Blackfoot: κυνηγώντας στην ελευθερία

Ένας γέροντας κοίταξε από τον ποταμό του Κόκκινου Ελαφιού πάνω από το Ποτάμι του Τόξου. Είδε μερικά βουβάλια. Έδεσε τα μαλλιά του σε κόμπους και σύρθηκε με τα χέρια του και τα γόνατά του. Το θέαμα έκανε τα βουβάλια να γελάσουν. Ένα από αυτά γέλασε μέχρι θανάτου και ο γέροντας το έκοψε σε κομμάτια. (Clark Wissler & D.C. Duvall, Mythology of the Blackfoot Indians)

blackf1Για έναν σύγχρονο εκπολιτισμένο άνθρωπο, ιδιαίτερα κάποιον που έχει συνηθίσει στον τρόπο ζωής των μητροπόλεων, η άμεση κι έντονη εξάρτηση από ένα μόνο είδος τροφής για την επιβίωσή του τού φαίνεται αδιανόητη. Στις μέρες μας οι συνταγές μαγειρικής κι ο προβιβασμός της γευσιγνωσίας σε τέχνη έχουν μετατρέψει το φαγητό σε ένα είδος πολυτελείας και το έχουν ταυτίσει με την ποιότητα ζωής. Η δυνατότητα να γευματίσει κανείς σε ένα «καλό» εστιατόριο, όπου ενδεχομένως θα του μαγειρέψει κι ένας διάσημος chef, προωθείται –αν μη τι άλλο– ως εμπειρία ζωής. Την ίδια στιγμή, βέβαια, οι περισσότεροι άνθρωποι, λίγο παραδίπλα ή στο ίδιο οικοδομικό τετράγωνο, γεύονται τις συνέπειες του πολιτισμού απ’ την ανάποδη, αναζητώντας τη διατροφή τους στα σκουπίδια, ως άλλοι τροφοσυλλέκτες. Η λεγομένη υπέρ-αφθονία των πολιτισμένων κόσμων αφορά ελάχιστους, εις βάρος του μεγαλύτερου μέρους του πλανήτη, ξεγυμνώνοντας ολόκληρες εκτάσεις γης και αφήνοντας τους περισσότερους να πεθαίνουν, υποσιτιζόμενοι σαν αριθμοί στατιστικής.

Η ίδια αυτή «γευσιθηρία» αντιμετωπίζει κουλτούρες και λαούς που διαφύλαξαν τα μυστικά της φύσης για αιώνες, μέσα από το κυνήγι και την τροφοσυλλογή, με σεβασμό στο φυσικό τους περιβάλλον που τους πρόσφερε όσα χρειάζονταν πραγματικά για να ζήσουν, ως «φτωχούς», «ελλιπείς» και «οπισθοδρομικούς». Η σύγχρονη εκπολιτισμένη σκέψη αντιμετωπίζει ως έλλειψη και ανεπάρκεια την απλότητα, την αυτάρκεια και την σοφή προσαρμογή στις περιβαλλοντικές συνθήκες. Προτιμάει να επιβάλλεται σε κάθε είδους περιβάλλον, νομίζοντας ότι το κέρδος είναι ανεξάντλητο.

Η σοφία των ινδιάνων Blackfoot, που η διαβίωσή τους εξαρτιόταν απ’ το κυνήγι του βούβαλου, μας δείχνει την άλλη ξεχασμένη πλευρά της ζωής. Αυτό που πολλοί με κόπο προσπαθούν να καταφέρουν, να μην πετούν τίποτε, οι Blackfoot το κατόρθωναν με θαυμαστή επιδεξιότητα. Ζούσαν σχεδόν αποκλειστικά απ’ το κυνήγι του βίσωνα, το οποίο πριν την επαφή τους με τους λευκούς, γινόταν με λίθινα βέλη δικής τους κατασκευής, εφαρμόζοντας την τεχνική της περικύκλωσης του θηράματος. Ίσως να έχουμε στο μυαλό μας την κλασσική εικόνα κινηματογραφικών ταινιών με ινδιάνους πάνω σε άλογα, που καταδιώκουν τα θηράματά τους. Ωστόσο, αυτή η κυνηγετική παράδοση καθιερώθηκε πολύ αργότερα, πάλι απ’ την επαφή με τους λευκούς, που τους οδήγησε σε νέα αντίληψη όχι μόνο για το κυνήγι, αλλά και για τον τρόπο ζωής τους.

