Η «ΑΠΟΣΤΟΛΗ» ΕΞΕΤΕΛΕΣΘΗ: ΤΟ ΣΧΕΔΙΟ ΠΡΑΓΜΑΤΟΠΟΙΗΘΗΚΕ ΔΙΑ ΤΗΣ ΑΠΟΤΡΟΠΗΣ ΤΟΥ…

apostoli1«Λάθος της αστυνομίας, καμουφλαρισμένη κατάδοση ή παράνομη πολιτική δράση, που τελικά αποκαλύπτεται; Και οι τρεις πιθανότητες είναι ανοικτές στην υπόθεση «Ντένις». Το πιο συναρπαστικό –αυτό που απαιτούν η φαντασία του συγγραφέα και οι προσδοκίες μερίδας των αναγνωστών– θα ήταν ένα ωραίο μυστήριο. […] Το στοιχείο της περιπέτειας υποβαθμίζει τελικά την αλήθεια, απαιτεί πιο καθημερινά διλήμματα. Όσο για την θεωρία της κατάδοσης, για την οποία έγινε νύξη σε προηγούμενες σελίδες, φαίνεται πιο αληθοφανής και θα μπορούσε να είναι εξίσου μυστηριώδης. […] Ειδοποιεί τις αρχές και καταδίδει όσους εμπλέκονται. Προσπαθώντας να καλύψει την προδοσία του, επειδή φοβάται για την ζωή του (και σ’ αυτήν την περίπτωση, για την εκδοχή της απόπειρας, θα προτιμούσαμε μια τρομοκρατική ομάδα, που θα μας έδινε την ευκαιρία ν’ ασχοληθούμε με τα τυπικά ηθικά διλήμματα των μελών της, όπως ο πιθανός θάνατος αθώων κατά την έκρηξη μιας βόμβας, ή να προβληματιστούμε για το δικαίωμα των λαών στην τυραννοκτονία κλπ), ο καθηγητής κατορθώνει τελικά να μείνει αφανής χάρη σε μια σκηνοθετημένη επιχείρηση της αστυνομίας, κατά την οποία κατηγορείται, συλλαμβάνεται και εξορίζεται σε άγνωστο πολυτελές καταφύγιο…». (Isaac Rosa, Το μάταιο χθες)

Έχει γραφτεί, εύστοχα, ότι χειρότερη και από την προδοσία είναι η απερισκεψία. Πράγματι, έτσι φαίνεται να είναι ορισμένες φορές, όμως μέχρι ποίου σημείου η καταστολή μπορεί να εξηγηθεί ή να διογκωθεί λόγω της απερισκεψίας;

Μ’ άλλα λόγια, οι ενέργειες «άγουρων» ή απερίσκεπτων ανθρώπων μέχρι σε πιο βαθμό μπορούν να εξηγήσουν συνεχείς κατασταλτικές επιτυχίες εκ μέρους του κράτους και των μηχανισμών του; Μπορεί αυτή η «εξήγηση» να καλύψει το βάθος της καταστολής σε μιαν ολόκληρη περίοδο, τις αποτυχίες εκείνων που αγωνίζονται, τις επαναλαμβανόμενες συλλήψεις ή τον γενικότερο αντίκτυπο των συνεπειών σε έναν κοινωνικό χώρο; Ισχυρίζονται πολλοί ότι ορισμένα «λάθη» δεν θα έπρεπε όχι μόνο να μην επαναλαμβάνονται, αλλά να μην γίνονται ποτέ. Άλλοι θεωρούν «μοιραίο» ή «ανθρώπινο» το να καταγράφεται το ακριβώς αντίθετο, ακόμα και αν κάτι τέτοιο δεν δικαιολογείται από την προηγούμενη εμπειρία.

