Πόσο ΑΘΩΑ είναι τα ΔΩΡΑ;

doroΜια από τις συνήθειες κατά την περίοδο των Χριστουγέννων και της πρωτοχρονιάς είναι η ανταλλαγή δώρων. Για την κοινωνία της αγοράς και της κατανάλωσης oι συγκεκριμένες γιορτές είναι η χαρά του εμπόρου, του κατασκευαστή, του διαφημιστή, του συστήματος εν τέλει. Οι εργαζόμενοι-καταναλωτές, ακολουθώντας τις επιταγές του marketing, συνωστίζονται στα μεγάλα πολυκαταστήματα για να αγοράσουν ό,τι μπορούν και πρέπει, με την βοήθεια των εορτοδανείων που αφειδώς τους προσφέρουν οι τράπεζες. Ο καταναλωτής, ως ένα υπάκουο ον, που δεν θέλει να διαφέρει σημαντικά απ΄ αυτά που προβάλλει η τηλεόραση, χρεώνεται και ξαναχρεώνεται για είναι in. Και όπως με έπαρση αναγράφει στις διαφημίσεις της η Ένωση διαφημιστών, έχουμε εισέλθει στην εποχή του homo consumes και πρέπει να είμαστε χαρούμενοι γι’ αυτό. Αλλά πως ήταν η συμπεριφορά του ανθρώπου απέναντι στην κατανάλωση και στην ανταλλαγή δώρων παλαιότερα;

Από τις πρώτες κοινωνίες συναντάται ευρέως η ανταλλαγή προϊόντων και αγαθών όπου αποτελούσαν τις λεγόμενες «κοινωνίες διατροφής». Δηλαδή οι άνθρωποι εξασφάλιζαν τα αναγκαία για την επιβίωση τους και δεν επιθυμούσαν να δημιουργήσουν αποθέματα προϊόντων (γι’ αυτό και ονομάζονται και τις χαρακτηρίζουν «κοινωνίες ανάγκης»). Είναι γνωστό ότι η ανταλλαγή αγαθών είχε καθαρά χρηστικούς λόγους και δεν εντασσόταν στη λογική της εμπορικής συναλλαγής. Για παράδειγμα, όταν τα μήλα ενός αγρότη ωρίμαζαν πριν από του γείτονα, έπαιρνε ένα καλάθι φρεσκοκομμένα μήλα και του τα πήγαινε πεσκέσι. Ο γείτονας ανταπέδιδε το δώρο αυτό, όταν ωρίμαζαν τα δικά του πορτοκάλια. Με αυτό τον τρόπο και οι δυο γείτονες είχαν στην διάθεσή τους, μήλα και πορτοκάλια για μεγαλύτερα χρονικά διαστήματα. Αργότερα, όταν ο άνθρωπος σταδιακά βελτίωνε τις καλλιεργητικές και κυνηγετικές του τεχνικές και ταυτόχρονα περίσσευε ένα κομμάτι της παραγωγής του, το πρόσφερε όπου ήθελε ως δώρο με τα χαρακτηριστικά του σεβασμού, της αγάπης, της αλληλεγγύης. Γι’ αυτό και τα δώρα αποτελούν ένα από τα αρχαιότερα μέσα σύσφιξης των ανθρώπινων σχέσεων.

Ταυτόχρονα, στις ινδιάνικες κοινωνίες παρατηρείται το εξής παράδοξο: ο αρχηγός κάθε φυλής που δεν διαθέτει κάποια αρχή/εξουσία στα χέρια του (στη συντριπτική πλειοψηφία των πολυάριθμων φυλών που συναντώνται), αν θέλει να παραμείνει στη θέση του θα πρέπει να είναι ειρηνοποιός, καλός ρήτορας και γενναιόδωρος. Δηλαδή δεν μπορεί να αποκρούει τα αδιάκοπα αιτήματα των μελών της φυλής του, αν θέλει να διατηρήσει το «αξίωμά» του. Γράφει συγκεκριμένα ο Πιέρ Κλάστρ (στο βιβλίο του «Κοινωνία ενάντια στο Κράτος», εκδ. Αλεξάνδρεια) «ο φύλαρχος, υποχρεωμένος να ανταποκριθεί στη γενναιοδωρία που αναμένουν από εκείνον, οφείλει να φροντίζει ακατάπαυστα να προμηθεύεται δώρα για να προσφέρει στους ανθρώπους του. Το εμπόριο με τις άλλες ομάδες μπορεί να αποτελέσει πηγή αγαθών αλλά, τις περισσότερες φορές, ο αρχηγός στηρίζεται στην προσωπική του εφευρετικότητα και εργασία. Έτσι ώστε, κατά περίεργο τρόπο, εκείνος που εργάζεται πιο σκληρά στη νότιο Αμερική είναι ο αρχηγός»(!).

