Τα δέντρα που πληγώναμε[1]

Με αφορμή την έναρξη μιας ακόμη περιόδου στα σχολικά κάτεργα, αφιερώνουμε την παρακάτω λογοτεχνική αλληγορία σε κάθε ανυπάκουο μαθητή/τρια, σε κάθε αδούλωτο πνεύμα, που δεν επιδιώκει άριστους βαθμούς και γλιτσερές καριέρες, σε όλους τους υπόδουλους του μαυροπίνακα που γνωρίζουν καλά ότι οι κάθε είδους φυλακές είναι «χρήσιμες» μόνον ως υλικά για οδοφράγματα. «Αφιερώνεται» επίσης, σε εκείνους τους ακραιφνείς «αντιεξουσιαστές» που προτείνουν ελευθεριακά σχολεία, εξευγενισμένη εκπαίδευση και λοιπά κολοκύθια στο πάτερο. Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην αναρχική εφημερίδα ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ, φύλλο 127, Μάιος 2013.

Πάντα είχα την αίσθηση ότι την άνοιξη τα λουλούδια που κάπου είχαν κρυφτεί, βγαίνουν στο φώς του ήλιου, μόνο γιατί φοβούνται ότι οι μεγάλοι θα βαρεθούν και θα παραιτηθούν απ’ την αναζήτηση.
Όσκαρ Ουάιλντ, De profundis

dent1«Και αυτός, μικροί μου φίλοι, είναι το καμάρι του εργοστασίου μας. Λέγεται μοριακός αποδομητής ξύλου σπουδαία εφεύρεση!» Τα παιδιά κοίταξαν με αδιαφορία. Μπροστά τους βρισκόταν ένας μεταλλικός θάλαμος σε χρώμα μπλε κοβαλτίου με ορθογώνιο σχήμα και το μέγεθος του ξεπερνούσε αυτό ενός κανονικού δωματίου. Δυο κυλιόμενες ταινίες βρίσκονταν μία στο μπροστινό και μία στο πίσω μέρος μιας κατασκευής, που θα έκανε τις ιστορίες του Λάβκραφτ να μοιάζουν με άσματα προσκόπων. Μια δωδεκάδα πλαστικά πλήκτρα στόλιζαν μια λερωμένη οθόνη που σίγουρα είχε δει και καλύτερες μέρες. Κανένας τους δεν έδειξε να συμμερίζεται τον ενθουσιασμό που είχε ο υπεύθυνος του εργοστασίου επίπλων. Κάποιοι χάζευαν αδιάφορα, ενώ δυο-τρεις, που είχαν στριμωχτεί πίσω, σκουντούσαν ο ένας τον άλλον σχολιάζοντας χαμηλόφωνα. Ήταν τόσο όμορφα έξω. Ο Απρίλης είχε μπει για τα καλά και το τελευταίο πράγμα που ήθελαν απ’ τη ζωή τους ήταν να σουλατσέρνουν σε ένα σκοτεινό και υγρό εργοστάσιο. Ο ήλιος τους καλούσε με κάθε του αχτίδα να δραπετεύσουν.

Κι απ’ όλους ο Γιώργος έδειχνε ο πλέον αηδιασμένος. Εξ άλλου, ο ερχομός της άνοιξης προσθέτει πάντοτε οξύμωρες πινελιές στο εκπαιδευτικό κάτεργο. Η σχολική αίθουσα-κελί γίνεται κάθε μέρα όλο και μικρότερη. Κάθε μπουμπούκι που ανθίζει κόβει και λίγα τετραγωνικά απ’ το εμβαδόν της σε τέτοιο βαθμό, που την νιώθει σαν σφιγμένη θηλιά στο λαιμό του. Τα βράδια τού είναι αδύνατον πλέον να κοιμηθεί. Κάτι σαν πεταλούδες στο στομάχι τον κρατάνε ξάγρυπνο, αν και δεν σταματάει στιγμή να ονειρεύεται. Δεν χωράει σε καμιά σελίδα των σχολικών βιβλίων, τα νιώθει σαν τα εγχειρίδια του καλού φυλακισμένου· όποιος τα αποστηθίσει καλύτερα παίρνει τους επαίνους του κράτους. Εδώ και μήνες δεν τα κουβαλάει καν στον σάκο του, παρά τα αφήνει σαν περιττή σαβούρα κάτω απ’ το θρανίο. Του προκαλεί παγερή αδιαφορία ο σχολικός πρωταθλητισμός. Θέλει να διηγηθεί τις δικές του ιστορίες, που είναι τόσες πολλές, αλλά θα χωρούσαν και σε μια και μόνη λέξη∙ την ελευθερία, δίχως πρόσημα και πολιτική, δίχως ψέματα και υστερόβουλες φλυαρίες. Λαχταρά να κυλιστεί στο φρέσκο χώμα, να νιώσει τις μαργαρίτες να του γαργαλάνε τα ρουθούνια κι αυτός να χαμογελά ανακουφισμένος σε έναν ανέφελο ουρανό. Αντί για όλα αυτά βρίσκεται στην καρδιά του κτήνους και δεν βλέπει την ώρα που θα σηκωθεί να φύγει από εκεί μέσα.

