Η ΜΝΗΜΗ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΡΧΙΑΣ ΚΑΙ Η ΚΥΡΙΑΡΧΙΑ ΤΗΣ ΜΝΗΜΗΣ: Η ΚΑΤΑΚΤΗΣΗ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ…

«Το σύνταγμα δεν είναι «συμβόλαιο αυτοκτονίας».
Ρόμπερτ Τζάκσον, μέλος του αμερικανικού ανώτατου δικαστηρίου, επικεφαλής των αμερικανών εισαγγελέων στην δίκη της Νυρεμβέργης

«Τα πολιτικά δικαιώματα δεν είναι βωμός για να θυσιαστεί το εθνικό συμφέρον». Ααρών Μπάρακ, ισραηλινός νομικός

«Αν οι συμπολίτες μου θέλουν να πάνε στην κόλαση, οφείλω να τους βοηθήσω. Αυτή είναι η δουλειά μου». Ολιβερ Ουέντελ Χολμς, Δικαστής του Ανωτάτου Δικαστηρίου

mnimiΣε προηγούμενο φύλλο της Διαδρομής Ελευθερίας και συγκεκριμένα στο κείμενο «Υπάρχει έγκλημα γνώμης;» γράφαμε, μεταξύ άλλων, ότι: «Ένας από τους κύριους σκοπούς της περιόδου, που δρομολογείται, είναι η καταστολή του ελεύθερου λόγου, η απαγόρευση της έκφρασης κάθε ενοχλητικής γνώμης με κάθε τρόπο. Η παγκοσμιοποιημένη κυριαρχία επιδιώκει την «έκφραση» εκείνης της γνώμης που συμπορεύεται με τις μακροπρόθεσμες ή βραχυπρόθεσμες επιδιώξεις και σχεδιασμούς της».

Σε άλλο σημείο της ίδιας τοποθέτησης τονίζαμε, ότι «Είναι σαφές, πως η απόδοση του όρου «εγκληματικός» σε μία διατυπωμένη γνώμη γίνεται επιλεκτικά και αναλόγως με τον συσχετισμό εξουσίας που υπάρχει. Έτσι, αυτοί που εφαρμόζουν την ποινική δίωξη μίας γνώμης που έχει χαρακτηριστεί ως εγκληματική είναι οι ίδιοι που διαπράττουν το αδίκημα αυτό αλλά τυγχάνουν ασυλίας, αφού είναι ενταγμένοι στην τρέχουσα συμμαχία εξουσιαστών. Αυτά εύκολα μπορεί να τα διαπιστώσει κάποιος την σήμερον ημέραν. Με το πρόσχημα της υπεράσπισης του δημοκρατικού πολιτεύματος από τον «φασιστικό κίνδυνο», το κράτος προβαίνει ασύδοτα σε ενέργειες που πριν από λίγα χρόνια θα ξεσήκωναν μεγάλα κύματα διαμαρτυριών και διαδηλώσεων. Τώρα, όμως, το πρόσχημα του «φασιστικού κινδύνου» και οι διώξεις εναντίον βουλευτών της Χρυσής Αυγής στέκονται εμπόδιο στην αντιμετώπιση αυτής της ασύδοτης επίθεσης που πραγματοποιείται

Με αφορμή τις κομματικές «διενέξεις» για το λεγόμενο αντιρατσιστικό νομοσχέδιο που βρίσκεται στα σκαριά, τις προ ολίγων ημερών εξαγγελίες περί τροποποιήσεων του ποινικού κώδικα που αφορούν μεταξύ άλλων και την ποινικοποίηση της απλής «προτροπής» για «προσβολή του δημοκρατικού πολιτεύματος», αλλά και τις συζητήσεις που διεξάγονται παγκοσμίως για την έξαρση του «αντισημιτισμού» και τους τρόπους αντιμετώπισής του, επανερχόμαστε στο ίδιο θέμα, που θεωρούμε ότι δικαίως θα μας απασχολήσει και άλλες φορές την περίοδο που διανύουμε.

Έχουμε τονίσει, επίσης πρόσφατα, ότι οι «κρίσεις» και οι συζητήσεις που κυριάρχησαν το τελευταίο διάστημα για τις συνταγματικές δυνατότητες ή μη, της απαγόρευσης ή διάλυσης «εξτρεμιστικών» κομμάτων, έρχεται να σκιάσει και όχι να φωτίσει τις ευρύτερες διαστάσεις των κυριαρχικών σχεδιασμών.

