Αφηγήσεις του Geronimo υπό τη σκιά του πολιτισμού (μέρος Α΄)

jeronymo1Κι ένα νεκρό δέντρο αφήνει την σκιά του. Αυτοί όμως που έκαψαν τα πάντα βλέπουν μόνο σκιές. Κι αυτές οι σκιές είναι χειρότερο που μένουν. Καλύτερα να μην είχε μείνει τίποτα. Αυτές οι σκιές κινούνται και σε κυνηγούν σα φαντάσματα με το πρώτο αναιμικό αεράκι. Γλιστρούν μέσα στο θόρυβο να γίνουν άλικη βροχή, δοσμένη σε μια καταιγίδα που μαστιγώνει την όραση. Προσπερνούν τον χρόνο και το χώρο μέσα μας, δίχως μιλιά και χρώματα. Είναι οι εμπειρίες που δεν έγιναν γνώση, τα τρίμματα της ψυχής που δεν γέννησαν σπόρους ελευθερίας. Όλα γύρω και δίπλα μας. Σε μια συνεχή κατάτμηση άνευ όρων. Μέρα με την μέρα, με τα πόδια γυμνά να πληγιάζουν στο γαρμπίλι τ’ ανήφορου.

Κι ένα νεκρό δέντρο αφήνει την δροσιά του. Δακρύζει πορφύρα να γλυκάνει τις καμένες του ρίζες. Κι ο ιστός της γριάς αράχνης γίνεται φυλαχτό. Σφουγγίζει το ξέπνοο δάκρυ στα σπλάχνα του, δίνει φύση απ’ την φύση του. Λάφυρο από εφιάλτη. Αστικός τρόμος κι εν τάφω επιβίωση. Η μνήμη σμιλεμένη σε πρωινές δροσοσταλίδες. Η μνήμη που δεν υπακούει στα θέλγητρα του νόστου και προχωρεί εμπρός μονάχη. Η μνήμη που εκριζώνει τους οφθαλμούς της να υβρίσει τις οθόνες. Η γλύκα της καθαρής ύπαρξης και η κόσα του πολιτισμού πάνω απ’ τα κεφάλια μας. Τα σκιάχτρα που ξεπληρώνουν τον θάνατο με τις ζωές μας. Οι αχυρένιες τους μπούκλες βαμμένες στο αίμα∙ ξέθωρες κι ευάλωτες στου χρόνου τ’ ανεμογύρισμα. Ο χρόνος όμως δεν είναι με κανέναν. Συνωμοτεί ασταμάτητα εις βάρος όλων.

Είναι πάλι φορές που τα νεκρά δέντρα ξαναβρίσκουν ζωή μέσα μας. Αναγεννιούνται, βλασταίνουν, καρπίζουν. Αρκεί η καρδιά μας να είναι γόνιμη γη για όσα η εξουσία παρουσιάζει ως «ουτοπία». Ένας τρόπος ελεύθερης ζωής που τσακίστηκε ανηλεώς από την κυριαρχία, είναι αδύνατον να υποκριθούμε πως απλώς δεν συνέβη. Ο Geronimo υπήρξε σύμβουλος-αρχηγός και σαμάνος των Bedonkohe Απάτσι. Πολέμησε για να υπερασπιστεί τους αδελφούς και αδελφές του από τα νύχια των κρατιστών, με αυταπάρνηση, σιγουριά και γενναιότητα. Η καταγεγραμμένη από τον S. M. Barret εκτενής αυτοβιογραφία του με τίτλο Geronimos story of his life (1906), αποτελεί κι ένα μοναδικό γεγονός όσον αφορά την διάσωση της μνήμης των ελεύθερων φυλών, απέναντι στην λήθη που επέβαλαν το αλκοόλ και οι ραβδωτές κάνες. Παραθέτουμε λοιπόν μεταφρασμένο ένα πολύ μικρό απόσπασμα από το εν λόγω έργο.

 

Ο συγγραφέας του βιβλίου για τον Geronimo S.M. Barret, το 1906, δηλώνει στην εισαγωγή του ότι πρόθεσή του ήταν να δώσει στο κοινό μια αυθεντική καταγραφή της ζωής των Ινδιάνων Απάτσι και να ανταποδώσει στον Geronimo ως αιχμάλωτο πολέμου την ευγένεια, παρουσιάζοντας τις αιτίες που τον ανάγκασαν να αντιταχθεί στον πολιτισμό και τους νόμους. Βέβαια, στο τέλος, ευχαριστεί τον τότε πρόεδρο των Ηνωμένων Πολιτειών, Theodore Roosevelt, «χωρίς την ευγενική βοήθεια και τις συμβουλές του οποίου αυτό το βιβλίο δε θα μπορούσε να έχει γραφτεί».

