«ΤΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ ΝΕΟΛΑΙΑ» (1) που αρχίζει να γίνεται ΜΗ πρόβλημα…

«Η έσχατη εποχή που προφήτευσε το μαντείο έχει έρθει·

η θαυμαστή τάξη των αιώνων γεννιέται και πάλι». Βιργίλιος

problem-1Δεν είναι πρωτόγνωρο «φαινόμενο» μια περίοδος, –χωρίς να καταπιανόμαστε αν έτσι ορίζεται αυθαίρετα ή με ποια κριτήρια, ένα συγκεκριμένο χρονικό διάστημα– άλλοτε να χαρακτηρίζεται από μια πύκνωση γεγονότων, που προσδιορίζουν τον κοινωνικό ανταγωνισμό και άλλοτε από μια «πρωτοφανή» άπνοια.

Οι ανησυχούντες για την δεύτερη περίπτωση, όταν συγκαταλέγονται στους πάσης φύσεως θιασώτες της πολιτικής, εκφράζονται απλά για μιαν ακόμη φορά με περίσσεια υποκρισία. Έτσι κι αλλιώς η πρόθεσή τους είναι να εκπροσωπήσουν τις κοινωνικές αντιδράσεις, είτε αυτές εκδηλώνονται, είτε όχι. Ούτως ή άλλως, η πολιτική διαχειρίζεται τις υποθέσεις των ανθρώπων, κινητοποιούμενων και μη.

Μα, θα αναρωτηθεί κάποιος εύγλωττα, έχει πάψει να αποτελεί πρόσφορο πολιτικό έδαφος η οποιαδήποτε κοινωνική διεκδίκηση διαπραγματεύεται την διατήρηση των «κεκτημένων», ή έστω τον φραγμό στη διαδικασία απώλειας ακόμη περισσότερων δικαιωμάτων (εργασιακών, πολιτικών κα.); Και βέβαια όχι.

Το ερώτημα, παρ’ όλα αυτά, είναι παραπλανητικό για τον εξής απλό λόγο.

Με αφορμή την πρόσφατη απεργιακή κινητοποίηση ο πρόεδρος της ΑΔΕΔΥ Δ. Κουτσούκος σε συνέντευξή του, μεταξύ άλλων, δήλωσε, ότι η κυβέρνηση θα έπρεπε να είναι ικανοποιημένη, όταν πραγματοποιούνται μεγάλες συγκεντρώσεις, αφού θα μπορεί να χρησιμοποιεί το γεγονός αυτό ως διαπραγματευτικό χαρτί στις συζητήσεις της με την τρόικα.

Και όμως, πρόκειται για τον ίδιο, που με συνέπεια, όπως και το συνάφι του, προσπάθησε, κόπιασε τόσα χρόνια, ώστε οι απεργιακές κινητοποιήσεις να αποτελούν θλιβερές μαζώξεις των συνδικαλιστών και των συγγενών τους και τίποτε παραπάνω. Προφανώς η δήλωσή αποτελεί ένα ακόμη μνημείο υποκρισίας, όπως συνήθως, παραλογισμού πάντως όχι.

Το ζήτημα, λοιπόν, δεν είναι μόνο αν κινητοποιούνται ή όχι περισσότεροι ή λιγότεροι άνθρωποι, αλλά ποιες είναι οι ιδέες που σημαδεύουν, που τροφοδοτούν που ζωντανεύουν την δράση τους.

Έχουμε αναφέρει επανειλημμένα, ότι στον ελλαδικό χώρο ιστορικά, οι κοινωνικές συγκρούσεις και εξεγέρσεις προηγούνται των λεγόμενων κρίσεων. Έχουμε προσπαθήσει επίσης, με κάθε τρόπο να συμβάλλουμε στην αποσαφήνιση γεγονότων που συμμετείχαμε, συνεχίζοντας την συμβολή μας στην προσπάθεια να μην σβήνουν σαν μια σύντομη φωτεινή αναλαμπή, αλλά να μένουν ζωντανά στην μνήμη όλο και περισσότερων ανθρώπων και βέβαια όσων αγωνίστηκαν και συνεχίζουν να αγωνίζονται για έναν κόσμο ελεύθερο και ανεξούσιο.

