αντιλήψεις για το παρελθόν, τους «προγόνους», τη γη και το έδαφος. Στην ελλάδα οι ανακαλύψεις-εξερευνήσεις μνημείων που έρχονται από τους προϊστορικούς έως τους ρωμαϊκούς χρόνους έχουν έναν κοινό παρανομαστή, την εθνική αφήγηση. Έτσι, βλέπουμε όλα τα μνημεία να εμφανίζονται ή να αιωρούνται ως έργο των μεγάλων και τρανών ελλήνων και ας είναι ακόμη και ενετικής προέλευσης. Η ελληνική αρχαιολατρεία διαρθρώθηκε ως ένας μηχανισμός κατασκευής της εθνικής ταυτότητας και στην περίπτωση της Μακεδονίας (Βεργίνα και Αμφίπολη) παίζει εξ ίσου σημαντικό ρόλο λόγω του θέματος του «μακεδονικού», το οποίο στις αρχές της δεκαετίας του ’90 αποτέλεσε την κορωνίδα της εθνικιστικής έξαρσης στον ελλαδικό χώρο και την ευκαιρία για επανεμφάνιση ακροδεξιών και νεοναζί. Βασικός συντελεστής του σήριαλ «μακεδονικό» ήταν ο τότε υπουργός εξωτερικών της ελλάδας Α. Σαμαράς, που μετά από 20 χρόνια (και βάλε) υποδύθηκε τον αρχαιολόγο στην ανασκαφή της Αμφίπολης. Το 1977, ήταν η Βεργίνα που βρέθηκε στο επίκεντρο της δημοσιότητας για να εμπεδωθεί και να διατρανωθεί η «ελληνικότητα» της Μακεδονίας με τον Φίλιππο Β΄. Όμως αρκετοί αρχαιολόγοι και ιστορικοί έχουν αμφισβητήσει τόσο τον τάφο του Φιλίππου Β΄ στην Βεργίνα όσο και το ότι δεν συσχετίζουν την μακεδονική πρωτεύουσα Αιγές με τη σημερινή Βεργίνα. Οι αμφισβητήσεις αυτές δεν τυγχάνουν προβολής, αφού το εθνικό συμφέρον επιτάσσει την ελληνικότητα των ευρημάτων. Όταν στην περίπτωση της Αμφίπολης εκφράστηκαν οι πρώτες αμφισβητήσεις για το εύρος και το μέγεθος της αξίας των ευρημάτων και την πιθανότητα ο τάφος να είναι ρωμαϊκός, ήρθε η επίσημη καταγγελία της προϊσταμένης των ανασκαφών, Κατερίνας Περιστέρη, πως αυτοί οι επιστήμονες «εξυπηρετούν άλλα συμφέροντα». Αποδεχόμενη έτσι εμμέσως τα «δικά της συμφέροντα»… Την γραμμή αυτή ασφαλώς υιοθέτησαν και πολλά ειδησεογραφικά sites και μπλογκ, τα οποία με αρκετό «κιτρινισμό» προσπαθούσαν να δημιουργήσουν και να εξυψώσουν το συλλογικό εθνικό φαντασιακό και την τουριστική δουλικότητα των ελλήνων υπηκόων.

amfipolis-2Οι σχέσεις εξουσιαστών και αρχαιολογίας δεν είναι ούτε πρωτόγνωρες, ούτε ασήμαντες. Ορισμένοι ίσως έχουν δει τη φωτογραφία του Μουσολίνι με έναν κασμά στο χέρι στη στέγη ενός σπιτιού στη Ρώμη το 1932, στα πλαίσια των έργων ανάδειξης της αρχαίας Ρώμης. Είναι η οπτική εκείνη της εξουσίας που δεν αρκείται μονάχα να κόβει την κορδέλα των εγκαινίων μέσω των αντιπροσώπων της, αλλά να εμφανίζεται ως η ίδια ενεργούσα και δρούσα από το στάδιο των εργασιών. Ο εναγκαλισμός μιας εν εξελίξει ανασκαφής από τον ίδιο τον πρωθυπουργό είναι ασφαλώς καινοφανής, όπως και ο επικοινωνιακός θόρυβος που ξέσπασε. Ανεξάρτητα από τα ευρήματα και τα τελικά αποτελέσματα της ανασκαφής, η περίπτωση της Αμφίπολης συγκροτεί ένα νέο μοντέλο ανασκαφικής έρευνας και διαχείρισης μνημείων. Όπου οι προκαταρκτικές εργασίες και τα πιθανά ενδεχόμενα γίνονται θέσφατα, «ενώ η «αξία» του ευρήματος καθορίζεται από τη δυνατότητά του να συνδεθεί με μια αφήγηση ένδοξου εθνικού παρελθόντος, επώνυμων προσώπων ή εντυπωσιακού πλούτου», ενώ και οι χρόνοι ανασκαφικής έρευνας προσαρμόζονται στην εξυπηρέτηση συγκυριακών επιδιώξεων της εξουσίας.