Ο S.M. Barret πρωτοσυνάντησε τον Geronimo το καλοκαίρι του 1904, ως διερμηνέας του απ΄ τα αγγλικά στα ισπανικά και το αντίστροφο, για να πουλήσει ένα στρατιωτικό καπέλο. Περιγράφει, λοιπόν, τα εξής:

Μετά απ’ αυτό, πάντοτε είχε έναν καλό λόγο για μένα, κάθε φορά που συναντιόμασταν, αλλά ποτέ δεν έμπαινε σε μια πιο γενική συζήτηση μαζί μου, μέχρι που έμαθε ότι κάποτε τραυματίστηκα από έναν Μεξικάνο. Μόλις του το είπαν, ήρθε να με δει και εξέφρασε ελεύθερα την άποψή του για τον μέσο Μεξικάνο και την αποστροφή του για όλους τους Μεξικάνους γενικά.

Τον προσκάλεσα να με επισκεφτεί ξανά, πράγμα που έκανε και μετά την πρόσκλησή του τον επισκέφτηκα στη σκηνή του στον στρατιωτικό καταυλισμό Fort Sill.

Το καλοκαίρι του 1905, ο Dr. J.M. Greenwood, επιστάτης των σχολείων στο Cansas City, στο Misouri, με προσκάλεσε και τον πήρα να δει τον αρχηγό. Ο Geronimo ήταν αρκετά τυπικός και επιφυλακτικός, μέχρι που ο Dr. Greenwood είπε ότι είναι φίλος του στρατηγού Howard, που είχε μάθει ότι είχαν γνωριστεί. Τότε ο Geronimo τον προσκάλεσε σε μια σκιά, μας έφερε καθίσματα, φόρεσε το στρατιωτικό του καπέλο και μας σέρβιρε καρπούζι a la Apache (κομμένο σε μεγάλα κομμάτια), ενώ μιλούσε ελεύθερα και εύθυμα. Όταν φύγαμε, μας προσκάλεσε πιεστικά να τον επισκεφτούμε πάλι.

Σε λίγες μέρες, ο παλιός αρχηγός ήρθε να με δει και να ρωτήσει σχετικά «με τον πατέρα μου». Είπα, «εννοείς τον γέρο στρατηγό απ’ το Κάνσας; επέστρεψε σπίτι του», «είναι ο πατέρας σου;» ρώτησε ο Geronimo. «Όχι, ο πατέρας μου πέθανε πριν από εικοσιπέντε χρόνια, ο Dr. Greenwood είναι μόνο φίλος μου», του απάντησα. Μετά από μερικές στιγμές σιωπής, ο γέρος Ινδιάνος ξαναμίλησε, αυτή τη φορά με έναν τόνο στη φωνή του αυστηρό ή που δεν σήκωνε περαιτέρω συζήτηση, «ο φυσικός σου πατέρας πέθανε, αυτός ο άνδρας έγινε φίλος σου και σύμβουλός σου απ’ τη νεότητα. Με την υιοθεσία, είναι ο πατέρας σου. Πες του ότι είναι ευπρόσδεκτος να έρθει σπίτι μου, όποτε θέλει». Ήταν άχρηστο να εξηγήσω ο,τιδήποτε περισσότερο, καθώς για τον γέροντα δεν ήταν καθοριστικό, για να του εξηγήσει τη σχέση μου με τον Dr. Greenwood, παρά μόνο σε σχέση με τα Ινδιάνικα έθιμα και άφησα το ζήτημα έτσι.