Οι Blackfoot, λοιπόν, ακολουθώντας έναν απολίτιστο, κοινοτικό τρόπο ζωής για αιώνες, κατοικώντας στον κόσμο που οι ιστορικοί ονομάζουν προϊστορία, κυνηγούσαν φτιάχνοντας περιφράξεις στις άκρες γκρεμών, όπου οδηγούσαν τα βουβάλια με τεχνάσματα κι εγκλωβίζοντάς τα εκεί, τα σκότωναν με τα λίθινα βέλη τους. Βεβαίως, δεν σκότωναν παρά μόνο όσα πραγματικά χρειάζονταν κι ο αριθμός και το φύλο των θηραμάτων κυμαινόταν αναλόγως της εποχής του χρόνου. Η περιοχή τους, που εκτείνεται γεωγραφικά στη σημερινή Μοντάνα των Η.Π.Α., στα σύνορα με τον Καναδά, αφθονούσε σε βίσωνες, καθώς ακόμη το φυσικό τοπίο δεν είχα αλωθεί απ’ την ανθρώπινη απληστία. Σε μια τέτοια ψυχρή περιοχή, το θρεπτικό και εύπεπτο κρέας του ζώου συντηρούσε όχι μόνο την επιβίωσή τους, αλλά και την καλή τους υγεία. Έτρωγαν σχεδόν όλα τα μέρη του ζώου, ανάλογα μάλιστα με τις ηλικίες. Για παράδειγμα, οι μητέρες έδιναν στα παιδιά τους να πιπιλίζουν εκλεκτά κομμάτια κρέατος, ενώ οι γεροντότεροι, που δεν είχαν δόντια, ρουφούσαν τους χυμούς του. Μια σούπα από λίπος βίσωνα και μούρα, αναμεμειγμένη με το αίμα του ζώου, ήταν δημοφιλές επιδόρπιο στα ινδιάνικα γλέντια. Το κρέας μαγειρευόταν ψητό ή βραστό, σε ξύλινες σούβλες ή κάρβουνα και πρόσφερε ποικιλίες γεύσεων. Πολλά κομμάτια τα αποξήραιναν, ώστε στην περίοδο των μετακινήσεών τους να το έχουν διαθέσιμο σε μικρά σακουλάκια από το δέρμα του βούβαλου. Στους σκληρούς χειμώνες, όταν η τροφή που είχαν αποθηκεύσει είχε τελειώσει, έτρωγαν ακόμη και τους σάκους αποθήκευσης, ποτισμένους με λίπος.

blackf2Το δέρμα του βούβαλου χρησίμευε για ένδυση κι αποθηκευτικές θήκες, για την κατασκευή των οικημάτων τους και για τα μοκασίνια τους, ακόμη και για ασπίδες από το δέρμα του σβέρκου του ζώου, που ήταν σκληρότερο. Το δέρμα μαζί με το τρίχωμα έφτιαχνε ζεστές γούνες για το κρύο, για σκεπάσματα, για σάβανα νεκρών και, όταν είχαν άλογα, για σέλες και άλλα εξαρτήματα ιππασίας. Οι τρίχες χρησιμοποιούνταν για γέμισμα στις σέλες, δημιουργώντας ένα είδος μαξιλαριού, αλλά και για τις μπάλες που έπαιζαν τα παιδιά. Η ουρά, προσαρμοσμένη σε ένα ξύλο, γινόταν αποτελεσματική μυγοσκοτώστρα. Οι οπλές, δεμένες σε σκοινιά, γίνονταν θορυβώδη κρόταλα. Με το ανθεκτικό δέρμα των όρχεων σκέπαζαν τους αναβολείς. Απ’ τον φαλλό κατασκεύαζαν ανθεκτική κόλλα. Τα σπλάχνα, πέρα από διατροφή, είχαν επίσης πολλές χρήσεις: οι τένοντες έδιναν νήμα για ράψιμο και γερό επίπεδο σκοινί, για να δένουν τη μύτη και τα φτερά στο κύριο στέλεχος του βέλους, την χορδή και το κυρίως σώμα του τόξου. Το λίπος χρησίμευε ως γυαλιστικό, αλλά και ανακατεμένο με χώμα έκανε ελαιώδη βάση για βαφές. Απ’ τα πλευρά έφτιαχναν ένα χρήσιμο εργαλείο για να ισιώνουν τα βέλη. Τα λυγισμένα οστά γίνονταν βάσεις για τα έλκηθρα, τα κομμάτια των πλευρών ζάρια (για άδολα προφανώς παίγνια), τα σφηνοειδή κομμάτια από πορώδες κόκκαλο της λεκάνης ή της πλάτης χρήσιμα πινέλα.

