Όταν τα χαρακώματα σιωπούν

Αυτό που με πνίγει μέρα με τη μέρα όλο και περισσότερο είναι ο φόβος της εσωτερικής αποκτήνωσης. … δεν έχω τον παραμικρό φόβο για τις σφαίρες και τις οβίδες … φοβάμαι μήπως χάσω την πίστη μου στην ανθρωπότητα, στον ίδιο μου τον εαυτό, στο καλό που υπάρχει στον κόσμο. [Φραντς Μπλούμφελντ, οπλίτης του Γερμανικού αυτοκρατορικού στρατού, 14 Οκτώβρη 1914 (δυτικό μέτωπο)]xarakomata

Πώς να το περιγράψει κανείς; Ποιες λέξεις να διαλέξει; … Ξαφνικά, σαν μια θεατρική αυλαία να είχε σηκωθεί μπροστά μας, το πεδίο της μάχης εμφανίστηκε σε όλη του τη φρίκη. Γερμανικά πτώματα, εδώ, στην άκρη του δρόμου, εκεί, μέσα στις χαράδρες και στα χωράφια, πτώματα μαυριδερά, πρασινωπά, αποσυντεθειμένα, γύρω από τα οποία κάτω από τον ήλιο του Σεπτεμβρίου βουίζουν σμήνη μύγες, πτώματα ανδρών που είχαν πάρει περίεργες στάσεις, με τα γόνατα λυγισμένα στον αέρα ή το χέρι στηριγμένο στα πλάγια του χαρακώματος, πτώματα αλόγων, πιο λυπηρά ακόμη από τα πτώματα των ανδρών, με τα σπλάχνα σκορπισμένα στο έδαφος… [Ρενέ Γιακόμπ, οπλίτης του Γαλλικού στρατού, 1915 (δυτικό μέτωπο)]

Με αφορμή την συμπλήρωση εκατό χρόνων από την έναρξη της πρώτης παγκόσμιας ανθρωποσφαγής,  αφιερώνουμε το παρακάτω ποίημα στη μνήμη των δύο αυτών ανθρώπων, που η ψυχή τους παρέμεινε όρθια, όταν τα πάντα γύρω τους τούς καλούσαν στην πλήρη αποκτήνωση. Ας μην αφήσουμε την θύμησή τους στα νύχια του κράτους. Η ανθρωπινότητα δεν χωρά σε επιτύμβιες στήλες.

Ο Φραντς κι ο Ρενέ∙
μια σφαίρα στην θαλάμη,
λάσπη στη σκαμμένη γη.
Κορμιά χορταριασμένα, πνεύματα ανθισμένα.
Κι ο κόσμος τους παράπονο.
Οι θύμισες των όμορφων στιγμών
στριμωγμένες σε μια τσέπη.
Οι αυτοσχέδιες μπάλες, οι γκαζές, τα κάθιδρα κοριτσίστικα μάτια.
Μια χούφτα ζωή
σε δυο σπιθαμές χακί ύφασμα.
Ο ήλιος των δακρύων
ηλεκτρισμένος σε μια δόση χολής.
Τα δάκρυα που γίνανε βροχή
κι οι αλάνες χαρακώματα.
Οι γκαζές που γίνανε οβίδες
και τα μάτια των κοριτσιών που στέγνωσαν απ’ τα αναφιλητά.
Ο χρόνος που γίνηκε ιστορία∙
αφήνει το λαούτο κι αρπάζει το δρεπάνι.
Τώρα σιωπή.
 
Ο Φραντς κι ο Ρενέ∙
κι ο θάνατος αντάμα.
Σεργιάνι με τον τρόμο.
Σε χωράφια που φυτρώνουν σπλάχνα και πολυβόλα∙
λίπασμα για τα ηρώα
και τα παράσημα που έπονται.
Ο τρόμος και η εξουσία.
Κι ο μαύρος καβαλάρης
με τον ζυγό στο χέρι και την τέφρα στην καρδιά.
Μετρά για το τελευταίο έπιπλο.
Αυτός, ο έσχατος μαραγκός.
Στα χωράφια που γίνανε σφαγεία,
στα σφαγεία που γίνανε ηρώα.
Για μια ντουζίνα στέφανα,
για μια αρμαθιά λογύδρια.
Τώρα σιωπή.
 
Ο Φραντς κι ο Ρενέ∙
ξαποσταίνουν το κορμί τους στην κρύα γη.
Μήτε χακί μήτε κουρελόπανα.
Μόνο χώμα.
Και δυο δάχτυλα σιωπή στο μέτωπο.
Δίχως έγνοιες, δίχως γιορτή.
Μόνο χώμα.
Χωρίς γκαζές, χρόνο και κορίτσια.
Μόνο χώμα.
Όνειρα μαγκωμένα
στα κλείστρα των τουφεκιών.
Δυο κόκκινες μαργαρίτες στις μπούκες των κανονιών.
Για πάντα σιωπή.

σύντροφοι για την Αναρχική απελευθερωτική δράση

Both comments and trackbacks are currently closed.