Με άλλα λόγια, πρόκειται απλά «για την ριψοκίνδυνη προσπάθεια εξημέρωσης της εγχώριας και όχι μόνο άκρας δεξιάς»; Για την «οριακή» συνταγματικά διευθέτηση των πολιτικών συσχετισμών που προέκυψαν ελέω «κρίσης» και γενικευμένης απαξίας του πολιτικού συστήματος;

Μήπως, σύμφωνα και με τον Jan Werner Mu¨ller (καθηγητή πολιτικών επιστημών στο πανεπιστήμιο του Πρίνστον), παρ’ ότι «η δημοκρατική αυτοάμυνα ανέκαθεν θεωρείτο απολύτως νόμιμος στόχος», παρ’ όλα αυτά «οι δημοκρατίες είναι καταδικασμένες εφόσον απαγορεύουν τους εξτρεμιστές, αλλά και καταδικασμένες αν δεν τους απαγορεύουν;»

Είναι φανερό, ότι και σ’ αυτή την περίπτωση, όπως και σε άλλες, ασκείται κριτική με στόχο να υποδειχθεί ένας «άλλος» δρόμος. Οι αποφάσεις λόγου χάρη (που θα απαγορεύουν ή θα περιορίζουν) προτείνεται να λαμβάνονται από μη-κομματικούς θεσμούς, σαν τα συνταγματικά δικαστήρια και όχι από τα ανταγωνιστικά πολιτικά κόμματα, ώστε να μην δημιουργείται η εντύπωση δημοκρατικής εκτροπής. Δεν έχουν περάσει άλλωστε πολλά χρόνια όταν το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων» (ΕΔΑΔ) συμφώνησε με την απαγόρευση του τουρκικού «κόμματος ευημερίας», ενώ εκείνο ήταν μείζων εταίρος του κυβερνητικού συνασπισμού.

Πριν από επτά χρόνια, κατά τη διάρκεια της συνεδρίασης του στις 19-20 Απριλίου το 2007, το Συμβούλιο Υπουργών της Ευρωπαϊκής Ένωσης ενέκρινε μια απόφαση στο πλαίσιο της «καταπολέμησης του ρατσισμού και της ξενοφοβίας», η οποία έβαλλε ευθέως και χωρίς περιστροφές εναντίον της ελευθερίας της ιστορικής έρευνας. Αυτή η απόφαση ελήφθη στο πλαίσιο της γερμανικής προεδρίας με πρωτοβουλία της ομοσπονδιακής υπουργού Brigitte Zypries, η οποία ήθελε να ολοκληρώσει μια διαδικασία που άρχισε το 2001 και αποσκοπούσε στην επέκταση σε όλη την Ευρώπη της ποινικής τιμωρίας του «ρατσισμού και της άρνησης του Ολοκαυτώματος», που ήδη θεωρούνταν τότε αδικήματα σε Γερμανία, Αυστρία, Γαλλία, Πολωνία, Ρουμανία, Λιθουανία, Σλοβενία και Τσεχία.

Η πρόταση της γερμανικής προεδρίας βρήκε ανταπόκριση ανάμεσα στους πολιτικούς άλλων χωρών, όπως της Ιταλίας, στην οποία ο υπουργός Δικαιοσύνης Clemente Mastella ανήγγειλε ένα νομοσχέδιο ποινικοποίησης της άρνησης του Ολοκαυτώματος, το οποίο όμως προκάλεσε την αντίδραση ιστορικών, 200 από τους οποίους δημοσίευσαν μια συλλογική καταγγελία η οποία τόνιζε, μεταξύ άλλων, τον κίνδυνο εγκαθίδρυσης μιας κρατικής ιστορικής αλήθειας για το παρελθόν. Οι αντιδράσεις ανάγκασαν τον Mastella να προχωρήσει σε τροποποιήσεις του νομοσχεδίου, το οποίο «περιορίστηκε» στο να τιμωρεί τη «διάδοση ιδεών φυλετικής ανωτερότητας». Το γαλλικό κράτος είχε βέβαια προηγηθεί αυτών των εξελίξεων, ήδη από το 1990, με τον περιβόητο νόμο Γκεϊσό, που απαγόρευσε τα βιβλία του, και έστειλε στην φυλακή τον φιλόσοφο και ιστορικό Ροζέ Γκαροντύ, επειδή αμφισβήτησε τον αριθμό των εβραίων που έχασαν τη ζωή τους στο ολοκαύτωμα – προσέξτε, όχι το ίδιο το ολοκαύτωμα, αλλά τον αριθμό των θυμάτων!

