Οι Απάτσι Τσιρικάουα, το κογιότ και οι κούνελοι της πολιτικής…

koyiotΜια φορά κι έναν καιρό, σε ένα μακρινό χωριουδάκι, κάπου στην ευρύτερη περιοχή της Μεσοποταμίας, μια ομάδα ανθρώπων αποφάσισε πως δεν είναι δυνατόν αυτοί να κοπιάζουν για να ζήσουν, ούτε βεβαίως να χρησιμοποιούν την ειλικρίνεια στις ανθρώπινες σχέσεις τους. Θεώρησαν πως, επιτέλους, κάποιος πρέπει να έχει το κουμάντο στη διαχείριση τόσων ανθρώπων. Έτσι, μαζί με το λυκαυγές της αγροτικής παραγωγής και μιας απ’ τις πρώτες κοινωνίες, οργανωμένης σε αστικά κέντρα, ήρθε το θεσμισμένο ιερατείο και η «τέχνη» της πολιτικής. Το λοιπόν, η τελευταία βάλθηκε να κάνει τα πράγματα να μοιάζουν στα μάτια των εξουσιαζομένων όχι όπως πραγματικά είναι, αλλά με τον τρόπο που επιθυμούσε η σκιώδης δράκα τους να τα βλέπουν. Το φως έγινε σκοτάδι, η θέρμη μετατράπηκε σε πάγο κι η αλήθεια σε ψέμα απατηλό. Από τότε κύλησε άπειρο νερό στο αυλάκι της κυριαρχίας, οι εργολάβοι της πολιτικής γιγαντώθηκαν κι ο έλεγχός τους πυργώθηκε στις συνειδήσεις των σκλάβων, ως άλλο κυκλώπειο αρχιτεκτόνημα.

Ωστόσο, την ίδια εποχή ή και παλιότερα, υπήρχαν ανθρώπινες κοινότητες που δεν ζήλεψαν τα κούφια θέλγητρα των κοινωνιών. Κοινότητες που, παρά τα όποια προβλήματά τους, έσφυζαν από ζωή, χόρταιναν φαγητό κι αθωότητα, προχωρούσαν καθημερινά σε μια συλλογική σωματική και πνευματική ευμάρεια, έξω από το πολιτισμικό δίχτυ. Στο κοινό τους θυμικό δημιούργησαν σπάνιας ομορφιάς αφηγήσεις για όσα τους απασχολούσαν τόσο στον καθημερινό τους βίο, όσο και για ζητήματα σχετικά με το υπερβατικό κι άρρητο. Σε κάποιες από αυτές τις αφηγήσεις γίνεται σχηματικά λόγος και για την ουσία της πολιτικής διαχείρισης, την εξαπάτηση, δηλαδή, μέσα από τα πάσης φύσεως τεχνάσματα, το εξουσιαστικό καλειδοσκόπιο, που κάνει το άσπρο να μοιάζει μαύρο. Ας δούμε, λοιπόν, μία από αυτές και πιο συγκεκριμένα μια αφήγηση των Απάτσι Τσιρικάουα:

Το κογιότ δαγκώνει ένα πέτρινο κουνέλι και αφήνει ένα αληθινό να του ξεφύγει

Συνέχισε λοιπόν το κογιότ την περιπλάνηση του. Κάποια στιγμή πείνασε. Πάει τώρα κάποιος, παραγεμίζει ένα κουνέλι με πέτρες και το βάζει μέσ’ στα χορτάρια, πάνω στο δρόμο του κογιότ. Βλέπει το κογιότ το κουνέλι και κοντοζυγώνει με προσοχή, λογαριάζοντας να κάνει ξαφνικά έναν πήδο και να το τσακώσει. Φτάνει στη σωστή απόσταση, πηδάει μ’ όλη του την φόρα πατάει μια γερή δαγκωνιά στο κουνέλι, για να τ’ αρπάξει από τον σβέρκο. Παν’ τα δόντια του!

«Αχ, τα δοντάκια μου», φώναξε και κάθισε κατάχαμα, με πονεμένα δόντια.

Παίρνει πάλι το δρόμο το κογιότ, παραπατώντας, ώσπου βλέπει ένα αληθινό κουνέλι, αυτή τη φορά, καθισμένο πλάι στο μονοπάτι.

«Α, δεν την ξαναπαθαίνω με πέτρινα κουνέλια», λέει και προσπερνάει. Γυρνά όμως μετά να κοιτάξει και βλέπει το κουνέλι να το σκάει τρέχοντας.

Βάλθηκε να βλαστημάει τον εαυτό του: «Ανάθεμα τον πατέρα σου! Άχρηστο κογιότ! Δεν ξέρεις τι σου γίνεται! Να σου ξεφύγει τέτοιος θρεμμένος κούνελος μέσ’ από τα χέρια σου!» Τα έσουρε για τα καλά στον εαυτό του. Η κοιλιά του γουργούριζε από την πείνα.

Εμείς, λοιπόν, τα θέλουμε τα δόντια μας. Και για τούτο, επ’ ουδενί δεν προτιθέμεθα να «δαγκώσουμε» τα πέτρινα κουνέλια της πολιτικής, είτε αριστερά και δεξιά είτε μαυροκόκκινα και ποικιλόχρωμα. Θα συνεχίσουμε να διοχετεύουμε το πάθος, την ενέργεια και την πίστη μας για συνολική απελευθέρωση, αποκλειστικά σε ό,τι καταστρέφει το συρφετό της εξουσίας συλλήβδην κι όχι, ως πολιτικά λιγούρια, να θέτουμε αιτήματα για «καλύτερες» συνθήκες σκλαβιάς.

σύντροφοι για την Αναρχική απελευθερωτική δράση

Σχετικά βιβλία: Παραμύθια των Απάτσι Τσιρικάουα, επιλογή - επιμέλεια: Morris Edward Opler
Advertisements
Both comments and trackbacks are currently closed.