Από το σύνολο των άνωθι αναλυτικών περιγραφών γίνεται ολοφάνερο ότι δεν έμενε ίχνος του ζώου που να πετιέται και να μένει αναξιοποίητο. Μάλιστα, τα λίθινα μαχαίρια που χρησιμοποιούσαν δείχνουν μεγάλη επιδεξιότητα στην τεχνική αυτή. Η τακτική τους φανερώνει όχι μόνο σεβασμό για το ζώο, αλλά και το πόσο δεμένη ήταν η ζωή των Blackfoot με αυτή του βίσωνα. Προφανώς, μια τέτοια στάση δεν πήγαζε, αλλά και δεν απέφερε διάθεση επιβολής στη φύση. Το αντίθετο μάλιστα∙ συνδεόταν με μια αρμονική συνύπαρξη, εκτίμηση της αξίας του φυσικού περιβάλλοντος και μια ευφυή-σοφή ενσωμάτωση στον περιβάλλοντα κόσμο.

Κι όμως, ένας τρόπος ζωής που κράτησε αιώνες δεν χρειάστηκε παρά μερικές δεκαετίες, για να διαλυθεί μετά την επαφή με τους λευκούς. Επειδή η περιοχή της Μοντάνα δεν ήταν στα τέλη του 19ου αι. τόσο δελεαστική και κατάλληλη για την ίδρυση πόλεων, οι Blackfoot παρέμεναν αρκετά χρόνια εκεί, κάνοντας εμπόριο δέρματος με τους λευκούς, που σε αντάλλαγμα τους έδιναν σιδερένια βέλη και μαχαίρια από ατσάλι, αλλά κι άλογα, πέρα από άλλα μικροαντικείμενα, όπως χάντρες και καθρέφτες. Αυτές οι αλλαγές ήταν καθοριστικές, ώστε να αλλάξουν την αντίληψή τους για τη φύση. Μέσα σε λίγες γενιές ξέχασαν να φτιάχνουν λίθινα βέλη και να χρησιμοποιούν λίθινα μαχαίρια, το κυνήγι γίνονταν πια με την χρήση του αλόγου, επιτρέποντάς τους να κυνηγούν περισσότερα βουβάλια και το ενδιαφέρον τους πλέον στρεφόταν στα κέρδη που θα απέφεραν οι ανταλλαγές με τους δερματέμπορους, οι οποίοι συχνά έμεναν κοντά τους για κάποιο διάστημα και ουκ ολίγες φορές δημιουργούσαν οικογένειες με ινδιάνες.

blackf3Ωστόσο, αυτή η επαφή δεν τους εκπολίτισε. Συνέχισαν να ζουν κοινοτικά και παρ’ όλο που η κατοχή αλόγων και ιδιαίτερα των καλά εκπαιδευμένων για κυνήγι υποδήλωνε την εν μέρει ευνοϊκή θέση κάποιων στην κοινότητα, η νοοτροπία τους δεν άλλαξε κατ’ ουσίαν. Όσοι είχαν καλά άλογα τα δάνειζαν σε όσους δεν είχαν, με αντάλλαγμα κομμάτια κρέας απ’ τη θήρα, ενώ η τσιγκουνιά ήταν μεμπτή από όλα τα μέλη της κοινότητας. Άλλωστε, όλες οι ορδές των Blackfoot δεν κράτησαν ίδια στάση απέναντι στις αλλαγές. Το κυνήγι του βούβαλου, ακόμη και με το άλογο που διευκόλυνε την κατάσταση, έπρεπε να ακολουθεί συγκεκριμένους κανόνες, γιατί ήταν πολύ επικίνδυνο. Ήθελε επιδεξιότητα και καλή συνεργασία των ομάδων των κυνηγών. Η αλληλεγγύη στην πράξη μεταξύ των μελών της κοινότητας εξακολούθησε και βέβαια, όσοι, λόγω υγείας, ηλικίας ή άλλων συνθηκών, δεν κατάφερναν να κυνηγήσουν, δέχονταν τις προσφορές των γύρω τους, για να τραφούν. Ας θεωρηθεί αυτονόητο πως το εν λόγω στοιχείο της ηθικής τους ουδεμία σχέση έχει με την φιλανθρωπία. Η διατροφή τους άλλωστε δεν περιοριζόταν στο κυνήγι του βούβαλου, αλλά περιελάμβανε κι άλλα μικρότερα θηράματα, όπως επίσης και καρπούς, φρούτα και βολβούς.

Στην πραγματικότητα, η πρώτη τους επαφή με τους λευκούς εμπόρους δέρματος δεν τους άλλαξε ιδιαίτερα, γιατί –τουλάχιστον στην αρχή– κι οι ίδιοι οι έμποροι δεν ανακατεύονταν στην καθημερινότητά τους, ούτε συνήθως είχαν πρόθεση να διαφθείρουν την ηθική τους. Ήταν συχνά κι οι ίδιοι κουρασμένοι –ακόμη και τόσο νωρίς– απ’ τον πολιτισμό και, ζώντας κοντά στους ινδιάνους, προσπαθούσαν να ξεφύγουν απ’ τη ρουτίνα και την κουραστική καθημερινότητα των πόλεων.