Οι σκέψεις τρέχουν στο μυαλό του σαν καλοκουρδισμένα φωτόνια. «Τι κατάσταση κι αυτή, λες και δεν έφθαναν οι βαθμοί, τα απουσιολόγια, οι αποβολές, οι εξετάσεις, τα κάγκελα στο προαύλιο∙ τώρα είναι υποχρέωσή μας, λένε, να πηγαίνουμε κι εκπαιδευτικές εκδρομές έτσι για το καλό μας, να δούμε μέρη όπου βγαίνει το χρήμα, όπως κηρύττει απ’ άμβωνος, κι ο διευθυντής. Τι αρρωστημένα πράγματα είναι πάλι αυτά; Ποιο χρήμα και ποια εργοστάσια; Δεν με ενδιαφέρουν το κέρδος και οι επιχειρήσεις, εγώ απλώς θέλω να κοιτάζω τους ανθρώπους στα μάτια με ειλικρίνεια. Θέλω να μείνω ανθρώπινος, αδιαφορώντας για το αν οι περισσότεροι γύρω μου παρατηρούν συνέχεια με λαγνεία μια οθόνη. Θα αγγίζω το χώμα μετά την βροχή και θα κάνω παρέα με κάθε ταξιδιάρη άνεμο. Διάβολε, είμαι δεκαπέντε χρονών και αυτό που θέλω είναι να μου λούζει ο ήλιος το πρόσωπο τα ανοιξιάτικα πρωινά, να ξυπνώ κάθε μέρα ερωτευμένος, να νιώθω τόσο ελεύθερος, που να μπορώ να πετάξω ακόμη και μια χιονόμπαλα στη Σελήνη, όχι να τρέχω σε εκπαιδευτικές εκδρομές κι άλλες αηδίες. Να εκπαιδευτώ δηλαδή σε τι; Στο πόσο απαραίτητη μας είναι η τεχνολογία ή στο τι μπορεί να κάνει αυτή η νοσηρή μηχανή σε ένα δέντρο; Ο κόσμος τους μου αναδεύει τα σωθικά. Σχολείο, σχολείο… κάθε μέρα να επαναλαμβάνω τα ίδια πρέπει, τις ίδιες κινήσεις, τους ίδιους πειθαναγκασμούς… σε έναν κόσμο φυλακή.»

«…Λοιπόν όπως σας εξήγησα αγαπητά μου παιδιά, η διαδικασία είναι πολύ απλή. Να, ορίστε εδώ για παράδειγμα έχω ένα ολόκληρο δέντρο οξιάς. Εισάγουμε λοιπόν το δέντρο από την κυλιόμενη ταινία εδώ….», τρεις ψωμωμένοι μαντράχαλοι έσπρωξαν με βία το δέντρο πάνω στην κυλιόμενη ταινία.dent2 Ο υπεύθυνος άρχισε να πατάει λαίμαργα μια σειρά από κουμπιά κι ο ήχος των πλήκτρων συνοδεύτηκε από πνιχτούς, μεταλλικούς λαρυγγισμούς που έκαναν την μηχανική τελετουργία να μοιάζει με ομαδική εκτέλεση. Έδινε την εντύπωση ανθρώπου που για λίγα ευρώ, θα έφτιαχνε και ζάρια απ’ τα κόκκαλα της μάνας του, αν του το ζητούσαν. Ένα μειδίαμα που περισσότερο θύμιζε αποκριάτικη γκριμάτσα ζωγραφίστηκε κακότεχνα στο μακρουλό πρόσωπό του. Το στομάχι του Γιώργου σφίχτηκε. Δεν ήταν η πρώτη φορά∙ οι πόνοι εμφανίζονται περιοδικά εδώ και μήνες. Η ευχάριστη αίσθηση που του χαρίζουν, οι «πεταλούδες στο στομάχι», συχνά χάνεται σε έναν άχρονο λήθαργο που δίνει την θέση του στο βαθύ άλγος μιας άυπνης νύχτας με έντονους στομαχικούς πόνους. Οι γονείς του τον πήγαν σε παιδοψυχίατρο. Η θεά επιστήμη πάντα ξέρει καλύτερα. Τους είπε να μην ανησυχούν είναι «απ’ το στρες… και καλό είναι να πάρει και κάποια, ελαφριά αγχολυτικά». Ευτυχώς που οι γονείς του έχουν ακόμη δυο δράμια μυαλό και δεν συμφώνησαν. Όχι πως, αν επέμεναν, αυτός θα τα έπαιρνε.