Πιστεύουμε ακράδαντα ότι οι ιδεολογικές ράγες στις οποίες θεωρείται ότι κινείται ο λεγόμενος «δημόσιος βίος» κάθε εποχή δεν έχουν μία κατεύθυνση. Η κάθε «στιγμή» είναι αποκομμένη από τις προηγούμενες, ασύνδετη και ανεπηρέαστη απ’ ότι προηγήθηκε; Το ίδιο θεωρούμε ότι συμβαίνει και με εξελίξεις σε διάφορα ζητήματα που αλληλοδιαπλέκονται με πολυσύνθετες συγκρούσεις, υποχωρήσεις, συμβιβασμούς που καταγράφονται σε πολιτικό, κοινωνικό ή οικονομικό πεδίο.

Αν θεωρούσαμε το αντίθετο τότε πραγματικά τόσα και τόσα γεγονότα, που αλληλοδιαδέχονται το ένα το άλλο, δεν θα αποτελούσαν παρά μόνο ένα μπλεγμένο κουβάρι.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελούν τα πρόσφατα γεγονότα που αφορούν με την στενή έννοια μόνο τους φοιτητικούς χώρους.

Αναφερόμαστε στην επίδειξη πυγμής εκ μέρους του πρύτανη Φορτσάκη απέναντι σε ομάδες φοιτητών που επιχείρησαν να καταλάβουν την Νομική σχολή την 13η-11-2014, όπως είχαν προαναγγείλει, με την ανάλογη πρόσκληση των κατασταλτικών δυνάμεων.

Στον πρόλογο της έκδοσης (2008) του Αρχείου Κοινωνικών Αγώνων – Αναρχικής Αρχειοθήκης, Οδοφράγματα στις Εκπαιδευτικές Μεταρρυθμίσεις, Φοιτητικές κινητοποιήσεις 2006-2007, τονίζαμε ότι: «το φαινόμενο της αύξησης των λεγόμενων εκπαιδευτικών ευκαιριών, που φαινομενικά απλά φανερώνει τον προσανατολισμό των κρατικών σχεδιασμών να καλύψουν τις προσδοκίες των εκπαιδευόμενων για κατάληψη των πιο απαιτητικών και προσοδοφόρων επαγγελμάτων χρήζει δεύτερης και τρίτης ανάγνωσης», προσθέταμε μάλιστα ότι «όταν ξεπερνιέται ο αριθμός των υψηλών θέσεων που είναι διαθέσιμος, τότε επακολουθεί η λειτουργία της «ψύχρανσης» όλων εκείνων που πρέπει να μείνουν εκτός νυμφώνος».

Σε άλλο σημείο του προλόγου επίσης επισημαίναμε, ότι «σε κάθε μεταβολή του καθεστώτος κυριαρχίας, σε κάθε προσπάθεια εκσυγχρονισμού των θεσμών και μηχανισμών του, που περιελάμβανε και την επανεξέταση του θεσμού της εκπαίδευσης, η θέση των καθηγητών στα πανεπιστήμια ως μια ισχυρή ομάδα συμφερόντων τούς επέτρεπε να αποτελούν τον μόνιμο προνομιακό συνομιλητή κάθε εξουσίας».

Προ ολίγων ημερών υπέβαλε την παραίτησή του, η οποία και έγινε δεκτή, ο αντιπρύτανης του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, Γιάννης Τζιφόπουλος, στον απόηχο των έντονων αντιδράσεων που προκάλεσε τηλεοπτική δήλωσή του, στην οποία συγκεκριμένα τόνιζε ότι «Φοβάμαι ότι πρέπει να φασιστοποιηθούμε όσοι είμαστε σε θέσεις εξουσίας, δεν βλέπω να αλλάζει αλλοιώς ο Έλληνας», ενώ πρόσθεσε ότι: «Εάν παραφέρεσαι να τρως μια σφαλιάρα για να συμμαζεύεσαι, όπως γίνεται στη Γερμανία, στον Καναδά, την Αυστραλία, σε όλες τις σοβαρές χώρες του κόσμου. Δεν μπορούμε να ψηφίζουμε νόμους και να μην τους τηρούμε».

