ΕΚΛΟΓΕΣ: Ένα μονόπρακτο εκβιασμού με τους ίδιους πρωταγωνιστές και κομπάρσους

«Θα περάσουμε δύσκολα, αλλά θα νοιώθουμε υπερήφανοι και αξιοπρεπείς». (Α. Τσίπρας)

μονόπρακτο εκβιασμούΕκβιαστής ονομάζεται εκείνος που με την βία ή την απειλή βίας προσπαθεί να καταναγκάσει κάποιον ή κάποιους να δεχτούν είτε να πράξουν προς μία συγκεκριμένη κατεύθυνση, είτε να σιωπήσουν, είτε να ομολογήσουν, είτε να αποδεχτούν μία κατάσταση.

Δεν είναι τυχαίο ότι στην ελληνιστική εποχή ο εκβιαστής ταυτιζόταν με τον τύραννο, τον καταπιεστή. Και πράγματι, μέχρι τις ημέρες μας είναι σπάνιο (αν και όχι απίθανο) να περηφανεύεται κάποιος, επειδή εκβιάζει συστηματικά ή έστω περιστασιακά για να πετύχει τους σκοπούς του.

Δεν αμφισβητείται, λοιπόν, ότι η δυνατότητα του εκβιασμού είναι συνυφασμένη με την ισχύ, με την εξουσία που διαθέτει κάποιος ή προσπαθεί να κατοχυρώσει, με ποταπότητα και μπαμπεσιά.

Όποιος εκβιάζει, ταυτόχρονα αποδέχεται την περίπτωση να εκβιαστεί και ο ίδιος, γεγονός κάτι παραπάνω από ορατό στο πεδίο της πολιτικής. Άσκηση και αποδοχή κάθε είδους εκβιασμού δεν είναι γεγονότα «στιγμιαία», δηλαδή οι συνέπειές τους δεν αρχίζουν και τελειώνουν στα άμεσα αποτελέσματα, που εξασφαλίζονται κάθε φορά. Πολλές φορές οι ρόλοι αντιστρέφονται και το «θύμα» μετατρέπεται σε «θύτη», που έχει την διάθεση να επιβληθεί με ακόμη σκληρότερους όρους από εκείνους που προηγουμένως τού είχαν επιβληθεί.

Ο εκβιασμός και δη ο πολιτικός είναι συνυφασμένος και με κάτι ακόμη: το ψέμμα. Το ψεύδος στεγάζει κάθε είδους εκβιασμό. Το ψεύδος συντηρεί τον εκβιασμό, τον δυναμώνει, τον εμφανίζει ως μια κατάσταση αναπόδραστη, δίχως επιλογές παράταιρες και ασύμφωνες από εκείνες που τέθηκαν. Όσο το ψέμμα γίνεται αποδεκτό, όσο απλώνει τα πλοκάμια του, άλλο τόσο ο εκβιασμός ή οι εκβιασμοί πετυχαίνουν τον σκοπό εκείνων που τους ασκούν.

Σε αρκετές περιπτώσεις οι πολιτικοί εκβιασμοί συνοδεύονται από διλήμματα. Τα διλήμματα προσφέρουν ήδη τις απαραίτητες αλυσίδες στον εκβιαζόμενο. Εφ’ όσον αποδεχτούμε τα διλήμματα που θέτει ο εκβιασμός είναι συνήθως δύσκολο να τον απορρίψουμε. Το πεδίο που θέτουν τα διλήμματα είναι συγκεκριμένο, η αποδοχή του δεν περιορίζει απλά τις κινήσεις του εκβιαζόμενου, αλλά προδιαγράφει την αίσια έκβαση για εκείνον που επιδιώκει να επιβληθεί. Όσοι εκβιάζουν εμφανίζουν την μια όψη του διλήμματος που θέτουν ως εκείνη που ταυτίζεται με την καταστροφή, το απόλυτο, δυσβάστακτο κακό, την ανυπολόγιστη καταστροφή. Έτσι επιχειρείται να καμφθεί η όποια αντίσταση, οι δεύτερες σκέψεις, αφού αυτό που προτείνεται εκβιαστικά πάντα φαντάζει δυσμενές μεν, αντίθετο στην βούληση, αλλά «μικρότερο κακό».

Μπορεί να νοηθεί πολιτική χωρίς εκβιασμούς; Όχι βέβαια και σε καμία περίπτωση. Απλά οι λεγόμενες εναλλακτικές πολιτικές ή οι πολιτικοί που πρεσβεύουν το πολιτικό «ήθος» καμουφλάρουν τους εκβιασμούς, δίνουν σημασία στα φτιασίδια, προσδοκώντας στα ίδια αποτελέσματα, αλλά σε βάθος χρόνου.