Η τελευταία «παλαιού τύπου» ενέδρα σώθηκε στην ιστορία του Many tail Feathers της ορδής των Piegan (με την ονομασία «Αυτοί που δε γελούν ποτέ»), που ανήκαν στην ομοσπονδία των Blackfoot. Οι Piegan έφτιαξαν μια ενέδρα, κάτω από έναν γκρεμό, κατασκευάζοντας μια μάντρα με πέτρες στην κατηφοριά πάνω απ’ την παγίδα. Όμως κάθε φορά που κατάφερναν να κυνηγήσουν τα βουβάλια στις γραμμές με τις πέτρες, αυτά αντιλαμβάνονταν την παγίδα και σκορπίζονταν, πριν φτάσουν στον γκρεμό. Αυτό είχε συμβεί τρεις φορές, μέχρι που ένας άντρας, ο Many tail Feathers, εκνευρίστηκε και χάλασε τη μάντρα. Οι άλλοι οργίστηκαν μαζί του και τον έδιωξαν από το σπίτι του. Εκείνος κοιμήθηκε στην κορυφή του λόφου, παρακαλώντας να έχει κάποιο όραμα, ώσπου είδε ένα όνειρο με δύο νεαρά αγόρια, που τον ρώτησαν αν ήταν αυτός που είχε σώσει όλα τα γυναικόπαιδα και εκείνος απάντησε καταφατικά. Την επόμενη είδε μια ομάδα αντρών, γυναικών και παιδιών που τον πλησίασαν, χορεύοντας. Ένας άντρας με κόκκινο σκούφο τον ρώτησε αν ήταν αυτός που κατέστρεψε την μάντρα κι εκείνος πάλι απάντησε θετικά. Την τελευταία νύχτα εμφανίστηκαν πλέον ως βούβαλοι και τον ευχαρίστησαν που έσωσε την οικογένειά τους, δίνοντάς του, φεύγοντας τον κόκκινο πολεμικό σκούφο και τη δύναμή τους. Όταν ο Many tail Feathers ξύπνησε, επέστρεψε στον καταυλισμό και έφτιαξε τον σκούφο, όπως τον είχε δει στο όνειρό του. Η ιστορία αυτή διασώθηκε από γενιά σε γενιά και μαζί της o παλιός, παραδοσιακός τρόπος κυνηγιού και παγίδευσης βουβαλιών. Οι βόρειες ορδές των Blackfoot διατήρησαν αυτό τον τρόπο –ακόμη κι όταν οι νοτιότερες τον είχαν ήδη απολέσει– μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του 1870.

Μπορεί οι Blackfoot να έφτιαχναν τις ενέδρες τους με απλά φυσικά υλικά, αλλά οι σύγχρονες πόλεις μάς μάντρωσαν, σαν θηράματα, μέσα σε ψηφιακά κάστρα∙ άυλα μεν, πολύ πιο αποτελεσματικά δε. Χιλιάδες εκδοχές της μονοτονίας, ατέλειωτες προσφορές έτοιμων φαγητών και τεχνητών γεύσεων, που δε χορταίνουν την απληστία και προκαλούν αρρώστιες –συχνά θανατηφόρες– απ’ την υπερβολική κατανάλωση τροφής, κακής ποιότητας ως συνήθως. Ανταγωνισμός, κυνήγι της πρωτιάς και της επιβολής, επιβράβευση όχι της συντροφικότητας, αλλά της απανθρωπιάς και της καλύτερης δυνατής εκμετάλλευσης ανθρώπων και κάθε πλάσματος. Συσσώρευση πάνω στη συσσώρευση, εμπόριο χιλιάδων άχρηστων αντικειμένων και συσκευών σε ποσότητες μεγατόνων, για τη διατήρηση του κέρδους εις βάρος όλων των υπολοίπων. Γι’ αυτό, χρειάζεται, σαν τον Many tail Feathers, να ονειρευτούμε και να πραγματώσουμε τους τρόπους, με τους οποίους θα γκρεμίσουμε τις μάντρες του πολιτισμού, τρέχοντας ελεύθερα.

σύντροφοι για την Αναρχική απελευθερωτική δράση

 Σχετικά βιβλία:
Gertrud D. Schier (επιμ.). Οι ινδιάνοι των Πεδιάδων της Βόρειας Αμερικής. (κεφ. John C. Ewers, Οικονομία των Blackfoot).
Advertisements
Both comments and trackbacks are currently closed.