Ο φασισμός κι ο αντιφασισμός ως παιδιά του νόμου (Α΄ μέρος)

Κανένας δεν μας πλάθει ξανά από χώμα και πηλό, /κανένας δεν ευλογεί τη σκόνη μας. /Κανένας.
Δόξα σοι ο Κανένας. /Για την αγάπη σου θέλουμε /ανθίσει. /Σ’ εσέναν /απέναντι.
Ένα Τίποτα /ήμαστε, είμαστε, για πάντα /θα μείνουμε, που ανθίζει: /του Τίποτα, του /Κανενός το ρόδο.
Με /το στύλο φως ψυχής, /το στήμονα έρημο ουρανού, /τη στεφάνη κόκκινη /από τη λέξη πορφύρα, που τραγουδούσαμε /πάνω, ώ πάνω /απ’ τ’ αγκάθι.
Paul Celan, Ψαλμός (Του κανενός το Ρόδο)

antifa1Υπάρχουν απαγορευμένες ιδέες; Το ερώτημα μοιάζει πολύ αφελές, αλλά η καταφατική απάντηση σ’ αυτό είναι όχι μόνο ανόητη, μα κι επικίνδυνη για την δικαιολόγηση οποιασδήποτε ολοκληρωτικής λογικής. Μπορεί κανείς να σου απαγορεύσει να σκεφτείς πώς να βλάψεις τους άλλους; Μπορεί κανείς να σου απαγορεύσει να είσαι φασίστας; Πόσο μάλλον, όταν την απαγόρευση την αποφασίζει το ίδιο το κράτος με νομοθετική ρύθμιση. Στις προθέσεις του κάθε κρατικού μηχανισμού εντάσσονται, στα πλαίσια της διατήρησής του στη ζωή, οποιεσδήποτε ενέργειες θα του διασφαλίσουν ότι όλα βαίνουν ομαλώς για την κρατική αρμονία. Δε θα περίμενε βεβαίως κανείς οιαδήποτε κυβέρνηση να πράξει διαφορετικά. Μ’ ένα διάταγμα –που παρεμπιπτόντως, ως λέξη έχει την ίδια ρίζα με τη διαταγή, απλώς αλλάζεις την κατάληξη και η διαταγή γίνεται πιο… ήπια– αποφάσισε, λοιπόν, η παρούσα εξουσιαστική κουστωδία να απαγορεύσει τις ιδέες που απειλούν τη δημοκρατία και υποκινούν σε ανατρεπτικές πράξεις. Πέρα από το ό,τι τέτοιες διατυπώσεις χωρούν πολλούς υποψηφίους, χωρίς να εξαιρούνται απ’ αυτές κι οι αναρχικοί, διακρίνονται τα ίχνη ενός φονταμενταλιστικού τύπου παραλογισμού. Ο φασισμός, για τον οποίον τόσο κόπτονται όλοι οι δημοκράτες, δεν μπορεί να απαγορευτεί. Το ό,τι ένας άνθρωπος μπορεί να φτάσει να θεωρεί λογικές ή αποδεκτές τις φασιστικές ιδεοληψίες ή, ακόμη χειρότερα, επιθυμητές, δε σημαίνει ότι μπορεί να παύσει, επειδή του το απαγορεύει κάποιος νόμος.

Δεν είμαστε νομικοί, για να αναλύουμε την αποτελεσματικότητα των νόμων, βεβαίως. Δεν πιστεύουμε στην αναγκαιότητα κανενός νόμου, πόσο μάλλον στην υποτιθέμενη ή μη αποτελεσματικότητά του. Η ίδια η ουσία του αντίκειται σε κάθε φυσική ανάγκη. Μιας όμως κι ο αντί-φασισμός έχει γίνει το αγαπημένο θέμα της πολιτικής κάθε είδους –τόσο εξουσιαστικής, όσο κι «αντιεξουσιαστικής»– θα ήταν καλό να εξετάσουμε ένα παράδειγμα, που δυστυχώς μας άφησαν ως γνώση οι ίδιες οι ανθρώπινες πράξεις, που εξέθρεψαν σε μεγάλο βαθμό τον φασισμό και τον ναζισμό, μετατρέποντάς τους από νοσηρές ιδεολογίες σε νοσηρή πραγματικότητα.