Ας δούμε όμως και την ανακοίνωση-καταγγελία του Συλλόγου Φοιτητών του Τμήματος Φιλολογίας του ΑΠΘ:

«Οι νέοι πρυτάνεις της βίας και της καταστολής, με πρωτοπόρο τον Φορτσάκη, προβαίνουν από τους τρεις πρώτους μήνες ανάληψης της εξουσίας τους σε πρακτικές αυταρχισμού και τρομοκράτησης μέσα στο πανεπιστήμιο. Άλλοτε με ΜΑΤ κι εισαγγελείς, άλλοτε με μπράβους, θυματοποιημένες πλην επιθετικές καταγγελίες κι απειλές πειθαρχικών διώξεων σε βάρος φοιτητών, οι νέες πρυτανείες παίρνουν ξεκάθαρα θέσεις μάχης ενάντια στα κεκτημένα του φοιτητικού κινήματος, στο πανεπιστημιακό άσυλο, στον φοιτητικό συνδικαλισμό, στις ριζοσπαστικές μορφές πάλης και τις αγωνιστικές μας αποφάσεις. Με τις κυβερνητικές πλάτες και τον Λοβέρδο να θαυμάζει την πυγμή και το σθένος τους, οι πρυτανείες στο σύνολό τους έχουν βαλθεί να αλλάξουν άρδην τη φυσιογνωμία του ελληνικού πανεπιστημίου παγιώνοντας το κυβερνητικό δόγμα «ησυχία, τάξη και ασφάλεια», στρώνοντας το δρόμο για ένα πανεπιστήμιο θεσμοποιημένου αυταρχισμού, έτσι όπως περιγράφεται από το νέο καταστατικό λειτουργίας των Ιδρυμάτων, τον Οργανισμό. Ζωτικό κομμάτι μιας τέτοιας Πρυτανείας είναι και ο πρόεδρος του τμήματος Φιλολογίας, Γ. Τζιφόπουλος. Σε ρόλο αντιπρύτανη ακαδημαϊκών υποθέσεων, ο Τζιφόπουλος στηρίζει και συμμετέχει ενεργά στις αυταρχικές κινήσεις της νέας Πρυτανείας του ΑΠΘ με επικεφαλής τον Π. Μήτκα. Κινήσεις οι οποίες μεταφράζονται σε: τοποθέτηση μπράβων έξω από την αίθουσα της Συγκλήτου προκειμένου να παρεμποδιστεί η παρέμβαση των φοιτητικών συλλόγων στην διαδικασία της, καταναγκαστικό και παράνομο κλειδαμπάρωμα εργαζομένων στο κτίριο διοίκησης, lock out του κτιρίου διοίκησης προκειμένου οι φοιτητικοί σύλλογοι να μην υλοποιήσουν τις αποφάσεις των γενικών τους συνελεύσεων για κατάληψη της Πρυτανείας. Αντίστοιχες κατευθύνσεις και κινήσεις εξειδικεύονται και στο εσωτερικό του Τμήματος Φιλολογίας με τις αυταρχικές επιλογές του Τζιφόπουλου ως προέδρου του τμήματος ήδη από το προηγούμενο ακαδημαϊκό έτος».

Δεν είναι, βέβαια, διόλου δύσκολο να διακρίνει και ο πλέον αδαής την συντεχνιακή λογική να ξεδιπλώνεται σε όλο της το μεγαλείο. Δεν υπάρχει η παραμικρή νύξη ότι η καταστολή συγκεκριμένων μορφών αγώνα αφορά, όχι βέβαια μόνο τους φοιτητές, αλλά το σύνολο των ανθρώπων που έχουν διάθεση να κινητοποιηθούν με ανάλογο τρόπο, αλλά και εκείνους που θα θελήσουν να διαδηλώσουν, είτε με δυναμική διάθεση, είτε ειρηνικά. Ούτε πάει (;) βέβαια στο μυαλό των συντακτών της ανακοίνωσης ότι η κατασταλτική βία που τους ασκήθηκε δεν αφορά βέβαια αποκλειστικά τον συντεχνιακό τους χώρο και τα φοιτητικά «κεκτημένα» (εδώ γελάμε βέβαια), αλλά αφορά τον οιοδήποτε ανθρωπάκο δέχεται κάθε είδους βία την περίοδο, που διανύουμε με αιχμή το οικονομικό ζήτημα.

Η πραγματικότητα, λοιπόν, για μια ακόμη φορά βρίσκεται πολύ μακρύτερα από εκεί που δείχνουν οι μικροί ή μεγάλοι τεχνικοί της πολιτικής.

Η «λύση Φορτσάκη» στηρίζεται από ευρύτερες πολιτικές δυνάμεις, και εντάσσεται στην ευρύτερη ανασυγκρότηση θεσμών που εξελίσσεται με όχημα την λεγόμενη «κρίση». Είναι, επίσης, φανερό ότι η επίκληση γελοιοτήτων περί κεκτημένων φοιτητικών ή άλλων οφείλεται σε παντελή άγνοια του τί διακυβεύεται και βέβαια όχι θεωρητικά ή στα μυαλά ορισμένων «ακραίων» πανεπιστημιακών ή γενικότερα εξουσιαστών αυτήν την περίοδο.