Στο τέλος αυτού του καλοκαιριού ρώτησα τον γέροντα αρχηγό αν μου επέτρεπε να δημοσιεύω κάποια απ’ τα πράγματα που μου είχε αφηγηθεί, αλλά αρνήθηκε, λέγοντας, ωστόσο, ότι, αν τον πλήρωνα κι οι αξιωματικοί υπηρεσίας το επέτρεπαν, θα μπορούσε να μου αφηγηθεί την ιστορία όλης του της ζωής. Αμέσως, απευθύνθηκα στη φρουρά (Fort Sill) και ζήτησα απ’ τον αξιωματικό υπηρεσίας, Lieutenant Purington, την άδεια να γράψω τη ζωή του Geronimo. Αμέσως πληροφορήθηκα ότι το προνόμιο αυτό δε θα μου χορηγούνταν. Ο Lieutenant Purington μου εξήγησε ότι ο Geronimo κι οι πολεμιστές του διέπραξαν πολλές λεηλασίες και τους στοίχισαν πολύ οι υποταγμένοι των Απάτσι, προσθέτοντας ότι θα του άξιζε να τον κρεμάσουν, παρά να τον κακομάθουν, κερδίζοντας τόση προσοχή απ’ τους πολιτισμένους. Μια πρότασή μου ήταν ότι η κυβέρνηση πλήρωσε πολλούς στρατιώτες και αξιωματούχους να πάνε στην Αριζόνα και να σκοτώσουν τον Geronimo και τους Απάτσι και δεν έδειχναν να ξέρουν πώς να το κάνουν, δεν αποδείχτηκαν πολύ ικανοποιημένοι με την περηφάνια του αξιωματικού του τακτικού στρατού κι έτσι αναζήτησα αλλού την άδεια. Έπειτα, έγραψα στον πρόεδρο Roosevelt ότι εδώ βρισκόταν ένας γέρος Ινδιάνος που ήταν αιχμάλωτος πολέμου για είκοσι χρόνια, καθώς ποτέ δεν του δόθηκε η ευκαιρία να πει τη δική του εκδοχή και ζητούσα την άδεια να δημοσιεύσω την ιστορία της ζωής του κι ότι η δημοσίευση δε θα επηρέαζε δυσμενώς τους αιχμαλώτους των Απάτσι. Τελικά, η δημοσίευση εγκρίθηκε. Σε λίγες μέρες έλαβα απάντηση απ’ το Fort Sill ότι ο πρόεδρος είχε διατάξει τον αξιωματικό υπηρεσίας να δώσει άδεια, όπως ζητούνταν.

 

Έπειτα παραθέτει τις επίσημες επιστολές και τις γραφειοκρατικές διαδικασίες που χρειάστηκαν, για την έγκριση. Ως μεταφραστής χρησιμοποιήθηκε ο Asa Deklugie, γιος του Whoa, αρχηγός των Nedni Apache. Συνεχίζοντας ο Barrett, αναφέρει:

Ο Geronimo αρνήθηκε να μιλήσει, όταν εμφανίστηκε ένας στενογράφος ή να περιμένει για διορθώσεις και ερωτήσεις, όταν έλεγε την ιστορία του. Κάθε μέρα είχε στο νου του τι θα έλεγε και το αφηγούνταν με μεγάλη σαφήνεια και συντομία. Προτιμούσε να μιλάει στη σκηνή του, στο σπίτι του Asa Deklugie, σε κάποια μικρή ορεινή κοιλάδα ή καθώς οδηγούσε με έναν λικνιστό καλπασμό κατά μήκος της πεδιάδας. Όπου τον οδηγούσε η διάθεσή του, έλεγε ό,τι του άρεσε και τίποτε παραπάνω. Τη μέρα που πρωτοέδωσε ένα μέρος της αυτοβιογραφίας του, δεν ερωτήθηκε για καμιά λεπτομέρεια ούτε πρόσθεσε άλλη λέξη, αλλά απλώς παρήγγειλε, «γράψε ό,τι είπα» και μας άφησε να θυμηθούμε και να γράψουμε την ιστορία, χωρίς καθόλου βοήθεια. Θα συμφωνούσε, ωστόσο, να έρθει μια άλλη μέρα για τη μελέτη μου ή σε οποιοδήποτε μέρος θα όριζα και να ακούσει την καταγραφή μου (για τους Απάτσι) ή για ό,τι είχε ειπωθεί και τότε θα απαντούσε όλα τα ερωτήματα ή θα πρόσθετε πληροφορίες όπου μπορούσε να πειστεί ότι χρειαζόταν.