«Άλλο τι θα κάνω…» σκέφτεται, «να τα βάλουν τα πτυχία και τα χάπια τους εκεί που ξέρουν. Όταν κάνω κοπάνα και αλητεύω όλη μέρα δεν με ενοχλεί τίποτα. Οι πόνοι στο στομάχι εξαφανίζονται ως δια μαγείας. Το στρες, λέει, είναι απ’ τον σύγχρονο τρόπο ζωής, την καθημερινή πίεση στο σχολειό και το φροντιστήριο. Σώπα… κάτι μας είπες τώρα μεγάλε επιστήμονα. Κι επειδή ζω σε έναν κόσμο-φυλακή, να παίρνω μερικές χούφτες χάπια κάθε μέρα για να την βγάλω καθαρή. Όχι, να τα ξεχάσετε αυτά κομπογιαννίτες της δεκάρας, όλοι εσείς που με την αυθεντία σας καταστρέψατε την πραγματική γνώση της ίασης, αποτέλεσμα χιλιάδων χρόνων ελεύθερης συνεργασίας των ανθρώπων σε ανεξούσιες κοινότητες. Και πάντα παίζετε με τις λέξεις. Τα φαρμάκια που κατασκευάζετε στα αποστειρωμένα εργαστήρια σας, παριστάνοντας τους αγγέλους μες στις κατάλευκες στολές σας, τα βαφτίζετε φάρμακα. Τι γελοίοι και τιποτένιοι που γίνεστε! Να πάτε στο διάβολο και εσείς και τα χάπια σας!»

«Όσο δηλητήριο απ’ τον πολιτισμό σας και αν εγχύσετε στις φλέβες μου, θα υπάρχει πάντα μέσα μου κάτι άρρητο κι αδιαίρετο που θα ξεκαρδίζεται στα γέλια με την εμμονή σας να διαφθείρετε την ανθρωπινότητα μου. Γιατί αν η καρδιά μου χτυπά, το κάνει για να είμαι άνθρωπος μες στους ανθρώπους κι όχι ένα γρανάζι μιας βρωμερής μηχανής. Θα μείνω λοιπόν όρθιος και αταλάντευτα ανθρώπινος, όσα καλώδια και αν φυτεύετε στη ζωή μου. Κι αν η ελπίδα ενός ανεξούσιου μέλλοντος χρειάζεται στέρεα θεμέλια, ας είναι ο χτύπος της καρδιάς μου ο φασματικός της αρχιτέκτονας. Διότι έτσι διατηρώ κάθε δικαίωμα, όπως και το σκουλήκι ακόμη που στρέφεται επιθετικά ενάντια στο πόδι που το πατάει, να ανατρέψω με τη βία τον κόσμο βίας μέσα στον οποίο με φυλακίσατε. Η αγάπη μου για την ελεύθερη συνύπαρξη ανθρώπων και φύσης είναι το δικό μου μονοπάτι για την απόλυτη ελευθέρια. Κι όση άσφαλτο και αν στρώσετε στο σώμα της Γης, το μονοπάτι των αγωνιζόμενων ανθρώπων, θα κάνει κάθε πολιτισμένη σας λεωφόρο ένα σωρό σκόνης τόσο ασήμαντο, που κανείς από τους τέσσερις ανέμους δεν θα νοιαστεί να το σκορπίσει. Για κάθε ηλεκτρονικό σας κύκλωμα έχω ένα όνειρο τόσο όμορφο και διαυγές, που θα κάνει και την υψηλότερη ανάλυση οθόνης να μοιάζει με τοπίο πρωινής ομίχλης. Για κάθε σας ψηφιακή «επικοινωνία» έχω τόσες γοητευτικές ιστορίες να διηγηθώ, που τα διαδικτυακά σας κουτσομπολιά μπροστά τους, είναι τόσο ζωντανά όσο και ένα ταριχευμένο πτώμα. Εγώ τον κόσμο-φυλακή θα τον κάνω χίλια μικρά κομμάτια. Τόσο μικρά και ασήμαντα, που θα είναι ανώφελο όλοι εσείς που τον προσκυνάτε να προσπαθήσετε να τα ξανακολλήσετε. Το μόνο που θέλω είναι να με αφήσουν ήσυχο όλοι τους! Ζητάω πολλά;».