Στα γερμανικά, ο εκβιασμός Erpressung, προέρχεται από το pressen που σημαίνει πιέζω, (πρέσα). Η πίεση μπορεί να ασκείται σε μικρότερο βαθμό, αλλά παρατεταμένα, ή με τρόπο έντονο, που αποζητά άμεσα αποτελέσματα ή με εναλλαγή της έντασης.

Το στοιχείο του εκβιασμού υπάρχει εκ των πραγμάτων σε οποιαδήποτε διαπραγμάτευση, και παρ’ ότι οι τεχνικοί της εξουσίας το γνωρίζουν δεν αμελούν να εμφανίζουν τις συνθήκες διαπραγμάτευσης ταυτισμένες με το «γενικό καλό», τον «πολιτικό πολιτισμό» και τα συναφή. Και όταν τα «άγρια θηρία» της πολιτικής δείχνουν τα δόντια τους, τότε απλά μαθαίνουμε για μιαν ακόμη φορά ότι στην πολιτική δεν υπάρχουν συναισθηματισμοί αλλά συμφέροντα και σκληροί ανταγωνισμοί στους οποίους δεν χωρούν ούτε κατά διάνοιαν οι επιδείξεις φιλανθρωπίας.

Ποιοί είναι, λοιπόν, στα καθ’ ημάς, οι εκβιαστές και ποιοί οι εκβιαζόμενοι;

Ποιοί θέλουν τις εκλογές και ποιοί θέλουν να τις αποφύγουν; Ποιοί θα μας σώσουν και ποιοι έχουν υπογράψει την καταστροφή μας; Ποιοί είναι οι προδότες και ποιοί οι προδομένοι, ποιόν θέλουν περισσότερο ή λιγότερο οι έξωθεν δυνάστες μας;

Αν πάρουμε στα σοβαρά τους μεν και τους δε (κυβέρνηση και αντιπολίτευση) τότε θα πρέπει να ετοιμαζόμαστε για έναν νέο εμφύλιο, ή τουλάχιστον για έναν νέο «ανένδοτο», θα πρέπει να θεωρήσουμε ότι η «σφοδρή αντιπαράθεση» εξελίσσεται ανάμεσα σε δύο διαφορετικούς «κόσμους». Φυσικά δεν πρόκειται για κάτι τέτοιο.

Στην πολιτική οι εναλλακτικές λύσεις δεν στερεύουν εύκολα για τον εξής απλό λόγο: οι συμφωνίες που είναι ορατές προϋποθέτουν εκείνες που καλύπτονται κάτω από το μανδύα των διαφωνιών.

Ούτε ο Σύριζα ετοιμάζεται να πάρει τα άρματα κατά των «δανειστών», ούτε η κυβέρνηση να τον εμποδίσει να αναλάβει περισσότερες «υποχρεώσεις». Με άλλα λόγια δεν σκοπεύει ο Σύριζα να ανατρέψει καμία συνθήκη, ούτε τους όρους επιβολής που δήθεν αντιμάχεται, ούτε βέβαια μια κυβέρνηση που την χαρακτηρίζει στα λόγια σαν ενδοτική, προδοτική κ.ο.κ., αφού εύκολα θα μπορούσε να είχε προβεί σε ανατροπές την επομένη κιόλας των εκλογών αποσύροντας την κοινοβουλευτική του δύναμη μέσω της άμεσης παραίτησης όλων βουλευτών του.  Η πρόκληση εκλογών, με αυτό τον τρόπο, θα είχε τον χαρακτήρα δημοψηφίσματος. Φυσικά και δεν το έκανε.

Ο Σύριζα εμφανίζεται σαν το «κακό παιδί» του πολιτικού συστήματος, που όμως αρχίζει να προσαρμόζεται στις ενδεχόμενες κυβερνητικές του αρμοδιότητες, όποιες και αν προκύψουν. Θα πάρει την σκυτάλη και θα συνεχίσει αποσυμπιέζοντας, στα λόγια κυρίως, τα ολοένα και αυξανόμενα «βάρη» που έχουν επιβληθεί στο κοινωνικό σώμα, και τα οποία δεν είναι μόνο οικονομικά. «Θα περάσουμε δύσκολα», υποσχέθηκε με την σειρά του ο αρχηγός Τσίπρας, αλλά θα «νοιώθουμε υπερήφανοι και αξιοπρεπείς».