Χαρακτηριστική είναι, επίσης, η υπόθεση του γάλλου ιστορικού Olivier Ρerte-Grenouilleau, που δημοσίευσε το 2005 το βιβλίο Les traites negrie΄re΄s, το οποίο καταγγέλθηκε ότι παραβιάζει τον νόμο Taubira, γιατί αμφισβητούσε τον χαρακτηρισμό του διατλαντικού δουλεμπορίου ως γενοκτονία. Η απόλυσή του από το πανεπιστήμιο αποφεύχθηκε ύστερα από κύμα διαμαρτυριών, ιδιαίτερα ιστορικών, που διαφωνούσαν παρ’ όλα αυτά με τις απόψεις του.

Όμως, παρά τις επί μέρους αντιδράσεις, οι σχεδιασμοί της γερμανικής προεδρίας το 2007 δεν τροποποιούνται, αλλά συγκεκριμενοποιούνται στην πρόταση ποινικοποίησης της άρνησης ή της «λίγο-πολύ μείωσης της σημασίας» του Ολοκαυτώματος, των γενοκτονιών ή των εγκλημάτων κατά της ανθρωπότητας, όπως ορίζονται από τα άρθρα 6, 7 και 8 του Κανονισμού του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου της Χάγης. Τα ευρωπαϊκά κράτη δεσμεύονται τα επόμενα χρόνια να εκδώσουν σχετικούς νόμους, πολλοί από τους οποίους θα προβλέπουν ποινές εγκλεισμού από ένα ως τρία χρόνια!

Είναι, λοιπόν, μια «απαραίτητη» θυσία στο βωμό της δημοκρατίας, ο περιορισμός της έκφρασης γνώμης, ο έλεγχος του φρονήματος και –μην γελιόμαστε– εννοείται και της ίδιας της σκέψης; Είναι αυτό ακριβώς που διακυβεύεται στην συγκεκριμένη φάση της παγκοσμιοποίησης που διανύουμε; Ποιό ακριβώς χαρακτηριστικό είναι αυτό που διαφοροποιεί στην συγκεκριμένη περίπτωση τους κυριαρχικούς σχεδιασμούς από ανάλογες περιπτώσεις στο παρελθόν;

Βρισκόμαστε ακριβώς στην επέτειο των εκατό χρόνων από την κήρυξη της πρώτης παγκόσμιας ανθρωποσφαγής.

mnimi1Και όμως, ο λεγόμενος πρώτος Μεγάλος Πόλεμος (1914-18) που έβαλε το δικό του ανεξίτηλο αιματοβαμμένο αποτύπωμα στην ιστορία της κυριαρχίας, που μορφοποίησε την «νέα τάξη πραγμάτων», όπως αυτή πιστοποιήθηκε με την συνθήκη των Βερσαλλιών (29 Ιουνίου του 1919), που σφράγισε την «παλιά» εποχή των μεγάλων αυτοκρατοριών (βρετανική, οθωμανική, αυστροουγγρική, ρωσική), που ανέδειξε τους εθνικισμούς με έμβλημα την «αυτοδιάθεση των λαών», την διαχείριση των μειονοτήτων με το «καλό» ή με το άγριο, φαίνεται να έχει εξοβελιστεί από την επίσημη ιστοριογραφία. Το απόλυτο «κακό» στην συγκεκριμένη περίπτωση δεν μπορούσε να κατασκευαστεί, ενώ πιο βολική αποδείχτηκε λόγου χάρη η ανάδειξη των «εγγενών ελαττωμάτων» των βαλκανικών λαών.

Το ίδιο και περισσότερο ενοχλητική αποδείχτηκε και η «εποχή» που μεσολάβησε ανάμεσα στις δύο μεγάλες ανθρωποσφαγές.