Ο υπεύθυνος του εργοστασίου καμάρωνε σαν γαμπρός δίπλα στον μηχανικό λεβιάθαν που κατάπιε ολόκληρο το δέντρο με μια χαψιά. Στα μάτια του έβλεπες την απόλαυση να παίρνει άπειρα σχήματα (κυρίως αυτά των χαρτονομισμάτων) και τα παιδιά μπορούσαν να διακρίνουν το δίχως άλλο την προσπάθεια του να μην ουρλιάξει από ευχαρίστηση, δαγκώνοντας έντονα αλλά διακριτικά το κάτω του χείλος. Τα λεπτά άρχισαν να κυλούν και οι μηχανικοί θόρυβοι πέρασαν εύκολα απ’ το πεδίο της ενόχλησης σε αυτό της αφόρητης ανατριχίλας. Η ζωή του δέντρου είχε προ πολλού χαθεί απ’ το επαίσχυντο έργο του υλοτόμου. Ο μορφοποιητής θα εξαφάνιζε και την ύπαρξή του, καθώς όλα αυτά που συνθέτουν την μνήμη του όπως το σχήμα, τα χρώματα, οι μυρωδιές που αναδύει, θα περνούσαν ανεπιστρεπτί στο μελανό βασίλειο της λήθης.

dent3Κόμποι ιδρώτα έλουσαν το μέτωπο του Γιώργου και το στομάχι του άρχισε να του γνωστοποιεί νέα επίπεδα πόνου. Δεν υπήρχε καμιά αμφιβολία για το τι κάνει ο μορφοποιητής στο δέντρο. Ρήματα όπως «τεμαχίζω» και «κατακρεουργώ» θα δήλωναν αμέσως παραίτηση, αν κάποιος τους ζητούσε να εκφράσουν αυτό που συνέβαινε στο σιδερένιο στομάχι του μορφοποιητή. «Αν και δολοφονημένο πλέον δίχως ζωή, δεν έχει κανένας το δικαίωμα να του φέρεται έτσι. Γι’ αυτό σπουδάζουν τόσα χρόνια οι «σοφοί» επιστήμονες; Ε, όχι! Δεν θα γίνω σαν αυτούς, προτιμώ να γυρίζω όλη μέρα στους δρόμους, παρά να κάνω κάτι τέτοιο. Δεν υπάρχει καμία πιθανότητα να οδηγηθούμε σε συνθήκες ελευθερίας δίχως τον ειλικρινή και ανιδιοτελή σεβασμό για κάθε φυσική ύπαρξη. Μα τι έχουν πάθει, τέλος πάντων, οι άνθρωποι; Ποιος διεστραμμένος νους σχεδίασε αυτή την μηχανή; Δεν θα γίνω το γρανάζι ούτε αυτής ούτε καμιάς μηχανής. Γιατί η θνητότητά μου περιγελάει τις «αθάνατες» μηχανές σας, όπως ο ήλιος τα ζεστά πανωφόρια. Η μνήμη και η ελεύθερη συνείδησή μου θα αγκαλιάσουν τρυφερά την απεραντοσύνη του σύμπαντος, ενώ τα θλιβερά γρανάζια σας θα αναπαύονται άψυχα σε ένα νεκροταφείο αιώνιας οξείδωσης. Κι όσο ακόμη η αναπνοή μου είναι πηγή ζωής και όχι ένα ανούσιο ξεφύσημα, θα αντικρίζω με απέχθεια οποιονδήποτε επιχειρεί να καρατομήσει την ουσία της ύπαρξης μου».

«Λίγες στιγμές ακόμη… παρακαλώ περιμένετε και… να ορίστε είμαστε έτοιμοι, δεν είναι, λοιπόν, μαγεία;» είπε περιχαρής ο υπεύθυνος και πριν οι τελευταίες του λέξεις χαθούν ευχαριστημένες που τον εγκατέλειψαν για πάντα, απ’ την μεριά της εξόδου του μηχανήματος, άρχισε να προβάλλει αργά-αργά ένα ολοκαίνουριο, λουστραρισμένο, μοδάτο τραπεζάκι σαλονιού. «Ψώνιο ε; Δεν συμφωνείτε;» πρόσθεσε παριστάνοντας τον νεανία με αποτυχία. Ο Γιώργος έβραζε. Θύμιζε σούπερνόβα λίγο πριν την έκρηξη. Τα δάχτυλα των χεριών του σφίχτηκαν σε δυο πανομοιότυπες γροθιές. Τον κοίταξε γεμάτος έκδηλη οργή. Αν τον έπιανε κάποιος από την μύτη, θα ακουγόταν ένα τόσο εκκωφαντικό «μπαμ», που θα έκανε κάθε σιωπή να ουρλιάξει από ανιδιοτελή συμπαράσταση. Τα υπόλοιπα παιδιά άρχισαν να μουρμουρίζουν έντονα μεταξύ τους κι ένα πέπλο ανησυχίας και θλίψης τύλιξε τα συνοφρυωμένα τους πρόσωπα. Κανείς τους δεν θα ήθελε να είναι παρών σε ένα θέαμα τόσο αισχρό, που μετά βίας το σώμα τους δεν το έβαζε ουρλιάζοντας στα πόδια. «Μα….μα τι πάθατε τελοσπάντων, αυτό είναι το πιο σύγχρονο μηχάνημα στον τομέα της βιομηχανικής επεξεργασίας ξύλου. Βάζεις μέσα ένα άχρηστο δέντρο, πατάς μερικά κουμπιά και σε λίγα λεπτά έχεις ένα υπέροχο έπιπλο σε ό,τι σχήμα και μορφή επιθυμείς. Μα, ελάτε τώρα δεν μπορεί να μην σας φαίνεται ελκυστικό όλο αυτό». Στα μάτια των παιδιών μπορούσες με ευκολία να διαβάσεις τι ακριβώς ένιωθαν για τον υπεύθυνο εκείνη την στιγμή και πόσο μακριά στο διάολο θα ήθελαν να τον δουν να εκσφενδονίζεται.