Πως θα γίνει αυτό;

«Υπάρχει ο εκβιασμός του δυνατού αλλά υπάρχει και ο εκβιασμός του αδυνάτου», σκέφτηκε και ελάλησε, ο Αλέκος Καλύβης, μέλος της Πολιτικής Γραμματείας του Σύριζα, σε συνέντευξή του στον ιστότοπο ΙΣΚΡΑ (9-12-2014):

Ερ.: «Η αδιαλλαξία της τρόικας δεν είναι κάτι νέο. Από την αρχή δεν δείχνει πρόθεση να «βοηθήσει» τον Σαμαρά με κάποια χαλάρωση των απαιτήσεων. Σας προβληματίζει καθόλου αυτό;

Απ.: Σε αυτές τις περιπτώσεις δεν υπάρχουν πολιτικοί συναισθηματισμοί. Οι δανειστές θέλουν να εξασφαλίσουν τα συμφέροντά τους και αυτό είναι που καθορίζει τη στάση τους. Προφανώς θα ήθελαν να διευκολύνουν μια φιλική προς αυτούς κυβέρνηση. Το γεγονός ότι δεν το κάνουν, οφείλεται κυρίως στο ότι πιστεύουν πως αυτή η κυβέρνηση είναι τελειωμένη. Γνωρίζουν ότι έρχεται ένας νέος διαπραγματευτής, μια νέα κυβέρνηση, που προσπαθούν να την υπονομεύσουν βάζοντάς της νέα εμπόδια. Επιπλέον, δεν θέλουν να δημιουργούνται προηγούμενα χωρίς αυτά να έχουν γίνει αναπόφευκτα.

Ερ.: Για ποιο λόγο, λοιπόν, μια κυβέρνηση της αριστεράς να είναι πιο αποτελεσματική στη διαπραγμάτευση; Με δεδομένο και όσα είπατε περί αποφυγής παραδείγματος.

Απ.: Η θέση του ΣΥΡΙΖΑ εισάγει μια τομή. Δεν πρόκειται ούτε να διαχειριστούμε την υπάρχουσα κατάσταση ούτε και να διαπραγματευτούμε σε αυτό το πλαίσιο. Αυτό είναι πολύ κατανοητό στους δανειστές και πρέπει να γίνει ακόμα πιο πιεστικό με τη δημιουργία ενός λαϊκού κινήματος στήριξης των θέσεων μιας αριστερής κυβέρνησης. Εάν δεν υπάρχει λαϊκή στήριξη και κοινοβουλευτική πλειοψηφία του ΣΥΡΙΖΑ, τα πράγματα θα είναι αρκετά δύσκολα. Εμείς όμως έχουμε μια τεράστια διαφορά σε σχέση με την παρούσα κυβέρνηση: Εκπροσωπούμε τα συμφέροντα των εργαζομένων και των λαϊκών στρωμάτων και όχι της ολιγαρχίας και έχουμε εναλλακτικό σχέδιο. Δεύτερον, έχουμε την αποφασιστικότητα να επιμείνουμε στις θέσεις μας. Τρίτον, αξιοποιούμε τις αλλαγές που γίνονται στην Ευρώπη όπου παντού διατυπώνονται αιτήματα υπέρβασης της λιτότητας. Όλα αυτά δημιουργούν νέα δεδομένα αλλά και ρωγμές στον αντίπαλο. Μια πολιτική δύναμη με επιμονή, προγραμματικές αρχές και έχοντας τη λαϊκή στήριξη μπορεί να έχει καλύτερα αποτελέσματα. Δεν θα είναι εύκολο, θα μας βάλουν εμπόδια, αλλά όπως υπάρχει ο εκβιασμός του δυνατού υπάρχει και ο εκβιασμός του αδύναμου».

Τι ζητάει λοιπόν η «νέα διακυβέρνηση»; Την στήριξη του λαού για να συνεχίζει ακριβώς τα ίδια: την διαπραγμάτευση μιας ευνοϊκής ρύθμισης του χρέους, που απλά θα παρακολουθεί τους πανευρωπαϊκούς συσχετισμούς και αποφάσεις. Ο «νέος» διαπραγματευτής αυτοπροβάλλεται ως ο φορέας, που θα ασκήσει τον «εκβιασμό του αδυνάτου» και αυτό ονομάζεται «τομή» και «ριζοσπαστισμός» απέναντι σε μια «φθαρμένη» κυβέρνηση, που θεωρείται «τελειωμένη» από τους «δανειστές». Η «έλευση» του Σύριζα, όμως, στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων, όπως έχουμε ήδη γράψει, δεν είναι ένα αναμενόμενο γεγονός, αλλά μια εξελισσόμενη κατάσταση. Είναι η επόμενη φάση μιας ιδιαίτερα μακρόχρονης διαδικασίας, που μεταξύ άλλων συμπεριλαμβάνει μια συνεχή εναλλαγή σχημάτων διακυβέρνησης, πολιτικών προσώπων, που εναλλάσσονται σε διάφορες θέσεις και κομματικούς σχηματισμούς, ώστε να λύνεται σε κάθε περίοδο η κοινή «εξίσωση» για τις διάφορες μερίδες των εξουσιαστών μέσα και έξω από τον ελλαδικό χώρο.

Βουρ, λοιπόν, για τον εκλογικό πατσά και όποιος αντέξει.

Συσπείρωση Αναρχικών

Από την ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ, φ. 145, Ιανουάριος 2015
Both comments and trackbacks are currently closed.