Σύντομα κουράστηκε τόσο κατά τη δημιουργία του βιβλίου, που θα εγκατέλειπε την προσπάθεια, αλλά συνέχισε, επειδή είχε συμφωνήσει να μου πει όλη την ιστορία. Όταν δίνει το λόγο του μια φορά, τίποτε δεν μπορεί να τον εμποδίσει να εκπληρώσει την υπόσχεσή του. Μια εξαιρετική εικόνα αυτού του γεγονότος μας έδωσε ο ίδιος τον Ιανουάριο του 1906. Είχε συμφωνήσει να έρθει για τη μελέτη μου μια συγκεκριμένη ημερομηνία, αλλά στη συμφωνημένη ώρα ο διερμηνέας ήρθε μόνος και είπε ότι ο Geronimo ήταν πολύ άρρωστος με κρυολόγημα και πυρετό. Ήρθε να μου πει ότι έπρεπε να κανονίσουμε καινούριο ραντεβού, επειδή φοβόταν ότι ο γέροντας πολεμιστής είχε προσβληθεί από πνευμονία. Ήταν μια ψυχρή μέρα και ο διερμηνέας μετέφερε την καρέκλα του κοντά στην σχάρα, για να ζεσταθεί μετά την έκθεσή του σε μια μακρά πορεία με το άλογο. Έτσι όπως καθόταν κοίταξε έξω απ’ το παράθυρο, μετά σηκώθηκε αμέσως και, χωρίς να μιλήσει, έδειξε γρήγορα ένα κινούμενο αντικείμενο, να έρχεται προς εμάς. Γρήγορα αναγνώρισα τον γέροντα αρχηγό να ιππεύει με μανία (αποδεδειγμένα, προσπαθώντας να φτάσει τόσο γρήγορα όσο ο διερμηνέας), το άλογό του κάμφθηκε με ορμή και κουβαριάστηκε απ’ την κούραση. Αφού κατέβηκε απ’ τ’ άλογό του, μπήκε και είπε με έναν βραχνό ψίθυρο, «υποσχέθηκα να έρθω. Είμαι εδώ».

Του εξήγησα ότι δεν τον περίμενα σε μια τόσο θυελλώδη μέρα και ότι στη φυσική του κατάσταση δε θα έπρεπε να προσπαθεί να εργαστεί. Στάθηκε για μια στιγμή και τότε, χωρίς να μιλήσει, έφυγε απ’ το δωμάτιο, ξαναΐππευσε το κουρασμένο του πόνυ και με σκυφτό κεφάλι αντιμετώπισε δέκα μακρά μίλια κρύου βόρειου ανέμου -είχε κρατήσει την υπόσχεσή του.

Όταν τέλειωσε την αφήγησή του, υπέβαλα το χειρόγραφο στον ταγματάρχη Charles W. Taylor, της 18ης ίλης ιππικού, τον διοικητή του Fort Sill, στην Οκλαχόμα, που μου έδωσε μερικές πολύτιμες σχετικές πληροφορίες, που ζήτησα απ’ τον Geronimo να μου πει. Στις περισσότερες περιπτώσεις ο γέροντας αρχηγός μου έδωσε την επιθυμητή πληροφορία, αλλά σε κάποιες περιπτώσεις αρνήθηκε, δηλώνοντας τους λόγους της άρνησής του.

Όταν ενσωμάτωσα τις πρόσθετες πληροφορίες, υπέβαλα το χειρόγραφο στον πρόεδρο Roosevelt, από την επιστολή του οποίου παραθέτω: «αυτός είναι ένας πολύ ενδιαφέρων τόμος που μου έδωσες στο χειρόγραφο, αλλά θα ήθελα να σε συμβουλεύσω να παραιτηθείς της ευθύνης όλων αυτών των υποθέσεων, στις οποίες προσβάλλεται η φήμη ενός ατόμου».

Ακολουθώντας αυτή την πρόταση, προσάρτησα σημειώσεις σε όλο το βιβλίο, αρνούμενος την ευθύνη για μια δυσμενή κριτική κάθε ατόμου που αναφέρεται απ’ τον Geronimo.

Στις 2 Ιουνίου του 1906, μεταβίβασα το πλήρες χειρόγραφο στο Τμήμα Πολέμου. […]

Σύμφωνα με όσα παραθέτει ο Barrett παρακάτω, δίνοντας αποσπάσματα απ’ τις επιστολές που αντάλλαξε με το Τμήμα Στρατού, το χειρόγραφο θεωρήθηκε ενδιαφέρον, αλλά κάποιες σελίδες και αποσπάσματα, που σημειώθηκαν με κόκκινο απ’ το Τμήμα Στρατού, απορρίφθηκαν και του απάντησαν ότι το ντοκουμέντο αυτό, είτε συνολικά είτε εν μέρει, δε θα έπρεπε να λάβει έγκριση. Ο Barrett επέλεξε να δημοσιεύσει το υπόμνημα, ώστε να γίνει γνωστό στο κοινό. Τελικά, απορρίφθηκαν οι σελίδες που αναφέρονταν σε μια επίθεση εναντίον ενός τίπις Ινδιάνων, στο πέρασμα των Απάτσι ή Bowie (Κυνήγι) απ’ τους στρατιώτες των Ηνωμένων Πολιτειών. Οι δηλώσεις του Geronimo, όμως, ουσιαστικά επιβεβαιώνονται από τον L.C. Hughes, συντάκτη του The Star, Tueson, Arizona.