Η πιο γνωστή κι η πιο επώδυνη πτυχή του ναζισμού δεν είναι τόσο ο ίδιος ο αντισημιτισμός, αλλά οι διαστάσεις που αυτός πήρε στην εποχή της νέας τάξης του Αδόλφου Χίτλερ. Ωστόσο, ο αντισημιτισμός (στην ουσία ο αντιεβραϊσμός) υπήρξε ένα επινόημα των ναζί, που προέκυψε από νοσηρά μυαλά κι εξαφανίστηκε μαζί τους; Είναι αρκετό κάποιος να (δια)δηλώσει ότι είναι ενάντιος σε κάτι κι έπειτα όλα να τα αφήσει προς διαχείρισιν στην πολιτική; Η ίδια η εξέλιξη του αντισημιτισμού μας οδηγεί να δώσουμε μια σαφέστατα αρνητική απάντηση. Το ιδεολόγημα του αντισημιτισμού ήταν καλλιεργημένο για αιώνες πριν την εμφάνιση του ναζισμού. Είναι ουσιώδες όχι μόνο να δούμε τον αντισημιτισμό και τις διαστάσεις του, αλλά και για ποιον λόγο προέκυψε. Και τούτο θα μπορούσε να απαντηθεί, αν αναλογιστούμε πως στη θέση του αντισημιτισμού προβάλλονται σε κάθε κοινωνία ταμπού που οδηγείται στο να τα οικειοποιηθεί –και είναι τόσα όσοι είναι οι δαίμονες που δεν αγγίζει, που δεν τολμά ούτε καν να προφέρει– ανάλογα με τις διαμορφωμένες συνθήκες.

Στην Ευρώπη, πριν την άνοδο των ναζί και λόγω των επιπτώσεων της πρώτης παγκόσμιας ανθρωποσφαγής, καλλιεργούνταν το εθνικιστικό πνεύμα, που θα περιέσωζε τους νεότευκτους σε μεγάλο βαθμό πολιτικούς σχηματισμούς των εθνικών κρατών. Όπως είναι γνωστό, τα κράτη αυτά όφειλαν, σε κάποιο βάθος χρόνου, να συνενώσουν τελείως διαφορετικούς μεταξύ τους λαούς σε έναν κοινό τρόπο ζωής και μάλιστα σε περιόδους που τα διακρατικά σύνορα μεταβάλλοντας διαρκώς. Ο χριστιανισμός αποτέλεσε μια καλά δοκιμασμένη συνταγή, που ομογενοποίησε ολόκληρες αυτοκρατορίες στο παρελθόν∙ δε θα ήταν λοιπόν εις θέσιν να συγκρατήσει τα κατά πολύ μικρότερα σε έκταση και πληθυσμό εθνικά κράτη; Έτσι, καλλιεργήθηκε ο χριστιανικός εθνικισμός, ένα πολιτικό κοκτέιλ, που διαπότισε τόσο κράτη σαν την Αυστρία και την Πορτογαλία, όσο και την Σλοβακία, την Ισπανία, την Ελλάδα, την Κροατία και τη Γαλλία. Η παγίωση μιας κρατικής επίσημης θρησκείας γεννάει αυτομάτως και την αντί-θέση απέναντι σε μια άλλη. Μια μορφή αντισημιτισμού σχετιζόταν, λοιπόν, με την έκφραση χριστιανικής πίστης. Όπως σήμερα, απέναντι στον ισλαμισμό τάσσεται τόσο η εβραϊκή, όσο κι η χριστιανική (οιασδήποτε μορφής, ορθόδοξης, καθολικής ή προτεσταντικής) θρησκεία.