Όπως θα δούμε και παρακάτω, αυτή η προνομιακή σχέση της εξουσίας με την αρχαιότητα συνδέεται ποικιλοτρόπως. Πέρα από την συλλογική προγονολατρεία –που συχνά πυκνά είτε αντιφάσκει, είτε βρίσκεται σε αμηχανία, όταν για παράδειγμα πάνω σε αρχαία κλασσικά μνημεία έχουν χτιστεί χριστιανικές βυζαντινές εκκλησίες– την προσωπική προβολή προσώπων εξουσίας (π.χ. Σαμαράς σε Αμφίπολη), την ένδειξη φυλετικής υπεροχής («όταν εμείς χτίζαμε Παρθενώνες αυτοί έτρωγαν βελανίδια»), η σύνδεση που γίνεται κυρίως ανασκαφικά με την αρχαιότητα είναι όταν θέλει να αναδείξει ανάκτορα, παλάτια, τάφους βασιλιάδων που εμφανίζουν και εγκαθιδρύουν την εξουσιαστική σχέση μεταξύ των ανθρώπων από πολύ παλιά. Το σχήμα που επιδιώκεται να εδραιωθεί είναι, ότι όλα αυτά τα μεγαλοπρεπή έργα έγιναν από τη μια λόγω της παρουσίας της εξουσίας και από την άλλη της πληθώρας δούλων, δουλοπάροικων, αιχμαλώτων, εκτοπισμένων που κατασκεύασαν αυτά τα μνημεία. Και ασφαλώς αποκρύπτουν πολλά στοιχεία από την ιστορία των μνημείων, που δεν ευνοούν την εθνιστική ιδεολογία, όπως π.χ. ότι οι χριστιανοί έχτισαν εκκλησία μέσα στον Παρθενώνα, γκρεμίζοντας πολλά από τα γλυπτά του.