Το κράτος και οι μηχανισμοί του, όταν ελέγχουν μία κατάσταση, εμφανίζονται ως «ο από μηχανής θεός» που την «τελευταία» στιγμή, αποσοβεί το «χειρότερο». Μια χολυγουντιανή υπερπαραγωγή, εκτός των άλλων, προϋποθέτει και ένα φαντασμαγορικό ντεκόρ, μεγάλα ονόματα για τους κύριους ρόλους, ταλαντούχους ή ατάλαντους κομπάρσους και ένα κακόγουστο σε αρκετές περιπτώσεις σενάριο, όχι γιατί δεν μπορεί να βρεθεί κάτι «καλύτερο», αλλά γιατί απλά αυτό απαιτεί η προσδοκώμενη επιτυχία. Είναι οξύμωρο στ’ αλήθεια ότι ο βαθμός της αληθοφάνειας σε πλείστες τέτοιες περιπτώσεις αντιστοιχεί σε ορισμένους, αν θέλετε, ειδικούς σκοπούς: να παρακολουθήσουν όσο γίνεται περισσότεροι την παράσταση, είτε την βρουν σοβαροφανή, είτε «τραβηγμένη», είτε «αδιάφορη».

Οι αστυνομικές «λεπτομέρειες» που διατίθενται με την σέσουλα σερβίρονται με έναν τέτοιο τρόπο, ώστε «αλήθειες» και «ψέματα» να μπλέκονται σε ένα άλυτο κουβάρι, όπου τα ασήμαντα βαπτίζονται καίριας σημασίας και το αντίθετο.

Είναι βέβαιο για εμάς ότι η λανθασμένη αφετηρία στα ζητήματα αυτά, όπως και σε κάθε άλλο, οδηγεί με βεβαιότητα σε κίβδηλα συμπεράσματα τουλάχιστον από αναρχικής σκοπιάς. Έχουμε υποστηρίξει με κάθε ευκαιρία (βλ. Κόκκινος Κάβουρας: Πως η ΚΥΠ και η CIA έδιναν γραμμή στο ΚΚΕ κατά την μεταπολίτευση) ότι ασπίδα αδιαπέραστη από την καταστολή αποτελούν για τους αναρχικούς οι απόψεις τους.

Και επιμένουμε σ’ αυτήν μας την γνώμη αταλάντευτα. Γιατί όση και αν είναι η σκληρότητα των κατασταλτικών μεθοδεύσεων, όσο σοβαρά και αν είναι τα κατασταλτικά μέτρα, που ψηφίζονται ή εφαρμόζονται, η μάχη δεν χάνεται παρά μόνον αν έχει διαβρωθεί η ουσία της αναρχικής θεώρησης και πρακτικής με τρόπο ανεπανόρθωτο. Αυτή είναι η πραγματική προσδοκία των εξουσιαστών. Οι απόψεις μας να χλευάζονται, να διαβρώνονται, να φαντάζουν ίδιες και όμοιες με τις δικές τους, ιδιοτελείς, αήθεις, βασισμένες στην ισχύ και με στόχο την αύξηση της ισχύος. Όμως ματαιοπονούν. Ακόμα και στον πιο απότομο βράχο ανθίζουν λουλούδια…

Μα, θα αναρωτηθεί κάποιος καλοπροαίρετος, δεν υπάρχουν τα λεγόμενα επιχειρησιακά λάθη, άγουρων λόγου χάρη φοιτητών, όπως εκείνοι τους οποίους περιγράφει ο Isaac Rosa στο βιβλίο του «Το μάταιο χθες», που κοστίζουν «ακριβά»:

«Έτσι, μια μερίδα στρατευμένων φοιτητών αδιαφορούσε για τ’ αναγκαία προληπτικά μέτρα, με ελαφρότητα την οποία πληρώναμε εμείς οι άλλοι, που ζούσαμε στην κόψη του πραγματικού κινδύνου […] Πιάσανε τα πιτσιρίκια του πανεπιστημίου και την πληρώσαμε όλοι. Συνήθως έτσι συνέβαινε: έπιαναν έναν και, ξεκινώντας απ’ αυτόν τον αρχικό κρίκο, ξήλωναν ολόκληρες οργανώσεις, ανάλογα με τον ρυθμό της ανάκρισης».