Παρακάτω ο Barrett δίνει τις δικές του εξηγήσεις για τις σελίδες που κόπηκαν:

Στις σελίδες 90 και 91 του χειρογράφου, ο Geronimo κριτικάρει τον στρατηγό Crook. Αυτή η κριτική είναι απλώς η προσωπική άποψη του Geronimo για τον στρατηγό Crook. Ο Barrett το θεώρησε προσωπικό ζήτημα και το άφησε χωρίς σχόλια, καθώς σε καμιά περίπτωση δεν αφορά στην ιστορία των Απάτσι.

Στη σελίδα 97 του χειρογράφου ο Geronimo κατηγορεί τον στρατηγό Miles για κακή πίστη. Βεβαίως, ο στρατηγός Miles έκανε τη συμφωνία με τους Απάτσι, αλλά γνωρίζουμε πολύ καλά ότι δεν είναι υπεύθυνος για τον τρόπο που η Κυβέρνηση αντιμετώπισε τελικά τους αιχμαλώτους πολέμου. Ωστόσο, ο Geronimo δεν μπορεί να το κατανοήσει αυτό και ρίχνει το φταίξιμο στον στρατηγό Miles για αυτό που αποκάλεσε άδικη συμφωνία.

Στο παραπάνω απόσπασμα, όπως και σε αυτό που ακολουθεί, ο Barrett προσπαθεί να δικαιολογήσει τον Miles και την κυβέρνηση.

Κάποιος θα μπορούσε να περιμένει το Τμήμα Πολέμου να αποδείξει τους αντίθετους ισχυρισμούς για τις δικές του πράξεις, αλλά είναι ιδιαίτερα ικανοποιητικό ότι μια τόσο φιλελεύθερη άποψη ελήφθη από τέτοια κριτική κι ότι επίσης μια τόσο ειλικρινής δήλωση αξίζει να μπει στο υπόμνημα της Αυτοβιογραφίας. Βεβαίως, ούτε ο πρόεδρος ούτε ο στρατηγός του Τμήματος Πολέμου είναι σε καμιά περίπτωση υπεύθυνοι για όσα λέει ο Geronimo. Απλώς, μας παραχώρησε την ευκαιρία να δηλώσει την δική του εκδοχή, όπως τη βλέπει. Το γεγονός ότι ο Geronimo είπε την ιστορία με το δικό του τρόπο είναι αναμφίβολα η απαραίτητη δικαιολογία που προσφέρεται για τα πολλά αντισυμβατικά στοιχεία του έργου του.

 

Τα παραπάνω τμήματα της εισαγωγής επιλέχθηκαν να παρατεθούν πριν απ’ τα κεφάλαια του ίδιου του Geronimo, ώστε να γίνουν κατανοητές όχι μόνο οι συνθήκες συγγραφής της αυτοβιογραφίας, αλλά και τα εμπόδια που παρουσιάζονται, όταν διαμεσολαβούν οι «απαραίτητες» διαδικασίες του κρατισμού-πολιτισμού. Ο ίδιος ο Barrett άλλοτε δηλώνει ξεκάθαρα κι άλλοτε υπονοεί τη λογοκρισία που δέχτηκε και την έγκριση του στρατού και της κυβέρνησης που έπρεπε με μεγάλη δυσκολία να πάρει, προκειμένου να καταγράψει την ιστορία του Geronimo. Οπότε, λίγο ως πολύ μπορούμε να καταλάβουμε τον τρόπο που προσεγγίστηκαν ανθρωπολογικά τόσο οι ινδιάνικες φυλές, όσο κι οι άλλες απολίτιστες ομάδες που έζησαν ή συνεχίζουν να ζουν παράλληλα με τον πολιτισμό. Είναι πολλά τα εμπόδια που πρέπει να ξεπεραστούν, προκειμένου να φτάσουμε στην καρδιά της ινδιάνικης ψυχής. Ωστόσο, υπάρχει μια οδός, που είναι αλάνθαστη: να ακολουθήσουμε την εσωτερική μας φωνή, που μιλάει όλες της γλώσσες και κυρίως την σιωπή της κατανόησης και της βαθιά ειδομένης αλήθειας. Ας ακούσουμε, λοιπόν, τα λόγια του Geronimo, που πέρασαν μέσα από τις εποχές και τα αναχώματα που πυργώνει ο πολιτισμός ενάντια στην ελεύθερη βούληση:

 

 

Κεφάλαιο 1: Οι απαρχές των Ινδιάνων Απάτσι

Στις απαρχές του σύμπαντος, ο κόσμος ήταν καλυμμένος με σκοτάδι. Δεν υπήρχε ήλιος ούτε μέρα. Η αιώνια νύχτα δεν είχε σελήνη μήτε αστέρια.