Ο αργόσχολος όμως καθηγητής που τους συνόδευε είχε μόλις αποφασίσει να ξεκολλήσει απ’ το κυλικείο του εργοστασίου και να έρθει σαν καλός δεσμοφύλακας για επίβλεψη. Ήταν ο πλέον αηδιαστικός κωλογλύφτης απ’ την κουστωδία με την επωνυμία «σύλλογος καθηγητών». Τους έριξε μια ματιά γεμάτη φαρμάκι, αλλά μη θέλοντας να χάσει το προφίλ του «προοδευτικού» εκπαιδευτικού, προσπάθησε να σκηνοθετήσει με παταγώδη αποτυχία ένα λερό χαμόγελο. Παρίστανε τον φιλαράκο, τον «δικό τους άνθρωπο» αλλά με την πρώτη ευκαιρία βρισκόταν γεμάτος καμάρι έξω απ’ το γραφείο του διευθυντή και με την γλώσσα του να πηγαίνει ροδάνι έλεγε στον προϊστάμενο του όσα είχε αποσπάσει με δόλο, ψέμα και ατόφια πολιτική από τους μαθητές. Δεν είχε να ζηλέψει τίποτα από έναν δεσμοφύλακα κι αν δεν υπήρχε ψυχή γύρω του να τον ακούσει, θα του φώναζε «γεια σου συνάδελφε» περιχαρής, αν συναντούσε έναν από δαύτους στον δρόμο. Τόσα χρόνια όμως στο κόμμα, είχε μάθει καλά τις βρωμιές της πολιτικής, μιας και υπήρξε άριστος μαθητής των κομματικών ξερασμάτων στα νιάτα του. Και στις νεολαίες γράφτηκε και σημαίες κούνησε και αγωνιζόμενους ανθρώπους που συγκρούονταν με το κράτος κατήγγειλε και την εφημερίδα του κόμματος έβαζε με τόση στοργή και αγάπη στην κωλοτσέπη του. Τι πιο φυσικό απ’ το να γίνει ένας αγνός παιδαγωγός, ένα πονηρό στολιδάκι του υπουργείου παιδείας; Γνώριζε όμως πως τα παιδιά τον σιχαίνονταν κι αυτή η ιδιαίτερη αυτογνωσία έκανε την συμπεριφορά του ακόμη πιο ύπουλη και βρωμερή.

dent4Ο πόνος στο στομάχι του Γιώργου είχε γίνει αληθινά αφόρητος και κάθε προσπάθεια να μείνει σιωπηλός μπροστά στο αλγεινό θέαμα του φαινόταν μάταιη. Δεν είχε μάθει να τυλίγεται στην σιωπή αλλά να βροντοφωνάζει τις αλήθειες του. Κι αυτό που συνέβη μόλις μπροστά του ήταν εξωφρενικά αρρωστημένο. «Σταμάτα το τώρα αμέσως, μ’ ακούς; Δεν θα το πω δεύτερη φορά! Η άθλια αυτή παράσταση να τελειώσει αυτή την στιγμή!» Ο υπεύθυνος πήρε την έκφραση που θα είχε κάποιος αν του χτυπούσαν με μια πεντάκιλη βαριοπούλα το μικρό δάχτυλο του ποδιού. Το ξάφνιασμα όμως έδωσε προοδευτικά τη θέση του σε ένα μίγμα ειρωνείας και άπλετου θυμού. «Μα τι έπαθες αγόρι μου; Μύγα σε τσίμπησε; Πως μου μιλάς έτσι;» Και σχεδόν ταυτόχρονα στρέφει το κεφάλι του προς τη μεριά του καθηγητή που είχε πάρει θέση πίσω απ’ τα παιδιά με ύφος νεοβαλκάνιου βούδα. Αυτός, παρά την έκπληξη του, δεν έχασε ευκαιρία και πήρε θριαμβευτικά τον λόγο, «Τι είναι αυτά τα πράγματα Γιώργο, πως μιλάς έτσι στον κύριο που είχε την ευγενή καλοσύνη να μας ξεναγήσει στο χώρο εργασίας του; Έτσι σου μάθανε οι γονείς σου να μιλάς στους μεγαλύτερους σου; Στο κάτω-κάτω, ακόμη και αν δεν συμφωνείς, πρέπει να σεβαστείς ότι ο άνθρωπος κάνει την δουλειά του τελοσπάντων και…» ο Γιώργος τον έκοψε απότομα, «Τις εξυπνάδες σου να τις πεις εκεί που ξέρεις, εγώ θα πω και θα κάνω όσα νιώθω και πιστεύω. Η εξουσιομανία που σε έχει διαφθείρει μέχρι το μεδούλι εσένα και το σινάφι σου δεν με αφορά. Και πριν προλάβεις να αναπτύξεις το γνωστό και λιγδερό τροπάριο σου για τις συνέπειες, τις αποβολές και τα όσα έχω να πάθω από εδώ και πέρα, σου δηλώνω απερίφραστα ότι δεν έχουν για μένα καμιά σημασία. Αυτό που χρειάζομαι είναι να αναπνεύσω έστω και για μια στιγμή ελεύθερα και τούτο δεν θα μου συμβεί ποτέ, αν μάθω να «κάνω το κορόιδο». Αν πραγματικά υπάρχω, αν όλη η μέχρι τώρα ζωή μου δεν είναι παρά μια στοιχειωμένη φάρσα, πρέπει αυτή την στιγμή να σταθώ όρθιος, να παραμείνω άνθρωπος. Κι αυτό ακριβώς είναι που σκοπεύω να κάνω δίχως να υπολογίζω το κόστος καμιάς ποινής που εσύ και οι υπόλοιποι σχολικοί ανθρωποφύλακες θα μου χαρίσετε με τόση σαδιστική ευχαρίστηση», είπε και ένιωσε τους ώμους του να λυγίζουν από ένα τεράστιο βάρος, λες και όλη η αιωνιότητα είχε ξαφνικά στρογγυλοκαθίσει εκεί, για να πάρει μια ανάσα.