amfipolis-3Η αρχαιολογία στην Ελλάδα ανέκαθεν εξυπηρετούσε εθνικά συμφέροντα, καθώς αποτελεί έναν από τους ιδεολογικούς μηχανισμούς του κράτους. Η ανάπτυξή της, στον ελλαδικό χώρο από το 1850 και ύστερα, δηλαδή από το νεοσυσταθέν ελληνικό κράτος, αποτελεί παράδειγμα σύνδεσης και διατήρησης της αρχαιολογίας με αυτό. Η αρχαιολογία αποτελεί καθαρά υπόθεση του κράτος, που διατηρεί τον αποκλειστικό της έλεγχο, όχι μόνο με την δική του Αρχαιολογική Εταιρεία αλλά και με την αδειοδότηση να πραγματοποιούν ανασκαφές εντός του ελληνικού εδάφους και άλλες εθνικές αρχαιολογικές εταιρείες. Έτσι, ιδρύεται η γαλλική, η γερμανική, η αγγλική σχολή ως τίμημα της βοήθειας των Μεγάλων Δυνάμεων για την «απελευθέρωση» της ελλάδας από την οθωμανική πύλη. Σύμφωνα με τον Philippe Jockey, καθηγητή ελληνικής ιστορίας και πολιτισμού, στο πανεπιστήμιο της Μασσαλίας, «δεν θα μπορούσε να υπάρξει καλύτερο παράδειγμα που να μαρτυρεί τις στενές και πολλές φορές συγκρουσιακές σχέσεις μεταξύ εξουσίας και αρχαιολογίας. Πράγματι, η κατοχή κλειδιών του παρελθόντος ενός έθνους σημαίνει, ότι ασκείται σ’ αυτό, όχι απλώς κάποιου είδους επιρροή αλλά και μια μορφή κυριαρχίας». Προσπερνώντας ορισμένες θέσεις του Jockey περί παρελθόντος ενός έθνους, είναι δεδομένη η επιλογή άλλων ευρωπαϊκών δυνάμεων στο να συμμετέχουν στη διαχείριση(;) της εγχώριας αρχαιολογίας. Έτσι, το 1846, ιδρύεται με βασιλικό διάταγμα του Λουδοβίκου-Φιλίππου της γαλλίας μια σχολή τελειοποίησης για τη μελέτη της ελληνικής γλώσσας, της ιστορίας και των αρχαιοτήτων. Ενώ, στο τελευταίο τέταρτο του 19ου αι., οι ανασκαφές βρίσκονται σε έξαρση, υπό την εποπτεία και διεύθυνση ευρωπαϊκών ομάδων, σε Ολυμπία, Δήλο, Σαμοθράκη και αλλού. Άλλωστε, ο 19ος αι. είναι γνωστός για τη σύνδεση με την αρχαιότητα, που επιχειρείται στην ευρώπη, μέσω της αντίληψης που διαμορφώνεται για την ιστορία ως εξελικτική διαδικασία. Στον ελλαδικό χώρο η βαυαρική μοναρχία αντιμετώπισε την αρχαιότητα ως μέσο προβολής της νέας κτήσης μέσω της ίδρυσης αρχαιολογικής σχολής, νέων πολεοδομικά πόλεων (π.χ. Ερέτρια) και ονοματοδοσίας αρχαιοπρεπών οδών. Το 1892 ξεκινούν οι ανασκαφές στους Δελφούς από την γαλλική εταιρεία ως καρπός διαπραγμάτευσης με την ελληνική κυβέρνηση. Στην σύμβαση που υπογράφεται μεταξύ ελληνικού κράτους και γαλλίας δίδεται αποκλειστική άδεια 5 ετών για ανασκαφές. Η γαλλία θα έχει το αποκλειστικό δικαίωμα να κατασκευάσει εκμαγεία των αποκαλυφθέντων αντικειμένων για μια περίοδο 6 ετών. Να επισημανθεί, ότι σε αλληλογραφία που υπάρχει μεταξύ των γάλλων, της αρχαιολογικής εταιρείας και του πρωθυπουργού, θεωρούσαν δεδομένο ότι η γαλλία θα αναλάμβανε τους Δελφούς αφού οι γερμανοί είχαν αναλάβει την Ολυμπία. Μεταξύ των δύο σχολών –γερμανική και γαλλική– υπήρξε μεγάλη ένταση και αντιπαράθεση για σειρά ετών. Στην περίπτωση των Δελφών υπήρχαν τρείς περιοριστικοί όροι: ταχύτητα ανασκαφής, επίδειξη των ευρημάτων και παραγωγή γνώσης. Οι γάλλοι προσπαθούσαν με μεγάλη ταχύτητα να προχωρήσουν στην ανασκαφή ώστε να αποκλειστεί η πιθανότητα, η αντίπαλη σχολή της γερμανίας, να αναλάβει την ανασκαφή. Για τον λόγο αυτό έστησαν το σιδηροδρομικό σύστημα των ορυχείων με τη χρήση του τραίνου Decauville, ώστε να γίνει γρηγορότερα η αποκομιδή των χωμάτων. Να επισημανθεί ότι στο χώρο των Δελφών υπήρχε εγκατεστημένο το σύγχρονο χωριό το οποίο μετακινήθηκε λίγα μέτρα δυτικότερα, κάνοντας χρήση των απαλλοτριώσεων. Επίσης οι γάλλοι αρχαιολόγοι ζήτησαν χρηματοδότηση από τον Δήμο Αθηναίων το 1903 για την αναστήλωση του Θησαυρού των Αθηναίων, ενός μνημείου που κτίστηκε μετά τη νίκη των Αθηναίων επί των Περσών στο Μαραθώνα το 490π.χ. και φανερώνει και αυτό τη σύνδεση της αρχαιολογίας με την εξουσία ως προς την επίδειξη, προβολή και «εθνική» εκμετάλλευση των ευρημάτων. Όμως, εάν στον ελλαδικό χώρο υπήρξε έντονη η δράση των αρχαιολογικών σχολών άλλων κρατών, το ίδιο έκανε και το ελληνικό κράτος, τόσο στον πόλεμο του 1913-14 στη νότια αλβανία, όσο και στη Μικρασία (1919-1922) με αρχαιολογικές αποστολές.