Η «απεριόριστη ελευθερία» στους φοιτητικούς χώρους, το πρόταγμα της πολιτικοποίησης, ο τρόπος μοιράσματος του κομματιού της πίττας που αναλογεί στην εξουσία που αναγνώριζε το κράτος στις φοιτητικές παρατάξεις και στα πλαίσια του «αυτοδιοίκητου» των πανεπιστημίων, όλα αυτά δίνουν εδώ καιρό σταδιακά την θέση σε άλλα «συνθήματα» μη «παρωχημένα» όσον αφορά πλέον τους νέους κρατικούς σχεδιασμούς.

Και ας μη παραξενευτεί οποιοσδήποτε όταν αντιληφθεί ότι δεν αργεί να έρθει η πρόταση περί αποβολής όσων συμμετέχουν ή στηρίζουν καταλήψεις σε πανεπιστημιακούς χώρους.

Ας θυμηθούν, αν έχουν ακόμη χρόνο, όσοι κινητοποιούνται ακόμη αφελώς υπό τις σημαίες των φοιτητικών παρατάξεων, ότι η κατάληψη που έκανε πάταγο σ’ ολόκληρο τον κόσμο τον Μάη του ’68 και συγκεκριμένα την 15η Μαΐου, δεν ήταν τόσο η κατάληψη κάποιου πανεπιστημίου, αλλά του θεάτρου Οντεόν στο Παρίσι, που πλημμύρισε από 4.000 καταληψίες. Για την συγκεκριμένη κατάληψη, που διήρκεσε ένα μήνα, έγραφε η εφημερίδα Βραδυνή στις 16-5-1968 με τον τίτλο Άλωσις Παρισίων επιχειρείται. Κατελήφθη το Οντεόν. Διεθνής Συνομωσία, νύκτες αναρχίας: «Τουλάχιστον 4.000 φοιτηταί ενισχυμένοι από τους «χίππις» της περιοχής εισέβαλλαν εις το θέατρο μετά το τέλος της παραστάσεως αμερικανικού μπαλέτου και κατέκλυσαν το κτίριο από του υπογείου μέχρι της σοφίτας».

Φυσικά οι φοιτητοπατέρες, οι κομματικοί που έχουν κάθε λόγο να διαφεντεύουν τα συμφέροντά τους στους φοιτητικούς χώρους, ούτε έχουν ξεχάσει πως δίνονται απαντήσεις στις «αυθαιρεσίες της κυβέρνησης», ούτε έχουν λησμονήσει τα μαθήματα ιστορίας, που με την πρώτη ευκαιρία δεν αμελούν να δίνουν, όπως βέβαια τους βολεύει.

problem-2Οι ανησυχίες και οι προβληματισμοί που γέννησαν τα παγκόσμια γεγονότα του Μάη του ’68, δεν αποτυπώθηκαν μόνο από εφημερίδες της εποχής, όπως η Βραδυνή, αλλά και από εκπροσώπους της διανόησης που στήριζαν το καθεστώς, και αυτοί δεν ήταν λίγοι.

Ο Νικόλαος Τομαδάκης, καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών και Κοσμήτορας της Φιλοσοφικής Σχολής επιχείρησε να προσεγγίσει με άρθρα του την επαναστατικότητα των νέων. Σ’ ένα μάλιστα άρθρο του, Ο Παλαιός και Νέος Χρόνος τον Γενάρη του 1970 στο περιοδικό Θέσεις και Ιδέαι προσπάθησε να διακρίνει το φαινόμενο της σύγχρονης «αναρχίας» ως κάτι ευρύτερο, που διέφερε με ουσιαστικό τρόπο, από την «παραδοσιακή» δράση των αριστερών νεολαιών, κρούοντας τον κώδωνα του κινδύνου για την τάση της νεολαίας να αυτονομηθεί: «[Η νεολαία μας] κατά τινα τρόπον επανεστάτησε κατά του καθιερωμένου είδους της κομμώσεως, της ενδύσεως, της συμπεριφοράς, ακούρευτος, αξύριστος, ακάθαρτος, πολλάκις, αρνήτρια της τάξεως την οποίαν ημείς είχομεν συνηθίσει, αντιδρώσα προς την καθιερωμένην ηθικήν, […] τείνουσα να αυτονομηθεί».