Υπήρχαν, όμως, όλα τα είδη θηρίων και πουλιών. Ανάμεσα σ’ αυτά, τα θηρία ήταν πολύ φρικτά, ακατανόμαστα τέρατα, όπως οι δράκοι, τα λιοντάρια, οι τίγρεις, οι λύκοι, οι αλεπούδες, οι κάστορες, οι λαγοί, οι σκίουροι, οι αρουραίοι, τα ποντίκια κι όλα τα είδη τρομακτικών πλασμάτων, όπως οι σαύρες και τα ερπετά, που κατέστρεψαν κάθε ανθρώπινο βλαστάρι.

Όλα τα πλάσματα είχαν τη δύναμη του λόγου και ήταν προικισμένα με τη λογική.

Υπήρχαν δύο φυλές πλασμάτων: τα πουλιά ή η φτερωτή φυλή και τα τέρατα. Τα πρώτα οργανώνονταν υπό την ηγεσία του αρχηγού τους, του αετού.

Αυτές οι φυλές συχνά έκαναν συμβούλια και τα πουλιά ήθελαν να τους επιτραπεί το φως. Αυτό, αμέσως, τα θηρία, το αρνήθηκαν. Τελικά, τα πουλιά έκαναν πόλεμο εναντίον των θηρίων.

Τα θηρία ήταν οπλισμένα με ρόπαλα, αλλά ο αετός είχε διδάξει τη φυλή του να χρησιμοποιεί τόξα και βέλη. Τα ερπετά ήταν τόσο σοφά, που δεν ήταν δυνατό ν’ αφανιστούν όλα. Ένα βρήκε καταφύγιο σε έναν απότομο γκρεμό ενός βουνού στην Αριζόνα και το μάτι του (αλλαγμένο σε έναν λαμπερό λίθο) μπορεί να το δει κανείς ακόμη και σήμερα σε αυτό το βράχο. Οι αρκούδες, όταν σκοτώθηκαν, καθεμιά μεταμορφώθηκε σε διάφορες άλλες αρκούδες, έτσι που όσο περισσότερες αρκούδες σκότωνε η φτερωτή αγέλη, τόσο πιο πολλές γίνονταν. Ο δράκος δεν μπορούσε να σκοτωθεί, επίσης, επειδή καλυπτόταν με τέσσερα στρώματα κερατοειδών λεπιών και τα βέλη δεν μπορούσαν να τον διαπεράσουν. Ένα απ’ τα πιο φρικιαστικά, αχρεία τέρατα (ακατανόμαστο) ήταν αδιαπέραστο στα βέλη τόσο, που ο αετός πετούσε ψηλά στον αέρα με έναν κυκλικό, λευκό λίθο και τον άφηνε να πέσει στο κεφάλι του τέρατος, σκοτώνοντάς το ακαριαία. Αυτή ήταν μια τόσο ευεργετική βοήθεια, που ο λίθος ονομάστηκε ιερός (ένα σύμβολο αυτού του λίθου χρησιμοποιείται στο παιγνίδι της φυλής των Kah[1]). Πολέμησαν για πολλές μέρες, αλλά τελικά τα πουλιά κέρδισαν τη νίκη.

Αφού τελείωσε αυτός ο πόλεμος, παρόλο που κάποια κακά τέρατα παρέμειναν, τα πουλιά ήταν ικανά να ελέγχουν τα συμβούλια και κέρδισαν το φως. Τότε το ανθρώπινο είδος μπορούσε να ζήσει και να ευημερήσει. Ο αετός ήταν αρχηγός σ’ αυτή την καλή μάχη: γι’ αυτό, ο άνθρωπος φόρεσε φτερά ως σύμβολα σοφίας, δικαιοσύνης και δύναμης.