Οι αρχαιολόγοι, εξαρτώμενοι οικονομικά από το κράτος, όσον αφορά τις ανασκαφές που οι ίδιοι επιθυμούν, δυστυχώς πολλές φορές είναι αναγκασμένοι(;) να ακολουθούν τις απαιτήσεις του κράτους ως προς τα ευρήματα και την ταχύτητα ανασκαφής που ορίζεται. Πρόσφατα, όμως, ο Σύλλογος Ελλήνων Αρχαιολόγων, σε ανακοίνωσή του, καλεί την πολιτική ηγεσία του υπουργείου Πολιτισμού και Αθλητισμού: α) να παρέμβει για να σταματήσει η πίεση που ασκείται στην αρχαιολογική έρευνα, λόγω της συνεχούς αναφοράς που γίνεται σε αυτή, ακόμα και σε ανώτατο κυβερνητικό επίπεδο, β) να επιληφθεί για την ανεξέλεγκτη χρήση του ονόματος «Τύμβος Αμφίπολης» ή «Τύμβος Καστά» σε ιστοσελίδες και προσωπικές σελίδες στο διαδίκτυο, καθώς πληθαίνουν καθημερινά οι περιπτώσεις σφετερισμού του όρου, γ) να διαφυλάξει την ασφάλεια του χώρου της ανασκαφής και να προστατεύσει, και με νομικά μέτρα, την ιδιωτική ζωή και την προσωπικότητα όσων εργάζονται σε μια αρχαιολογική έρευνα, στην οποία φαίνεται ότι κάποιοι προσπαθούν να επιβάλλουν όρους τηλεθεάματος, δ) να λάβει όλα τα απαραίτητα μέτρα για να σταματήσει η επικίνδυνη προβολή –μέχρι ηρωοποίηση– αρχαιοκαπήλων, ζητώντας την παρέμβαση και της Δικαιοσύνης.

«Αρχαία και θεάματα» είναι προφανώς μέρος της νέας επιβουλής της εξουσίας για τους γηγενείς εθνοφαντασιακά φανατικούς θνητούς, και επιπρόσθετα στο νέο προϊόν του τουρισμού που λανσάρεται, οι αναστηλώσεις, τα μνημεία και η σύνδεση με μια βολική «εθνική αφήγηση» καταλαμβάνουν περίοπτη θέση.

Πάντως, οι μέχρι στιγμής «ανακαλύψεις» πόρρω απέχουν από τις εξαγγελίες και τις εικασίες, κάτι που δεν ξενίζει τους γνωρίζοντες εξουσιαστές, οι οποίοι σερβίρουν αφειδώς κουτόχορτο. Οι εξαγγελίες ανήμερα της επετείου της 28ης Οκτωβρίου απέδειξαν πως όλος ο ντόρος έγινε για «ένα πουκάμισο αδειανό για μια Ελένη». Μπορείτε εύκολα να αντικαταστήσετε το όνομα (π.χ. Ρωξάνη, Ολυμπιάδα, Νέαρχος, Λυσίμαχος κλπ). Πάντως όχι για έναν Αλέξανδρο, αφού αυτός ο τάφος αποδεδειγμένα βρίσκεται αλλού.

Αναρχικός Πυρήνας Χαλκίδας

Από την ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ, φ. 143, Νοέμβριος 2014
Both comments and trackbacks are currently closed.