Έτσι, ο έλεγχος της ιστορικής μνήμης απαιτεί να εξαφανίζεται το γεγονός της συνύπαρξης στρατοπέδων συγκέντρωσης στη ναζιστική Γερμανία της «ειρηνικής» περιόδου (όπου κρατούνταν 25.000-50.000 άνθρωποι) και της Σοβιετικής Ένωσης του Στάλιν (όπου κρατούνταν εκατομμύρια). Η κυριαρχική αλήθεια για την ιστορία εξακολουθεί να απαιτεί την διατήρηση στον αιώνα τον άπαντα μιας εικόνας του Στάλιν, του Χίτλερ ή του Μουσολίνι, που τους αποθανατίζει ως παράφρονες. Και όμως, γνωρίζουν πολύ καλά οι τεχνικοί της εξουσίας, ότι τα πράγματα ήταν πολύ διαφορετικά.

Όπως επισημαίνει ο ιστορικός Mark Mazower σχετικά με την λεγόμενη μεσοπολεμική περίοδο, «επειδή η δημοκρατία αφορούσε την δημιουργία εθνικών κοινοτήτων, συνήθως ήταν αντισημιτική ή τουλάχιστον πιο πρόθυμη να επιτρέψει στον αντισημιτισμό να διαμορφώσει πολιτική –π.χ. με χωριστά σώματα εκλεκτόρων ή με διαφορετικές ποσοστώσεις εισόδου στα πανεπιστήμια και στον δημόσιο τομέα– απ’ ότι στον καιρό τους οι παλαιών αρχών βασιλόφρονες. Στην Ουγγαρία του 1920, ένας νόμος στιγμάτιζε τους Εβραίους ως ξεχωριστή φυλή και όχι ως «Ούγγρους» με Μωσαϊκή πίστη»· αν η χώρα ήταν πιο δημοκρατική, θα ήταν μάλλον ακόμη πιο αντισημιτική» (Σκοτεινή Ήπειρος, Αυτοκρατορίες, Έθνη και Μειονότητες σ. 87).

Ο Mazower τονίζει, μάλιστα, ότι μέσα σ’ αυτήν ακριβώς την περιρρέουσα ατμόσφαιρα, που διαμόρφωναν ευρύτατα διαδεδομένες, ντόπιες παραδόσεις αντισημιτισμού –κοινές στις εκσυγχρονιστικές εθνικές ελίτ, που οικοδομούσαν κράτη τόσο στις αυταρχικές όσο και στις δημοκρατικές χώρες μεγάλου μέρους της κεντρικής και της ανατολικής Ευρώπης, ο Χίτλερ ανήλθε στην εξουσία. Μ’ άλλα λόγια, «η ναζιστική Γερμανία δεν ήταν μια ανωμαλία, ούτε καν η σκαπανέας τέτοιων πολιτικών «αποκάθαρσης του έθνους», μολονότι τις οδήγησε σε νέα άκρα και σήμανε την πένθιμη καμπάνα για την «θεωρία της αφομοίωσης» (όπως την είχαν βαφτίσει οι αντίπαλοί της).

Θα θυμίσουμε, ότι το μακελειό που πραγματοποίησε το ιταλικό κράτος στην Αιθιοπία το 1935 με δεκάδες, ή και εκατοντάδες, χιλιάδες νεκρούς δεν προκάλεσε αντιδράσεις, ούτε όταν συνέβη ούτε αργότερα, ενώ ο Τσιάνο, στην Γενική Συνέλευση της Κοινωνίας των Εθνών, αναφέρθηκε στην «ιερή εκπολιτιστική αποστολή», δηλώνοντας ότι η χώρα του «θα το θεωρήσει τιμή της να ενημερώνει την Κοινωνία των Εθνών για τις προόδους που θα σημειώνει στο έργο του εκπολιτισμού της Αιθιοπίας».

