Ferguson: κοινωνικού ανταγωνισμού καλόδεχτα γεννήματα

FergusonΑυτό που είθισται να ονομάζουμε κρατική μηχανή εμπεριέχει, αν μη τι άλλο, ένα πολυδαίδαλο πλέγμα εξουσιών, το οποίο διαχέεται στους εγκλωβισμένους εντός των κοινωνικών τειχών πολυποίκιλα και, συν τω χρόνω, σε υψηλότερα κβάντα[1] άμεσης ή έμμεσης καταστολής. Ειδομένης της πρώτης περιπτώσεως, θα λέγαμε πως, αν θελήσουμε να συγκρίνουμε το οπλοστάσιο της κρατικής μηχανής με αυτό που συνήθως οικειοποιούνται οι αγωνιζόμενοι στον κοινωνικό πόλεμο, ουκ ολίγα αρχαϊκά μειδιάματα θα στρογγυλοκάθονταν στο πρόσωπό μας. Θα ήταν, λοιπόν, περιττό να παραθέσουμε το ύψος των δυνατοτήτων που έχουν αποκτήσει –μέσω της τεχνολογικής «προόδου» βεβαίως– οι κρατιστές, ιδίως τις τελευταίες δεκαετίες, όσον αφορά την ένοπλη[2] καταστολή εξεγέρσεων και κοινωνικών αναταραχών εν γένει. Θα μπορούσε, λοιπόν, να ισχυριστεί κάποιος πως ο ζυγός έχει πλέον γύρει για τα καλά υπέρ της κυριαρχίας, ότι κάθε απόπειρα αντικρατικής βίας είναι ανώφελη, άσκοπη, εκ των προτέρων καταδικασμένη. Είναι έτσι, όμως, τα πράγματα ή γεγονότα όπως τα πρόσφατα στο Ferguson καταδεικνύουν με τον γλαφυρότερο τρόπο τον φόβο και την αδυναμία του κράτους να υποτάξει τους αγωνιζομένους, όταν αυτοί, με απλά πάντα μέσα, επιλέγουν τον δρόμο της ανεξέλεγκτης κι ακηδεμόνευτης σύγκρουσης;

Όσα έλαβαν χώρα τις τελευταίες μέρες κυρίως στους δρόμους του Ferguson, αλλά και σε μικρότερη ένταση σε ένα ευρύτερο γεωγραφικό φάσμα των ΗΠΑ, είναι ενδεικτικά του τρόμου που κυριεύει τους κρατούντες, όταν ο μόνιμα συμβαίνων κοινωνικός ανταγωνισμός σπέρνει τις μητροπόλεις με οδοφράγματα. Κι ενώ η αστυνομία χρησιμοποίησε κάθε διαθέσιμό της μέσον, για να ελέγξει το πείσμα, το πάθος και το άοκνο των αγωνιζομένων, η κρατική μηχανή αναγκάστηκε να επιστρατεύσει ακόμη και τμήματα της εθνοφρουράς. Η κατάσταση τις πρώτες μέρες έδειχνε ανεξέλεγκτη. Αστυφύλακες κι εθνοφρουροί, με εξοπλισμό που πριν από λίγα χρόνια διέθεταν μόνον ειδικές δυνάμεις του στρατού, απέναντι σε εξεγερμένους που έφεραν πέτρες, καδρόνια, μολότοφ, σιδερόβεργες κι ο,τιδήποτε μπορεί πρόχειρα να βρεθεί ή να παρασκευαστεί. Σε λίγες των περιπτώσεων έγινε και χρήση πυροβόλων όπλων από τους αγωνιζομένους (αντιθέτως οι δυνάμεις καταστολής το έπρατταν συχνότατα), γεγονός που, όπως ήταν αναμενόμενο, ανησύχησε επί πλέον τον κρατικό μηχανισμό.

Είναι κι ιστορικά τεκμηριωμένο πως, όταν ο κοινωνικός ανταγωνισμός γεννά ανεξέλεγκτες καταστάσεις, οι κρατούντες έχουν την επιλογή δύο μόνον οδών: την πολιτική διαχείριση του ζητήματος ή, όπως έγραψε στο περισπούδαστο Περί Πολέμου κι ο μακαρίτης Καρλ φον Κλάουσεβιτζ, την συνέχιση της πολιτικής με άλλα μέσα, δηλαδή την γενικευμένη κι άνευ περιορισμών σύγκρουση, τον πόλεμο. Ως εκ τούτου, αν η υφιστάμενη διάχυση του πνευματικού ελέγχου στο κοινωνικό σώμα –κι εν προκειμένω στο κομμάτι αυτό της κοινωνίας που αγωνίζεται ανεξέλεγκτα– δεν είναι αρκετή ώστε να στείλει τους εξεγερμένους στα σπίτια τους και να επαναφέρει την «ομαλότητα» στους μητροπολιτικούς δρόμους, τότε κανένας κρατιστής δεν θα διστάσει να μετατρέψει το όποιο Ferguson είτε σε πλατεία Tienanmen, Ταχρίρ, Συντάγματος (Δεκέμβρης ’44) είτε σε οποιοδήποτε άλλο λουτρό αίματος από την αρχαιότερη ή σύγχρονη ιστορία. Το μέγεθος της ωμής βίας που προτίθεται να χρησιμοποιήσει το οποιοδήποτε κράτος την εκάστοτε έκρυθμη στιγμή, εξαρτάται άμεσα από τις δυνατότητες που διαθέτει αυτό, όσον αφορά στον έλεγχο του πνεύματος των εντός των κοινωνικών τειχών εξουσιαζομένων, μέσω της πολιτικής.