apostoli2Οι αποτυχίες όμως λόγω απερισκεψίας, δεν μπορεί να είναι συνεχείς επειδή πολύ απλά τα λάθη ακόμα και τα πιο παιδαριώδη, όταν εντοπίζονται, διορθώνονται. Τα προβλήματα αρχίζουν να συσσωρεύονται, όταν δεν πρόκειται για πραγματικά λάθη, αλλά για συνέπειες μιας εξουσιαστικής λογικής. «Λάθη» που επαναλαμβάνονται διότι δεν υπάρχει καμία βούληση να διορθωθούν, «λάθη» που είναι συνυφασμένα με την πεμπτουσία κάθε πολιτικής, όπως και αν αυτή εκφράζεται (κομματικά, κινηματικά, επαναστατικά): ο έλεγχος και η αφομοίωση κάθε ανεξέλεγκτου. Η ώθηση στην «παρανομία», τότε, είναι μια βασική προϋπόθεση για την εξάπλωση των «λαθών» και την μετατροπή τους σε «επιδημία», που έρχεται να μολύνει ολοένα και περισσότερους πρόθυμους να συμμετάσχουν.

«Ποτέ δεν μου άρεσε αυτό το σημείο συνάντησης· το θεωρούσαμε ένα καπρίτσιο των ανώριμων φοιτητών. Αν εμφανιζόταν ξαφνικά η αστυνομία ή η χωροφυλακή, δεν υπήρχε τρόπος διαφυγής. Πού να τρέξεις να κρυφτείς στο ξέφωτο;»

Και όμως αναγκάζεσαι να τρέξεις. Προς τα πού; Για πόσο; Με ποιους; Με ποια προοπτική; Ερωτήματα άλλοτε αναπάντητα, άλλοτε ενοχλητικά, άλλοτε απαγορευμένα. Η σύγχυση δεν βασιλεύει απλά, φαίνεται να καθοδηγεί, να είναι ζητούμενο, εργαλείο και μέθοδος. «Νόμιμοι» και «παράνομοι» εναλλάσσονται σε ρόλους που κάνουν την αστυνομία να διασκεδάζει, με την καταστολή να μοιάζει με «παιχνίδι». Μόνο που δεν πρόκειται για παιχνίδι. Οι αγωνιστές δεν είναι πιόνια. Ούτε αναλώσιμοι. Ο αντίλογος υπήρχε; Πενιχρός. Βγάλτε τον σκασμό ήταν και παραμένει το πρόταγμα: Σκάστε ή πράξτε!!! Όχι μόνο οι συμμετέχοντες αλλά και οι υπόλοιποι. Άνθρωποι που βρέθηκαν στην ίδια πλευρά των οδοφραγμάτων, που αφιέρωσαν την ζωή τους στον αγώνα για την ελευθερία, για την καταστροφή κάθε μορφής εξουσίας καλούνταν να σκάσουν ή να πάρουν το μέρος των εμπνευστών αυτού του άθλιου προτάγματος. Δεν το έπραξαν φυσικά όλοι. Και ναι, δεν έχει σημασία πόσοι δεν το έκαναν. Ο στόχος σ’ αυτές τις περιπτώσεις είναι η απόλυτη επιβολή.

Το έχουμε πει και θα το ξαναπούμε. Όποιος πιστεύει ότι όλα επιτρέπονται, ότι οι επαναστάτες είναι εκείνοι που αποφασίζουν το μέγεθος της χρησιμότητας του καθενός μυημένου ή αμύητου στα σχέδια τους, είναι εκείνος που επίσης πρώτα απ’ όλους ανοίγει την κερκόπορτα της πραγματικής καταστολής.

Η απαξίωση, η δυσφήμηση, η ολοκληρωτική διάβρωση, δεν είναι ένας συγκυριακός στόχος, μια υποσημείωση στα ζητούμενα των κατασταλτικών επιχειρήσεων. Είναι το Α και το Ω. Και τα χειρότερα μπουντρούμια, και οι χειρότερες συνθήκες απομόνωσης δεν μπορούν να εξυπηρετήσουν την ουσία κάθε κρατικής κατασταλτικής στρατηγικής.

Στο βιβλίο του, «Κόζα Νόστρα, Η Ιστορία της σικελικής μαφίας», ο John Dickie, παρατηρεί ότι εφ’ όσον η μαφία υπήρχε ήδη από την δεκαετία του 1860 και 1870, και εάν οι σημερινοί ιστορικοί είναι σε θέση να βρουν στοιχεία, που να το επιβεβαιώνουν, τότε όλες οι απαραίτητες πληροφορίες, που απαιτούνταν για την κατανόηση και την αντιμετώπισή της, θα πρέπει να βρίσκονταν στην διάθεση και των ενδιαφερόμενων πολιτικών κομμάτων εκείνης της εποχής. Στο ερώτημα, λοιπόν, γιατί δεν βρέθηκε κάποιος να την σταματήσει, απαντάει αβίαστα γράφοντας ότι το 1876 ήταν η χρονιά κατά την οποία η μαφία έγινε αναπόσπαστο κομμάτι του ιταλικού συστήματος διακυβέρνησης.