Μεταξύ των λίγων ανθρώπινων όντων που ήταν ακόμη ζωντανά βρισκόταν και μια γυναίκα, που είχε ευλογηθεί με πολλά παιδιά, αλλά αυτά πάντοτε εξολοθρεύονταν απ’ τα τέρατα. Αν με κάποιο τρόπο κατάφερνε να διαφύγει των άλλων, ο δράκος, που ήταν πολύ σοφός και πολύ κακός, θα ερχόταν ο ίδιος και θα έτρωγε τα μωρά.

jeronymo2Μετά από πολλά χρόνια, ένας γιος της καταιγίδας γεννήθηκε απ’ αυτήν και εκείνη έσκαψε για χάρη του μια βαθιά σπηλιά. Την είσοδο αυτής της σπηλιάς την έκλεισε και πάνω απ’ το σημείο έχτισε ένα καταυλισμό με φωτιά. Αυτή απέκρυψε το μέρος που κρυβόταν το μωρό και το κράτησε ζεστό. Κάθε μέρα θα μετακινούσε τη φωτιά και θα κατέβαινε στη σπηλιά, όπου ήταν ξαπλωμένο το παιδί, για να το φροντίσει. Τότε θα επέστρεφε και θα ξανάφτιαχνε την φωτιά και τον καταυλισμό.

Ο δράκος θα ερχόταν συχνά να τη ρωτήσει, αλλά θα έλεγε «δεν έχω άλλα παιδιά, τα έφαγες όλα». Όταν το παιδί μεγάλωσε, δεν χρειαζόταν να μένει συνέχεια στη σπηλιά, επειδή κάποιες φορές ήθελε να τρέχει και να παίζει. Κάποτε ο δράκος είδε τα ίχνη του. Τώρα αυτό μπέρδεψε και εξόργισε τον γέρο δράκο, επειδή δεν μπορούσε να βρει την κρυψώνα του αγοριού. Αλλά είπε ότι θα κατέστρεφε τη μητέρα, αν δεν του έδειχνε που κρυβόταν το παιδί. Η φτωχή μητέρα είχε μπει σε τόσο μεγάλο μπελά: δεν μπορούσε να παρατήσει το παιδί, αλλά γνώριζε τη δύναμη και την πανουργία του δράκου και γι’ αυτό, ζούσε σε μόνιμο φόβο.

Αμέσως μετά απ’ αυτό το αγόρι είπε ότι ήθελε να πάει για κυνήγι. Η μητέρα δεν μπορούσε να δώσει τη συγκατάθεσή της. Του είπε για το δράκο, τους λύκους και τα ερπετά, αλλά είπε «αύριο θα πάω».

Στην παράκληση του αγοριού, ο θείος του (που ήταν ο μόνος εν ζωή άντρας τότε) έφτιαξε ένα μικρό τόξο για το αγόρι και πήγαν οι δυο τους για κυνήγι την επόμενη μέρα. Έσυραν το ελάφι μακριά στο βουνό και τελικά σκότωσε μια πάπια. Ο θείος του τού έδειξε πώς να ντύνεται με το δέρμα του ελαφιού και να ψήνει σε ξύλινη σχάρα το κρέας. Έψησαν τα πίσω δύο τέταρτα, ένα για το παιδί και ένα για το θείο του. Όταν το κρέας ήταν έτοιμο, το άφησαν στους θάμνους, για να κρυώσει. Ακριβώς τότε εμφανίστηκε η τεράστια μορφή του δράκου. Το αγόρι δε φοβήθηκε, αλλά ο θείος του έμεινε τόσο άναυδος από τρόμο, που δεν μπορούσε να μιλήσει ή να κοιμηθεί.

Ο δράκος πήρε το κομμάτι κρέατος του αγοριού και πήγε παράμερα. Τοποθέτησε το κρέας σε άλλο θάμνο και κάθισε δίπλα του. Τότε είπε, «αυτό είναι το παιδί που αναζητούσα. Αγόρι, είσαι καλό και στρουμπουλό, έτσι που όταν φάω αυτό το θήραμα, θα φάω και σένα». Το αγόρι είπε, «όχι, δε θα φας ούτε εμένα ούτε το κρέας». Έτσι, προχώρησε ως εκεί που καθόταν ο δράκος και πήρε το κρέας πίσω στη δική του θέση. Ο δράκος είπε, «Μ’ αρέσει το θάρρος σου, αλλά είσαι ανόητος, τι νομίζεις πως μπορείς να κάνεις;». «Λοιπόν», είπε το αγόρι, «μπορώ να κάνω αρκετά, για να προστατεύσω τον εαυτό μου, όπως μπορείς ν’ ανακαλύψεις». Τότε ο δράκος πήρε πάλι το κρέας και το παιδί το ξαναπήρε πίσω. Τέσσερις φορές συνολικά ο δράκος πήρε το κρέας και μετά την τέταρτη φορά το αγόρι αντικατέστησε το κρέας και είπε «Δράκοντα, θα παλέψεις μαζί μου;» Ο δράκος είπε, «ναι, μ’ όποιον τρόπο θέλεις». Το αγόρι είπε, «θα σταθώ διακόσια βήματα μακριά σου και μπορείς να μου ρίξεις τέσσερις βολές με το τόξο σου και τα βέλη σου, υπό τον όρο ότι θα αλλάξουμε θέση και θα μου δώσεις και μένα τέσσερις βολές». «Ωραία», απάντησε ο δράκος, «πάρε θέση».