Κι εδώ, με βάση τα άνωθι, προκύπτει κι ένα για τα καθ’ ημάς σημαντικό ερώτημα: γιατί στo Ferguson (κι εν γένει σε μεγάλο τμήμα των ΗΠΑ) κι όχι (τουλάχιστον τα δύο τελευταία έτη) στον ελλαδικό χώρο; Θεωρούμε πως οι πλέον «αρμόδιοι» για να απαντήσουν σε μια τέτοια ερώτηση είναι οι λάτρεις της αριστερόστροφης και δεξιόστροφης μασκαράτας, όσοι έχουν μανία με την πολιτική «οργάνωση», τις επιτροπές, τον μαχνοβιτισμό και τις ομοσπονδίες, όσοι μπάζουν μανιωδώς τις αριστερές ιδεολογίες κι ιδεολογήματα στους κοινωνικούς αγώνες, αυτοί που κρύβουν πίσω από μαυροκόκκινες προσωπίδες και ταξικές αρλουμπολογίες την έξη τους για την προλεταριακή εξουσία και τον λενινισμό. Προφανώς και δεν υπάρχουν τέτοια δεδομένα στο Ferguson –τουλάχιστον σε καμία περίπτωση στον βαθμό που συμβαίνουν στα καθ’ ημάς– και για τον λόγο αυτό οι συγκρούσεις έλαβαν ευρύτερες διαστάσεις, αν και, όπως ήταν αναμενόμενο, έσβησαν έπειτα από λίγα εικοσιτετράωρα, αφήνοντας όμως πιθανότατα, μια πολύτιμη εμπειρία και μνήμη για τους αγώνες που μέλλονται. Όσο, λοιπόν, οι δυνατότητες διείσδυσης της αριστερής διαχείρισης, ήταν από μηδαμινές έως ελάχιστες στους αγωνιζομένους εν γένει κι εν προκειμένω στους αναρχικούς στο εν Ελλάδι κοινωνικό γίγνεσθαι, η άσκηση αντικρατικής βίας αποτελούσε πολύ μεγαλύτερο βραχνά για τους τεχνικούς της εξουσίας, διότι, εάν ο φόβος μιας πλήρως ανεξέλεγκτης σύγκρουσης λάμβανε σάρκα κι οστά, θα έθαβε την «ανθρώπινη» μάσκα τους σε τρίσβαθα μήκη. Βέβαια, αυτό που σήμερα η αριστερά και οι θεραπαινίδες της τείνουν να επιβάλουν ως καθεστώς με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, ενδέχεται να κουρελιαστεί από την μια στιγμή στην άλλη, εφ’ όσον οι συνολικά απελευθερωτικές θεωρήσεις και πρακτικές διαχωρίζονται, έστω κι εκ μιας χούφτας αγωνιζομένων, από τον βόθρο της πολιτικής.

Κάθε εξέγερση, κάθε άλικο σημάδι στο σώμα του ιστορικού χρόνου, αποτελεί εν δυνάμει κι ένα βήμα προς την ελευθερία. Αρκεί όσοι συνδημιούργουν, στηρίζουν, κι αγκαλιάζουν ανιδιοτελώς την θέρμη των οδοφραγμάτων να μην επιτρέπουν στην πολιτική να γράψει με το χαλύβδινο χέρι της πως τα δάκρυά τους ήταν παρακάλια για ψίχουλα αιτήματα κι όχι χείμαρρος χαράς για την καταστροφή του κράτους. Μέχρι, λοιπόν, ο ιστορικός χρόνος να ξαναγίνει απολίτιστες στιγμές, καμμία εξέγερση, καμμία επανάσταση δεν μπορεί να νιώσει δικαιωμένη.

σύντροφοι για την Αναρχική απελευθερωτική δράση

[1]Λατινιστί το «ποσότητες από κάτι» (ενικ. quantum, πληθ. quanta)
[2]Αδιαμφισβήτητα κι η χρήση δακρυγόνων και συναφών ασφυξιογόνων αερίων, πλαστικών σφαιρών, και βομβίδων φωσφόρου διαφόρων τύπων (οι λεγόμενες κρότου-λάμψης) συνυπολογίζεται ως χρήση ένοπλης καταστολής.  
Both comments and trackbacks are currently closed.