Στην συνέχεια ο Dickie στο κεφάλαιο του βιβλίου του με τον τίτλο «Η διείσδυση της μαφίας στο ιταλικό πολιτικό σύστημα», αναφέρεται στις εκλογές του Νοεμβρίου του 1874 στις οποίες η δεξιά κέρδισε την εξουσία στρέφοντας σε μεγάλο βαθμό το ενδιαφέρον στο ζήτημα της εγκληματικότητας κατηγορώντας τους σικελούς βουλευτές της αριστεράς ότι υπονομεύουν την ενότητα της χώρας, ότι ήταν διεφθαρμένοι, ότι χρησιμοποιούσαν ληστές για να αποσπάσουν ψήφους και ότι ήταν μαφιόζοι. Ακριβώς ως μέρος αυτής της στρατηγικής η κυβέρνηση έσπευσε να «σκληρύνει» την καταστολή ανανεώνοντας το νομικό οπλοστάσιο και προτείνοντας οι ύποπτοι για συμμετοχή σε εγκληματικές οργανώσεις και οι πολιτικοί τους προστάτες να προφυλακίζονται μέχρι και πέντε χρόνια χωρίς δίκη.

Τον Ιούνιο του επόμενου έτους, όπως περιγράφει ο Dickie, σε μια θυελλώδη κοινοβουλευτική συζήτηση σχετικά με τις προτεινόμενες μεταρρυθμίσεις προκλήθηκε να μιλήσει για το «θέμα» ένας αριστερός βουλευτής καταγόμενος από τον ιταλικό νότο, ο Ντιέγκο Τατζάνι, πρώην προϊστάμενος της Εισαγγελίας του Παλέρμο την περίοδο 1868-1872:

«Ο Τατζάνι άρχισε την ομιλία του απευθυνόμενος με σαρκασμό στους ανθρώπους της αριστεράς που κάθονταν δίπλα του: η άρνηση ύπαρξης της μαφίας, δήλωσε, έμοιαζε με την άρνηση ύπαρξης του ήλιου. Στην συνέχεια έστρεψε τα πυρά του εναντίον της δεξιάς. Με ένα «παγερό χαμόγελο» στα χείλη του, σύμφωνα με την περιγραφή μιας φιλοκυβερνητικής εφημερίδας, ο Τατζάνι αποκάλυψε ότι, μετά την επανάσταση του 1866, η δεξιά είχε ενθαρρύνει τη συνεργασία της αστυνομίας με τη μαφία. Ισχυρίστηκε ότι οι μαφιόζοι είχαν εξασφαλίσει ελευθερία δράσης, με αντάλλαγμα την παροχή πληροφοριών στην κυβέρνηση για ανεξέλεγκτους κακοποιούς και για κάθε άτομο, που η κυβέρνηση θεωρούσε ανατρεπτικό στοιχείο […] Το 1869, ενώ ασκούσε τα εισαγγελικά του καθήκοντα, ο Τατζάνι είχε πληροφορηθεί ότι στο Μονρεάλε, κοντά στο Παλέρμο, διαπράττονταν εγκλήματα με την έγκριση του διοικητή της Εθνοφρουράς. Λίγο μετά την αποκάλυψη αυτής της ιστορίας, δύο κακοποιοί οι οποίοι έδειχναν έτοιμοι να δώσουν στοιχεία για την υπόθεση, έπεσαν θύματα δολοφονικής επίθεσης».