Ο υπεύθυνος με τον καθηγητή κοιτούσαν ο ένας τον άλλον σαν δυο εξωγήινοι που μια απίθανη σύμπτωση τους έφερε απροσδόκητα αντίκρυ. «Μα, μα… πως μιλάς έτσι…; Είναι δυνατόν… εσύ αγόρι μου είσαι… είσαι… αναρχικός! Και λίγα σου λέω!» είπε μανιασμένα ο καθηγητής και το χρώμα του προσώπου του πέρασε απ’ το έντονο ροζ στο ερυθρό και έπειτα θρονιάστηκε για τα καλά στο βαθύ κόκκινο. Ο υπεύθυνος απ’ τη άλλη έμοιαζε να τα έχει τόσο χαμένα που, αν κάποιος του ψιθύριζε στο αυτί ότι εκείνη την στιγμή παίζει σε ταινία, δεν θα έβρισκε κάποιον καλό λόγο, να μην τον πιστέψει. Τα παιδιά αν και στην αρχή σάστισαν, άκουσαν τα όσα είπε ο Γιώργος με πολλή συμπάθεια και σίγουρα μερικοί από αυτούς ένιωσαν ένα έντονο συναίσθημα αλληλεγγύης για τον συμμαθητή τους. Ο Γιώργος ξαναπήρε τον λόγο αποφασισμένος να τελειώσει αυτό που άρχισε. «Δεν ξέρω αν είμαι αναρχικός, ίσως και να ‘μαι. Ξέρω όμως με κάθε βεβαιότητα τι δεν είμαι και τι δεν θα ήθελα ποτέ μου να γίνω. Άκουσέ το λοιπόν και βάλτο καλά στο νου σου πως ο ακηδεμόνευτος αγώνας για την ελευθερία δεν είχε ούτε θα έχει καμία σχέση με κανενός είδους πολιτική. Γιατί αν έχουμε μια ευκαιρία να ζήσουμε ελεύθεροι, αυτό θα μας συμβεί μόνο αν την καταστρέψουμε άπαξ και διαπαντός. Γιατί είναι εργαλείο εξευτελισμού και χειραγώγησης, ακόμη κι αν κάποιοι «παράγοντες» ή ανόητοι μας την σερβίρουν σε «αντιεξουσιαστική» συσκευασία. Θα μου πεις και τι σε ενδιαφέρουν εσένα όλα αυτά; Ε, πώς, τόσο καιρό δεν μας παριστάνεις τον «ευαίσθητο» αριστερό που βλέπει με συμπάθεια τα κινήματα, το κοινό αντιφασιστικό μέτωπο, τις κοινές αντιρατσιστικές δράσεις; Δεν μας λες με κάθε ευκαιρία πως βλέπεις με «ειλικρινή» συμπάθεια την σύμπλευση της αριστεράς με κάποια κομμάτια του αντιεξουσιαστικού «χώρου»; Αλλά το απουσιολόγιο παραμένει απουσιολόγιο, οι βαθμοί, βαθμοί και οι ποινές ως έχουν. Έτσι δεν είναι;» Οι υπόλοιποι μαθητές είχαν γίνει ένα σμάρι δίπλα στον Γιώργο και παράλληλα ακούστηκαν και μερικά «Ναι! Έτσι είναι, γιατί, έχει άδικο;». Ο καθηγητής πήρε μια μικρή γεύση απ’ το πώς ένιωσε εκείνος ο μονάρχης του παραμυθιού, όταν κάποιος φώναξε ο βασιλιάς είναι γυμνός!