Ο Mazower, ανενδοίαστα, θα παρατηρήσει ακόμη, ότι «τη δεκαετία του 1920 όλα έδειχναν πως οι περισσότεροι Ευρωπαίοι δεν είχαν πια διάθεση γι’ αυτήν· υπήρχαν εναλλακτικές απαντήσεις δυναμικές και μη δημοκρατικές στις προκλήσεις της νεωτερικότητας. Η Ευρώπη βρήκε άλλες αυταρχικές μορφές πολιτικής τάξης, που δεν ήταν περισσότερο ξένες προς τις παραδόσεις της ούτε λιγότερο αποτελεσματικές στην οργάνωση της κοινωνίας, της βιομηχανίας και της τεχνολογίας». Πράγματι, τα «δείγματα» ήταν ήδη εκεί και μάλιστα πριν το 1914, όταν η Φιλελεύθερη κυβέρνηση στην Αγγλία και όχι κάποιος «παράφρων» δικτάτορας, μελετούσε το «πρόβλημα των νοητικώς αδυνάμων», μια κατηγορία η οποία συμπεριελάμβανε από τους κωφάλαλους μέχρι εκείνους που δεν μπορούσαν να βιοποριστούν ή «τους ανίκανους να φροντίσουν τον εαυτό τους ή τις υποθέσεις τους με την συνήθη επιμέλεια». Μάλιστα, ο νεαρός τότε Γουίνστον Τσώρτσιλ περιέγραφε σε ιδιωτική του συζήτηση με τον πρωθυπουργό Άσκουιθ την υψηλή γεννητικότητα των «νοητικά υστερούντων» σε συνδυασμό με την «συρρίκνωση των απογόνων όλων των συνετών, ενεργητικών και ανώτερων κατηγοριών», ως «φοβερό κίνδυνο για την φυλή». Ο νόμος που ψηφίστηκε το 1913 για τον εγκλεισμό των «νοητικώς ελαττωματικών» πέρασε σαν οδοστρωτήρας, εκτός των άλλων, πάνω από τις ζωές χιλιάδων νέων φτωχών γυναικών που για να παρεμποδιστούν να γεννήσουν κατέληγαν σε «ειδικά ιδρύματα», ύστερα από μια απλή καταγγελία είτε των γονιών, είτε κάποιου γιατρού είτε ενός εργοδότη είτε βέβαια του συζύγου, για να «συγκατοικήσουν» με τους υπόλοιπους «νοητικώς ελαττωματικούς» για χρόνια ολάκερα. Την ίδια στιγμή που η βρετανική «λύση» του εγκλεισμού εθεωρείτο δαπανηρή, κράτη –όπως οι ΗΠΑ– έφθασαν το 1921 να έχουν διαπράξει στείρωση σε 2.233 άτομα, νομίμως, ενώ το θέμα συζητιόταν ευρέως τόσο στην Σκανδιναβία όσο και στην Γερμανία όπου εφαρμοζόταν, επίσης, «ατύπως».

Είναι φανερό, ότι ο ευρύτερος κυριαρχικός προσανατολισμός βρίσκεται για μιαν ακόμη φορά στον έλεγχο της κοινωνικής μνήμης. Όταν εντείνονται οι προσπάθειες που τείνουν στον ασφυκτικότερο έλεγχο της καταγραφής της ιστορίας, στην άτεγκτη στάση απέναντι σε όσους διαφοροποιούνται με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, οι προσπάθειες αυτές έρχονται να συμβαδίσουν με την ένταση στην επίδειξη σκληρότητας εκ μέρους των πλέον σημαντικών τμημάτων της κυριαρχίας. Οι μειονότητες (θρησκευτικές ή φυλετικές ή εθνοτικές), για μιαν ακόμη φορά, αποτελούν και θα αποτελέσουν την εύφλεκτο ύλη, είτε για την συγκρότηση της λεγόμενης Μέσης Ανατολής, είτε του νέου θαυμαστού κόσμου που μοιράζονται οι κυρίαρχοι. Ο διαμελισμός προϋποθέτει την ενοποίηση και η ενοποίηση τον διαμελισμό. Οι ορέξεις των μειονοτήτων οφείλουν να μεγαλώσουν, τόσο όσο άλλες φορές είναι αναγκαίο για τους κυριαρχικούς σχεδιασμούς εκατομμύρια ζωές να βιαστούν με κάθε τρόπο, να σπρωχθούν με την βία από το ένα σημείο στο άλλο σαν τα πλέον άμοιρα πιόνια. Τα σύνορα αλλάζουν, ανοίγουν ή κλείνουν, πάντα σύμφωνα με τα σχέδια των κυριαρχικών ανασυγκροτήσεων.

Όσο για τα κροκοδείλια δάκρυα των δημοκρατών, δεν μπορούν παρά να μας υπενθυμίζουν την πάγια προσήλωσή τους στην διαπίστωση του Ηράκλειτου που ανέφερε ότι «πόλεμος πάντων πατήρ». Και από ότι φαίνεται συμφωνούν, επίσης, ότι οι εξελίξεις απαιτούν πολέμους με ιδιαίτερη σκληρότητα την οποία θα δικαιολογήσουν με κάθε τρόπο….

Συσπείρωση Αναρχικών

Από την ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ, φ. 141, Σεπτέμβριος 2014 
Both comments and trackbacks are currently closed.