Άλλη πτυχή αυτού του ιδεολογήματος ήταν ο λεγόμενος πολιτικός αντισημιτισμός. Οι δημοκρατίες που αναδύονταν μέσα στα όρια των εθνικών κρατών θεωρούσαν τις εβραϊκές μειονότητες που διαβιούσαν στους κόλπους τους ως αναφομοίωτες, αφού αρνούνταν να αφήσουν τις πολιτισμικές τους συνήθειες, που σε μεγάλο βαθμό καθόριζαν τη συμπεριφορά τους και τη διαφοροποιούσαν σε σχέση με τους υπόλοιπους πολίτες. Στον Mazower (Σκοτεινή Ήπειρος, 70-71) διαβάζουμε: Στην Ουγγαρία του 1920 ένας νόμος στιγμάτιζε τους Εβραίους ως ξεχωριστή φυλή και όχι ως «Ούγγρους με Μωσαϊκή πίστη»∙ αν η χώρα ήταν πιο δημοκρατική, θα ήταν μάλλον ακόμη πιο αντισημιτική. «Όλοι οι πολίτες της Πολωνίας, ανεξάρτητα από την πίστη και την εθνικότητά τους, πρέπει να απολαμβάνουν ίσα δικαιώματα», διακήρυττε το Πολωνικό Αγροτικό Κόμμα το 1935, προσθέτοντας ότι «οι Εβραίοι όμως, όπως έχει αποδειχτεί, δεν μπορούν ν’ αφομοιωθούν παρά αποτελούν ένα συνειδητά ξένο έθνος μέσα στην Πολωνία». Παρόμοιες απόψεις ήταν έκδηλες στη Σλοβακία και στη Ρουμανία. Κι αυτό δεν αποτελούσε μονάχα ανατολικοευρωπαϊκό πρόβλημα: ανάλογα αισθήματα κέρδιζαν έδαφος και στην άλλοτε ταγμένη στον αφομοιωτισμό Γαλλία, για να οδηγήσουν τελικά στην περιβόητη διάταξη του σχεδίου συντάγματος του Βίου, η οποία χαρακτήριζε τους Εβραίους «φυλή που συμπεριφέρεται ως ξεχωριστή κοινότητα η οποία αντιστέκεται στην αφομοίωση».

Το κλίμα αυτό, που περιέτρεχε, όπως φαίνεται, όχι μόνο τα αυταρχικά καθεστώτα, αλλά και τα δημοκρατικά –τα οποία στην ουσία δεν στερήθηκαν ποτέ αυταρχισμού- δεν προέκυψε άμα τη εμφανίσει των ναζιστών, αλλά ήταν ήδη καθιερωμένο χρόνια πριν. Ο ναζισμός δεν υπήρξε μια παραφωνία σε σχέση με το ζήτημα, αλλά εντάχθηκε στις καθιερωμένες κι αποδεκτές ιδέες της Ευρώπης του καιρού του. Οπωσδήποτε, έδωσε λίγο αργότερα στον αντισημιτισμό ασύλληπτα νοσηρές διαστάσεις. Ωστόσο, χρησιμοποίησε μια πολιτική στάση ήδη διαμορφωμένη, για να την προσαρμόσει στα δικά του κριτήρια για το «καθαρό» φυλετικά έθνος. Δεν είναι τυχαίο ότι, όταν αρχικά ο Χίτλερ εξέθετε το πολιτικό του πρόγραμμα, προκειμένου να εκλεγεί στο γερμανικό κοινοβούλιο, πρόβαλλε και τον αντισημιτισμό ως πολιτική υπόσχεση, για να γίνει αρεστός. Αυτό σημαίνει ότι υπήρχαν αρκετά ευήκοα ώτα, που θα τέρπονταν με τέτοιες δηλώσεις και θα τον εξέλεγαν∙ κι όπως έδειξαν τα γεγονότα, δεν υπολόγισε λάθος.