Ο Γιώργος πήρε ξανά τον λόγο, «Είναι σημαντικό να ξεκαθαρίσω πως αυτή τη στιγμή που μιλάω δεν εκπροσωπώ κανέναν άλλον παρά μόνο τον εαυτό μου. Δεν θα μπορούσα να κάνω κι αλλιώς άλλωστε. Η εκπροσώπηση είναι εργαλείο των εξουσιαστών και μου είναι απεχθής. Μας φέρατε, λοιπόν, σήμερα εδώ να δούμε πώς η τεχνολογία κι ο πολιτισμός μπορούν να πάρουν ένα όμορφο δέντρο και με το πάτημα κάποιων κουμπιών να το μετατρέψουν σε ένα άψυχο τραπέζι. Κάτι αληθινά διεστραμμένο πρέπει να κυβερνά το νου σας, κάτι που είναι πρόδηλο και των διαθέσεων κυριαρχίας που έχετε απέναντι στην φύση. Έχετε τον πολιτισμό και τις ακόρεστες μηχανές σας να τρέχουν τις ζωές μας με ρυθμούς τόσο εξοντωτικούς που αν ένας άνθρωπος των ελεύθερων κοινοτήτων παρατηρούσε τις ζωές μας, σίγουρα θα κέρδιζε μερικές νύχτες με εφιάλτες.

dent5»Υπάρχει όμως κι ο κόσμος τις ελευθερίας, ένας κόσμος τόσο γοητευτικός, που μόνο ψιθυριστά μπορείς να τον συλλαβίσεις. Κι αυτό όχι από φόβο αλλά διότι η γλύκα του σε μεθάει με την πιο ολοκληρωμένη ουσία της ζωής. Σ’ αυτό τον κόσμο, λοιπόν, που θα ανατείλει, όταν το κράτος και ο πολιτισμός θα είναι τα συντρίμμια μιας εξουσιαστικής παρένθεσης στην ιστορία, όλοι εμείς οι ελεύθεροι άνθρωποι θα φτιάξουμε τις δικές μας «μηχανές». Και αυτές δεν μπορεί να είναι παρά τέχνεργα της φύσης. Θα φτιάξουμε λοιπόν μια κατασκευή από πηλό τόσο μεγάλη όσο και αυτός εδώ ο αποδομητής. Αντί για βίδες τα κομμάτια της θα τα συγκρατούν κλαράκια και θα την καλύψουμε όχι με τεχνητό χρώμα αλλά με πεσμένα φύλλα. Στην θέση των κυλιόμενων ταινιών θα βάλουμε μακριές περικοκλάδες από κισσούς. Σε αυτό λοιπόν το «μηχάνημα» θα ξαναβάλουμε όσα δέντρα είχατε τεμαχίσει για να κάνετε τραπεζάκια και άλλα «υπερπολύτιμα» προϊόντα. Η «μηχανή» αντί για μεταλλικούς βρυχηθμούς θα μιλάει με το τραγούδι της φυσικής ύπαρξης και όλοι εμείς που το έχουμε λησμονήσει θα σιγοντάρουμε με τις φωνές μας βουρκωμένες από χαρά. Τότε, απ’ την ταινία με τους πλεγμένους κισσούς θα προβάλλει ένα δέντρο τόσο ζωντανό, σαν μπουκέτο ανθισμένης ζωής. Αυτό είναι το δικό μου όνειρο και όπως λένε ένα μεγάλο ταξίδι μπορεί να αρχίσει με ένα μικρό βήμα…» και σχεδόν πριν τελειώσει την φράση του αρπάζει το ξύλινο τραπεζάκι απ’ την ταινία εξόδου και πλησιάζει προς την οθόνη με τα πλήκτρα.