Ακόμη περισσότερο ενδιαφέρον, όμως, έχει η συνέχεια που δόθηκε τον Μάρτιο του 1876 με τον σχηματισμό μιας κυβέρνησης συνασπισμού της αριστεράς με την «επιφυλακτική» συμμετοχή σικελών βουλευτών. Νέος υπουργός Εσωτερικών διορίζεται ο Τζοβάνι Νικοτέρα, δικηγόρος, συμπολεμιστής του Γαριβάλδη, ο οποίος συγκροτεί έναν φοβερό ψηφοθηρικό μηχανισμό γνωρίζοντας από την καλή και την ανάποδη την πολιτική των κομματαρχών της νότιας Ιταλίας. Σε μια περίοδο που ο διεθνής αντίκτυπος της δράσης της μαφίας μόνο αμελητέος δεν ήταν λόγω και των απαγωγών πλούσιων αλλοδαπών, ο Νικοτέρα έδωσε το «πράσινο φως» για ένα πογκρόμ που συμπεριελάμβανε νυχτερινές επιδρομές, συλλήψεις ακόμη και μαζικές εκτοπίσεις υπόπτων. Και για όποιον βιάζεται να βγάλει συμπεράσματα για τις πραγματικές προθέσεις του αριστερού Νικοτέρα τα ακόλουθα δεν χρειάζονται τον παραμικρό σχολιασμό: «Τέλος όπως είχε κάνει ο προκάτοχός του Λάντσα επί δεξιάς, ο Νικοτέρα εκμεταλλεύθηκε την καταστολή σε βάρος οποιουδήποτε θεωρούσε ανατρεπτικό στοιχείο, καθώς και για την προσέγγιση πιθανών συμμάχων». Μ’ άλλα λόγια, η αριστερή προσέγγιση στο μόνο που διέφερε από τους προκατόχους της ήταν να συνεχίσει διεξοδικότερα το έργο τους. Η αστυνομία «χτυπούσε» ορισμένους εγκληματίες για να πριμοδοτήσει κάποιους άλλους, η κυβέρνηση έδινε υποσχέσεις σε εκείνους που θα έδειχναν την προθυμία να μην δημιουργούν προβλήματα, αλλά και την ικανότητα να συνεργάζονται, ώστε να λύνονται «επί μέρους προβλήματα», αλλά και να τηρούνται οι συμφωνίες.

Παραμερίζονταν όσοι δεν είχαν ισχυρή πολιτική προστασία, ή εκείνοι που δεν είχαν προλάβει να ενταχθούν με οποιοδήποτε τρόπο στους νέους συσχετισμούς. Οι ελάχιστοι υψηλά ιστάμενοι που συλλαμβάνονταν ή αφήνονταν ελεύθεροι ή απέφευγαν την καταδίκη εφ’ όσον έφταναν στο εδώλιο του κατηγορουμένου. Δεν είχε, λοιπόν, καμμία διαφορά η δεξιά με την αριστερά στο ζήτημα; Είχε. Η δεξιά είχε δαπανήσει πολύ λιγότερα χρήματα στην Σικελία για δρόμους, γεφύρια, λιμάνια, νοσοκομεία, σχολεία, αποχετευτικά δίκτυα, για τον καθαρισμό των φτωχογειτονιών κ.ά.

«Κατ’ αυτόν τον τρόπο οι μαφιόζοι διαπίστωσαν ότι η αριστερά ήταν πρόθυμη να τους χρησιμοποιήσει ως «όργανο τοπικής διακυβέρνησης», όπως είχε κάνει και η δεξιά, αλλά με κάπως διαφορετικό τρόπο. Εκεί που η δεξιά είχε προσπαθήσει να ελέγξει την Σικελία δια των όπλων, η αριστερά είχε προτιμήσει την δωροδοκία. Με την αριστερά στην εξουσία, η μαφία και οι πολιτικοί της άρχισαν να βάζουν τα δάκτυλα τους μέσα στο κανάτι με το μέλι».

Κλείνοντας το κείμενο σ’ αυτό το σημείο να δώσουμε τις καλύτερες ευχές μας στην ιστορική κυβέρνηση της αριστεράς και τους κάθε λογής συνοδοιπόρους της, έχοντας ακλόνητη την πεποίθηση ότι όσα παρέλαβαν από τους προκατόχους τους θα τα «τιμήσουν» με το παραπάνω, ανοίγοντας όπως το έχουν αποδείξει ιστορικά νέους δρόμους για τα εξουσιαστικά «κάρα».

Περάστε κόσμε…

Συσπείρωση Αναρχικών

Από την ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ, φ.146, Φεβρουάριος 2015

Both comments and trackbacks are currently closed.