Το ναζιστικό καθεστώς είχε εκδώσει το Εγχειρίδιο για την γερμανική οικογένεια, με το οποίο έδινε οδηγίες προς τις αμειγείς γερμανικές οικογένειες, να ακολουθούν ένα αυστηρό πρόγραμμα στον τρόπο ζωής τους. Έδινε δηλαδή σαφείς κατευθύνσεις για μια απόλυτα προγραμματισμένη κι ελεγχόμενη καθημερινότητα, που περιελάμβανε κανόνες υγιεινής, αλλά και συμβουλές-προτροπές, για τη διαιώνιση της λεγόμενης άριας φυλής. Όλες αυτές οι ανατριχιαστικές πρακτικές έκαναν το ατομικό και προσωπικό με το ζόρι εθνικό. Επιβαλλόταν εν ολίγοις δια του νόμου και των διαταγμάτων ένας κώδικας συμπεριφοράς για το τι είναι υγιές και τι άρρωστο. Στον «θαυμαστό καινούριο κόσμο» των ναζί η αρρώστια οποιασδήποτε μορφής κι η σωματική ατέλεια σού στερούσε το δικαίωμα να ζεις όχι μόνο στο ναζιστικό κράτος, αλλά και οπουδήποτε αλλού. Η ιδεολογία αυτή, όμως, περί του ιδανικού πολίτη με αυστηρά κριτήρια στο ναζιστικό κράτος στάθηκε μοναδική περίπτωση;

antifa2Εξ αιτίας των θανάτων και των καταστροφών της πρώτης παγκόσμιας ανθρωποσφαγής, τα κράτη αναζητούσαν κάθε τρόπο να σταθούν στα πόδια τους. Για να μπορέσουν να επιβιώσουν και να πολλαπλασιαστούν οι αποδεκατισμένοι τους πληθυσμοί, θεώρησαν ότι θα ήταν χρήσιμο να επιβάλουν προδιαγραφές «ποιότητας» για τους πολίτες τους. Η επιστήμη έπαιξε καθοριστικό ρόλο στο να θέσει τα κριτήρια του υγιούς και του άρρωστου και στην καθιέρωση της αποδοχής του ιδρυματισμού ως λύσης, για να απαλλαγεί η κοινωνία από τις «αποκλίνουσες» συμπεριφορές των ψυχικά ασθενών. Σήμερα, θεωρείται σχεδόν δεδομένη ή απαραίτητη η ιδρυματοποίηση πολλών πτυχών της ανθρώπινης συμπεριφοράς και ελάχιστοι είναι όσοι αντιδρούν σε αυτή την λογική. Αντιθέτως, οι περισσότεροι προσανατολίζονται στην διεκδίκηση καλύτερων συνθηκών εγκλεισμού. Οι πλέον πρωτόλειες και μικρές κοινωνίες, ακόμη κι εντός των ορίων του πολιτισμού, συχνά έβρισκαν τρόπο να ενσωματώσουν στον τρόπο ζωής τους τέτοιους ανθρώπους. Υπήρχε πάντοτε ο «τρελός του χωριού» ή και περισσότεροι, που αν και συχνά γεύονταν σκληρές και χλευαστικές συμπεριφορές, ωστόσο τις πλείστες των περιπτώσεων ζούσαν μαζί με τους άλλους συνανθρώπους τους σε μεγάλο βαθμό αποδεκτοί.

Όταν στην Ευρώπη, όμως, του Μεσοπολέμου άνθιζαν τέτοιου είδους πρακτικές, που επέτρεπαν ακόμη και την στείρωση των θεωρούμενων ψυχικά ασθενών -μια πρακτική που εξακολούθησε μέχρι προσφάτως σε κράτη όπως η Σουηδία και η Ελβετία-, ήταν πιο εύκολο για ένα τόσο ακραίο καθεστώς, όσο το ναζιστικό, να περάσει στην πιο σκοτεινή πλευρά και να ενσωματώσει σε τέτοιες μεθόδους και τον βιολογικό αντισημιτισμό. Το ζοφερό οικοδόμημα που συγκρότησε ο ναζισμός με βάση τη φυλή, δίνοντας στον ρατσισμό ένα άλλο τρομακτικό περιεχόμενο, έγινε αποδεκτό από πολλούς συγχρόνους του. Φυσικά και δεν έλειψαν οι αντίθετες φωνές, που στάθηκαν απέναντί του κι έδωσαν ακόμη και την ζωή τους γι’ αυτό. Η λογική, όμως των κρατών και των κυβερνήσεών τους ήταν τελείως διαφορετική κι εκκινούσε από άλλα κριτήρια διαμοιρασμού των εξουσιών.