Ο υπεύθυνος γρύλισε έντρομος, «Μη! Τι πας να κάνεις; Σταματήστε τον! Σταματήστε τον!». Ο καθηγητής κάτι πήγε να πει αλλά ο τρόπος που τον κοίταξαν τα παιδιά τον έκανε να νιώσει σαν κολυμβητής σε λίμνη με πεινασμένους κροκόδειλους. Μισή ντουζίνα γεροδεμένοι εργάτες όρμησαν προς την μεριά του Γιώργου αλλά οι συμμαθητές του, ενωμένοι σαν ανθρώπινη γροθιά, έπεσαν επάνω τους με τόση ορμή που τους ξάπλωσαν κάτω. Ο Γιώργος συνέχισε ατάραχος και με όση δύναμη διέθετε το κορμί του, κατέβασε το τραπεζάκι πάνω στην οθόνη του αποδομητή ξανά και ξανά. Όταν σταμάτησε, αυτό που είχε απομείνει απ’ τον εγκέφαλο του αποδομητή δεν ήταν παρά ένας σωρός από θρυμματισμένα γυαλιά και πλήκτρα σκορπισμένα στο δάπεδο. «Θα… θα μου το πληρώσετε αυτό! Όλοι σας, να ’σαι σίγουρος γι’ αυτό μικρέ!» ούρλιαξε ο υπεύθυνος. «Τα λόγια σου είναι τόσο κούφια, που μου είναι αδύνατον να σε πάρω στα σοβαρά. Πόσο μάλλον να με τρομάξουν», είπε ο Γιώργος. «Ό,τι και να λες θα ’ρθει μια μέρα, που όλοι μα όλοι οι άνθρωποι θα κοιτάζουμε τον ουρανό δίχως ντροπή. Γιατί η αλήθεια του θα πάψει να μας καίει τα μάτια. Θα έχουμε τον νου μας καθαρό και την καρδιά μας ελαφριά, σαν καλοκαιρινό αεράκι. Κι αυτός ο κόσμος θα ξέρει πάνω απ’ όλα να ομονοεί αλλά και να συγχωρεί. Ακόμη λοιπόν κι αν σου ακούγονται ακατανόητα όλα αυτά, μάθε ότι το μίσος δεν χωράει στην δική μου καρδιά. Μου αρκεί η βεβαιότητα για το κακό που κάνει ο αντίπαλος. Ο αγώνας μας θα είναι μακρύς και δύσκολος αλλά τι σημασία έχει αυτό μπροστά στο όραμα της αρμονικής συνύπαρξης ανθρώπου και φύσης;»dent6

Ο υπεύθυνος τα έχασε. Προσπάθησε να αρθρώσει λαλιά, αλλά οι λέξεις ένιωσαν τόσο αδύναμες που αποφάσισαν να μην το κουνήσουν ρούπι. Τα παιδιά σχημάτισαν έναν τέλειο κύκλο γύρω απ’ τον Γιώργο και όλοι μαζί βάδισαν περήφανα προς την έξοδο. «Δεν έχει κανείς μας ανάγκη από ήρωες, μην το ξεχάσετε ποτέ αυτό. Τους ήρωες τους κατασκευάζουν οι εξουσιαστές στα μυαλά μας. Δεν τους χρειαζόμαστε». Τα παιδιά χαμογέλασαν. Έριξαν μια τελευταία ματιά πίσω τους, μήπως τους ακολουθεί κανείς και αφού βεβαιώθηκαν ότι όλα είναι εντάξει, συνέχισαν τον δρόμο τους με το μελτέμι να τους χαϊδεύει τα πρόσωπα. Ο Γιώργος πρόσθεσε, «από σήμερα δεν είμαστε πια συμμαθητές, αλλά σύντροφοι. Γιατί κοινή τροφός μας έγιναν τα όσα μοιραστήκαμε σήμερα, μέσα από ανιδιοτέλεια και ελεύθερη συνεργασία. Σας ευχαριστώ που μου σταθήκατε. Ειλικρινά δεν με νοιάζουν οι όποιες συνέπειες. Θα πάρω όλη την ευθύνη επάνω μου, δεν θέλω κανείς να τιμωρηθεί για μένα». Τότε μια κοπέλα με καστανά μακριά μαλλιά και μεγάλα καστανά μάτια πήρε τον λόγο και απάντησε «Αυτό που έγινε πριν από λίγο είναι κάτι που αφορά και τους δικούς μας ώμους, θα μοιραστούμε το βάρος του μαζί σου, μιας και είναι αποτέλεσμα και της δικής μας ελεύθερης θέλησης. Ό,τι και να γίνει θα το κουβαλήσουμε όλοι μαζί σαν αληθινοί σύντροφοι». Ο Γιώργος ένιωσε ξαφνικά τους ώμους του και πάλι να χαλαρώνουν. Όλα έμοιαζαν καλύτερα τώρα. Το στομάχι του πλέον δεν πονούσε, απλώς γουργούριζε λίγο απ’ την πείνα. «Τι όμορφη μέρα!» σκέφτηκε, «ας μη χάσω ούτε μια στιγμή της λοιπόν» και μαζί με την υπόλοιπη συντροφιά χάθηκαν στο λιόγερμα μιας ανθισμένης άνοιξης.

σύντροφοι για την Αναρχική απελευθερωτική δράση

[1]Ο τίτλος είναι εμπνευσμένος από την κινηματογραφική ταινία του Δήμου Αβδελιώτη, Το δέντρο που πληγώναμε (1986).

Both comments and trackbacks are currently closed.