Σίγουρα τα δώρα δεν αποτελούν κριτήριο αξιολόγησης των ανθρώπινων σχέσεων. Συχνά αποτελούσαν (και αποτελούν) μέσο εξαναγκασμού, επιβολής, εξουσιασμού αλλά και εξαπάτησης (βλέπε Δούρειο Ίππο). Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η ανταλλαγή δώρων μεταξύ του φεουδάρχη, ή του Σουλτάνου, και των υποτακτικών του. Σε αυτή την περίπτωση οι κανόνες του παιχνιδιού ήταν πολύ συγκεκριμένοι. Υπήρχαν κάποια αγαθά τα οποία θεωρούνταν άξια να δωρηθούν στον «αφέντη» και κάποια άλλα που όποιος τα δώριζε έπεφτε αμέσως σε δυσμένεια. Ταυτόχρονα ο «αφέντης» έκανε συχνά δώρα στους ανώτερους υποτακτικούς του, αλλά με τέτοιο τρόπο που να του είναι συνεχώς υποχρεωμένοι και να ενισχύεται η ιεραρχία (π.χ. η ανταλλακτική αξία του δώρου να είναι αντίστοιχη με την θέση του αξιωματούχου που λαμβάνει το δώρο από τον «αφέντη»). Μήπως κάτι αντίστοιχο δεν συμβαίνει και σήμερα σε μεγάλες εταιρείες και πολυεθνικές που έντεχνα ενισχύουν την ιεραρχία και υποδαυλίζουν τις σχέσεις μεταξύ των εργαζομένων; Ή μήπως το ίδιο δεν συμβαίνει όταν λέμε το πόσο «σκλαβωνόμαστε» από ένα δώρο που μόλις έχουμε λάβει;

Στους καιρούς μας, το δώρο, ως έννοια και πρακτική, έχει φθαρεί από τις μίζερες βλέψεις του homo economicus καταλήγοντας να είναι «ένα ακόμη εμπόρευμα, μία εξευτελιστική συναλλαγή, που πλέον δεν διατηρεί καμία σχέση με τη φαντασία, τη φροντίδα για τον άλλο, την επινοητικότητα, τον αυτοσχεδιασμό, τη γενναιοψυχία, την περιφρόνηση της οικονομίας, την έκπληξη – όλα εκείνα τα χαρακτηριστικά που το κάνουν να συγγενεύει πολύ με το παιχνίδι» (Γ-Ι Μπαμπασάκης, «Περί Δώρου»). Έτσι, το δώρο σήμερα αντιπροσωπεύει, συνήθως, το glamour, το ψεύτικο και το επιφανειακό.

Ο Marcel Mauss επιχείρησε, πρώτος μια «κοινωνιολογία του δώρου» (Marcel Mauss, Το Δώρο: Μορφές και Λειτουργίες της ανταλλαγής στις πρωτόγονες κοινωνίες, εκδ. Καστανιώτη,1977) προχωρώντας πολύ περισσότερο από μια απλή ιστορική καταγραφή των τρόπων με τους οποίους αντάλλασσαν τρόφιμα, ενδύματα, κοσμήματα οι φυλές της Βόρειας Αμερικής ή της Ωκεανίας.

Ο Mauss δεν διστάζει να ασκήσει σφοδρή κριτική στη νεωτερική κοινωνία, που όχι μόνο πριμοδοτεί την ανταλλακτική αξία έναντι της αξίας χρήσης αλλά ταυτόχρονα κατακυριεύεται από μιαν άτεγκτη εμπορευματική λογική. Προτείνοντας τα εξής: «Πρέπει να επιστρέψουμε στο παλιό και θεμελιώδες. Να ανακαλύψουμε για άλλη μια φορά τα κίνητρα ζωής και δράσης που ακόμα θυμούνται πολλές κοινωνίες και πολλές κοινωνικές τάξεις: τη χαρά της προσφοράς στο σύνολο, την τέρψη της γενναιόδωρης αισθητικής δαπάνης, την απόλαυση της φιλοξενίας στη δημόσια ή την ιδιωτική γιορτή».

Και μην ξεχνάμε το εξής: πως αν κάποιο δωράκι λαμβάνουμε τη πρωτοχρονιά απ’ το αφεντικό μας, δεν είναι γιατί μας εκτιμά αλλά γιατί μας αποτιμά και υποτιμά ταυτόχρονα. Τα δικά μας δώρα φρόνιμο είναι να τους τα δώσουμε απλόχερα και γενναιόδωρα στα οδοφράγματα… με τα εκθέματα των βιτρινών τους.

Αναρχικός Πυρήνας Χαλκίδας

Από την ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ, φ. 46, Ιανουάριος 2006
Both comments and trackbacks are currently closed.