Έτσι, ο δράκος πήρε το τόξο του, που ήταν φτιαγμένο από ένα τεράστιο πεύκο. Πήρε τέσσερα βέλη απ’ τη φαρέτρα του. Ήταν φτιαγμένα από βλαστάρια νεαρού πεύκου και κάθε βέλος είχε μήκος είκοσι πόδια. Έβαλε εσκεμμένα στόχο, αλλά μόλις το βέλος έφυγε απ’ το τόξο, το αγόρι έκανε έναν παράξενο ήχο και πήδησε στον αέρα. Αμέσως το βέλος συντρίφτηκε σε χιλιάδες σκλήθρες και το αγόρι εμφανίστηκε καθισμένο στην κορυφή του φωτεινού ουράνιου τόξου, πάνω απ’ το σημείο, όπου είχε κατευθυνθεί ο στόχος του δράκου. Αμέσως το ουράνιο τόξο εξαφανίστηκε και το αγόρι στεκόταν πάλι στο έδαφος. Αυτό επαναλήφθηκε τέσσερις φορές και τότε το αγόρι είπε, «Δράκοντα, στάσου εκεί, είναι η σειρά μου να ρίξω». Ο δράκος είπε, «εντάξει, τα μικρά σου βέλη δεν μπορούν να τρυπήσουν το πρώτο μου δέρμα από κέρατο και έχω άλλα τρία –ρίξε». Το αγόρι έριξε ένα βέλος, χτυπώντας τον δράκο κατευθείαν στην καρδιά και το ένα δέρμα από κερατοειδή λέπια έπεσε στο έδαφος. Η άλλη βολή το επόμενο δέρμα και έπειτα το επόμενο και η καρδιά του δράκου έμεινε εκτεθειμένη. Τότε ο δράκος έτρεμε, μα δεν κουνήθηκε. Πριν ρίξει το τέταρτο βέλος, το αγόρι είπε, «Θείε, έμεινες άλαλος απ’ το φόβο, δεν κουνήθηκες, έλα εδώ, αλλιώς ο δράκος θα πέσει πάνω σου». Ο θείος του έτρεξε προς το μέρος του. Τότε επέσπευσε το τέταρτο βέλος με αληθινό στόχο και τρύπησε την καρδιά του δράκου. Μ’ έναν τρομακτικό βρυχηθμό, ο δράκος κύλησε κάτω στην πλαγιά του βουνού -κάτω από τέσσερις γκρεμούς σε ένα φαράγγι από κάτω.

Αμέσως σύννεφα καταιγίδας σάρωσαν τα βουνά, αστραπές έλαμψαν, βροντές κύλισαν και χύθηκαν βροχές. Όταν η καταιγίδα πέρασε, πέρα μακριά στο φαράγγι από κάτω, μπορούσαν να δουν σπαράγματα του τεράστιου σώματος του δράκου, που κείτονταν ανάμεσα στα βράχια και τα κόκκαλα αυτού του δράκου μπορεί ακόμη να βρίσκονται εκεί.

Το όνομα αυτού του αγοριού ήταν Απάτσι. Ο Usen[2] του δίδαξε πώς να προετοιμάζει τα βότανα για θεραπεία, πώς να κυνηγά και πώς να μάχεται. Ήταν ο πρώτος αρχηγός των Ινδιάνων και φόρεσε τα φτερά του αετού ως σημάδι δικαιοσύνης, σοφίας και δύναμης. Για αυτόν και το λαό του, όπως δημιουργήθηκαν, ο Usen τους πρόσφερε σπίτια στη γη της δύσης.

σύντροφοι για την Αναρχική απελευθερωτική δράση

[1]    Περιγράφεται στο κεφάλαιο 4.

[2]    Ο Usen είναι η λέξη των Απάτσι για το Θεό. Χρησιμοποιείται εδώ, επειδή σημαίνει τις ιδιότητες της θεότητας, που συγκρατούν την αρχέγονη θρησκεία τους. «Απάτσι» σημαίνει «εχθρός».

Από την ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ, φ. 144, Δεκέμβριος 2014

Advertisements
Both comments and trackbacks are currently closed.