Στο ίδιο περιοδικό, που αποτελούσε ημιεπίσημο θεωρητικό βήμα του απριλιανού καθεστώτος, ο Ανδρέας Καραντώνης λογοτέχνης, ήδη από τον Οκτώβρη του 1968 σε άρθρο του, «Οι καταλυτικές διαθέσεις της συγχρόνου νεολαίας», επίσης διαχώριζε τα αριστερά κινήματα του παρελθόντος από τον «σύγχρονο αναρχισμό» που αποτελούσε «την εκδήλωση μιας ορμής για την άμεση κατάλυση κάθε τι του κοινωνικά οργανωμένου».

Στο στόχαστρο βρίσκονταν, λοιπόν, τότε, τα «χαϊδεμένα παιδιά», οι «κακομαθημένοι νέοι, οι ανίδεοι από τις στερήσεις», που «ούρλιαζαν» στις πόλεις των ευρωπαϊκών κρατών προκαλώντας συνεχώς ταραχές, οι νέοι που δεν μπορούν να εκτιμήσουν «τις υλικές, ηθικές και επιστημονικές απολαβές» που απολάμβαναν μεταπολεμικά. Οι νέοι που δεν βρίσκονταν κάτω από την (τουλάχιστον) κλασικού τύπου μαρξιστική επιρροή (και γι’ αυτό δεν αποτιμούνταν η νεολαία ως κομμουνιστική), οι νέοι που έσφυζαν από επιθυμίες, που αμφισβητούσαν με κάθε τρόπο το μεταπολεμικό καταναλωτικό όνειρο των δυτικών κοινωνιών, που αναδύονταν, που αποστρέφονταν την αστυνομία και τον στρατό, την εκκλησία, και κάθε είδους συμβάσεις και υποχωρήσεις.

Και μια που πήγαμε λίγο πίσω, ας θυμηθούμε ένα άρθρο του δικτάτορα Γεωργίου Παπαδόπουλου στην Βραδυνή την 16η-12-1969 με τίτλο «Ο κίνδυνος της αναρχίας», με το οποίο προειδοποιούσε τους δημοκράτες ανά την Ευρώπη:

«Ας αναχθούν εις το ύψος των περιστάσεων και ας αντιμετωπίσουν όχι πλέον το μίασμα του κομμουνισμού, διότι τούτο φαίνεται ότι πλέον έχει παύση να αποτελεί κίνδυνον δια τον ελεύθερον κόσμον, αλλά ας αντιμετωπίσουν τη νέαν δύναμιν, την ανατρεπτικήν, την αναρχίαν που δημιουργεί η μεταφορά του κοινωνικού ατόμου εις την μορφήν του απολύτως ελευθέρου ατόμου, του δρώντος υπό την επήρρειαν του ενστίκτου ως θηρίον εις την ζούγκλαν. Και τότε η κατάστασις θα είναι αλίμονον, λίαν κρίσιμος και λίαν επικίνδυνος για όλους. Ας αντιμετωπίσουν λοιπόν όσον είναι καιρός ακόμη, την κατάστασιν της ασθενείας της Δημοκρατίας των και ας αφήσουν την ιδικήν μας εις ημάς».

Η ουσία, λοιπόν, δεν βρίσκεται στο να αναμασάει κάποιος τα ίδια και τα ίδια, και μάλιστα εκτός τόπου και χρόνου και ενώ είναι εντελώς προδιαγεγραμμένο το γεγονός ότι πολύ γρήγορα θα αναγκαστεί να μονολογεί το γνωστό «στερνή μου γνώση να σε είχα πρώτα». Δεν είναι δύσκολο να σκιαγραφήσει και ο πλέον άπειρος τα σημερινά προβλήματα που χαρακτηρίζουν τις φοιτητικές κινητοποιήσεις (και όχι μόνον). Το δύσκολο απ’ ότι φαίνεται είναι να αφεθεί η πεπατημένη των αδιέξοδων «δράσεων» που συνοδεύονται από απόψεις και ιδέες που δεν μπορούν να πλήξουν ούτε τους κρατικούς σχεδιασμούς, αλλά και δεν αγγίζουν ούτε έναν ανιδιοτελή κινητοποιούμενο…

Συσπείρωση Αναρχικών

1. Τίτλος του ιδιαίτερα ενδιαφέροντος βιβλίου, Το «Πρόβλημα Νεολαία», Μοντέρνοι νέοι, παράδοση και αμφισβήτηση στην Μεταπολεμική Ελλάδα, 1964-1974, Κώστας Κατσάπης

Από την ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ, φ. 144, Δεκέμβριος 2014
Both comments and trackbacks are currently closed.