Σήμερα θεωρείται όχι απλώς δεδομένο κι αποδεκτό, αλλά και νόμιμο ότι ένα παιδί πρέπει να γεννηθεί σε ένα θεσπισμένο ίδρυμα (κλινική, νοσοκομείο, μαιευτήριο) και να καταγραφεί η γέννησή του από έναν κρατικό φορέα και να μπει αυτομάτως στα μητρώα. Οποιαδήποτε άλλη πρακτική θεωρείται παράνομη και επικίνδυνη για την υγεία του βρέφους και της μητέρας. Ωστόσο, η καθολική αποδοχή του κράτους πρόνοιας, που γνωρίζει το σωστό και το επιβάλλει στους υπηκόους του ξεκίνησε τα πρώτα του βήματα απ’ τις αρχές του 20ου αι, δεν υπήρχε πάντοτε. Το κράτος καθορίζει την υγεία και τη θεραπεία της αρρώστιας, την εκπαίδευση βεβαίως και τον λεγόμενο οικογενειακό προγραμματισμό, τα κριτήρια της ποιότητας ζωής, τον τρόπο που θα χτίζονται τα σπίτια, τις ώρες κοινής ησυχίας, τη δημιουργία μιας οδού, την βελτίωση της εικόνας μιας πόλης. Εν ολίγοις δεν αρκείται να παρεμβαίνει στα πάντα, αλλά επιχειρεί να προκαθορίζει και τα πάντα.

antifa3Όσο πιο μεγάλοι είναι, μάλιστα οι κοινωνικοί σχηματισμοί, όσο πιο πυκνοκατοικημένη είναι μια περιοχή, τόσο πιο απαραίτητο θεωρείται το κράτος ως ρυθμιστής. Γι’ αυτό όλα τα απολυταρχικά καθεστώτα στηρίχτηκαν στην εξομοίωση των συνηθειών πολυάριθμων πληθυσμών, εφαρμόζοντας στρατιωτικές δομές στην καθημερινότητά τους. Το ίδιο έκαναν τόσο τα ναζιστικά, όσο και τα κομμουνιστικά και δημοκρατικά καθεστώτα. Η αρχιτεκτονική έπαιξε έναν εξίσου καθοριστικό ρόλο. Οι τεράστιες πολυκατοικίες, χωρισμένες σε πολλά μικρά ομοιόμορφα διαμερίσματα, συχνά με τον τίτλο εργατικές κατοικίες, υπόσχονταν να λύσουν τα προβλήματα στέγασης των φτωχότερων κοινωνικών στρωμάτων σε συνδυασμό με την «δίκαιη και ίση» κατανομή μίας κατοικημένης περιοχής, όπως ευαγγελίζονταν οι ελίτ που τις καθιέρωναν. Η αποστροφή που προκαλεί και μόνο η θέαση της ομοιομορφίας τους από μακριά προφανώς επιβεβαιώνει ότι ακόμη μένει ζωντανή μέσα στον καθένα, έστω και σε επίπεδο ενστίκτου, η μνήμη της φυσικής ζωής. Η παρέμβαση του κράτους επιχείρησε (κι εξακολουθεί να επιχειρεί) να εισβάλει όχι απλώς έξω και μέσα στα σπίτια, αλλά και στη συνείδηση των ανθρώπων.

σύντροφοι για την Αναρχική απελευθερωτική δράση

Both comments and trackbacks are currently closed.