Αφρική: οι χαμένες ψηφίδες της ελευθερίας (Μέρος δ΄)

Η εποχή της μεταλλουργίας

afrid1Το πέρασμα στην περίοδο, που θα μπορούσαμε να ονομάσουμε εποχή των μετάλλων στην Αφρική, που εκκινεί με τη λεγόμενη Εποχή του Χαλκού και συνεχίζεται με τη λεγόμενη Εποχή Σιδήρου, όπως είναι φυσικό, δεν προέκυψε εν μία νυκτί ούτε σε όλες τις περιοχές της Αφρικής συγχρόνως. Εμφανίστηκε κυρίως στο βόρειο κομμάτι της ηπείρου, περίπου απ’ την 3η χιλιετία Π.χ. Εφ’ όσον οι κάτοικοί του είχαν ήδη προχωρήσει στον έλεγχο της γης και είχαν μοιράσει εδάφη και εξουσίες, η χρήση των μετάλλων για την ζεύξη των ζώων και την κατασκευή ανθεκτικότερων εργαλείων και όπλων, βοηθούσε στην αποτελεσματικότερη επιβολή. Όσο σκληραίνει η στάση των ανθρώπων απέναντι στο περιβάλλον τους –ανθρώπινο και φυσικό–, τόσο πιο άτεγκτα και ακίνητα γίνονται και τα συναισθήματά τους.

Ήδη, μετά την καθιέρωση και εδραίωση της γεωργίας, από το 3.500 Π.χ., είχαν οργανωθεί, έστω και υποτυπωδώς, τα πρώτα κράτη. Γύρω στο 3.200 Π.χ. ενώθηκε η Άνω και Κάτω Αίγυπτος, σηματοδοτώντας την έναρξη ενός επί πλέον εξουσιαστικού πολιτισμού, θέτοντας τις βάσεις ενός φαραωνικού κράτους. Ενώ η εποχή της τροφοσυλλογής και του κυνηγιού διαρκεί εκατοντάδες χιλιάδες χρόνια, μετά την εμφάνιση της γεωργίας οι μεταβολές επέρχονται ραγδαία και αρκούν μερικές χιλιάδες για την εμφάνιση των μεγάλων πολιτισμών. Ο πληθυσμός στα αστικά αυτά κέντρα, που προκύπτουν, είναι πολύ περισσότερος και η κατοίκηση πιο πυκνή.

Η Αίγυπτος αποτελεί μια ξεχωριστή περίπτωση στην ιστορία της Αφρικής, ακριβώς επειδή υπήρξε ευνοημένη γεωγραφικά και είναι το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα εμφάνισης συγκεντρωτικής εξουσίας. Το φυσικό της τοπίο, με επίκεντρο την κοιλάδα του Νείλου τής έδωσε τη δυνατότητα να περάσει πολύ πιο γρήγορα και εύκολα στη φάση της γεωργίας και στη δημιουργία πόλεων και κατόπιν κρατών. Οι περιοχές που ήταν διαθέσιμες για διανομή ήταν συγκεκριμένες, με αποτέλεσμα να προκύψει ένα συγκεντρωτικό σύστημα εξουσίας, που θα διαχειριζόταν τα εύφορα εδάφη. Η διαχείριση αυτή συνεπαγόταν ένα περίπλοκο σύστημα κυριαρχίας, που τροφοδοτούνταν τόσο από την κατοχή όλων των πόρων από μια ελίτ και την βίαιη επιβολή επί των υπολοίπων, όσο και από ένα οργανωμένο θρησκευτικό δίκτυο, που καλλιεργούσε το φόβο και την υπακοή. Ένα στοιχείο, που τώρα πήρε μεγάλες διαστάσεις, αν και προϋπήρχε, είναι η έντονη εξειδίκευση. Οι τεχνίτες, που κάτεχαν μια συγκεκριμένη γνώση επεξεργασίας υλικών, είχαν διακριτή θέση στις οργανωμένες αυτές κοινωνίες.

Επομένως, δεν είναι καθόλου παράξενο το ότι η μεταλλουργία άνθισε πρώτα στην Αίγυπτο. Τα πρώτα μέταλλα που επρόκειτο να ρευστοποιηθούν στην Αφρική ήταν ο μόλυβδος, ο χαλκός και ο ορείχαλκος, κατά την τέταρτη χιλιετία Π.χ. Ο χαλκός χυτεύτηκε στην Αίγυπτο, κατά τη διάρκεια της προ-δυναστικής περιόδου και τέθηκε σε χρήση όχι πολύ μετά το 3.000 Π.χ. (το αργότερο) στην Αίγυπτο και τη Νουβία. Η Νουβία ήταν μια σημαντική πηγή χαλκού, καθώς και χρυσού. Η χρήση του χρυσού και του αργύρου στην Αίγυπτο χρονολογείται από την προδυναστική περίοδο.

Στα δυτικά της ηπείρου, στα όρη Aïr (ένας τριγωνικός ορεινός όγκος στο βόρειο Νίγηρα, μέσα στην έρημο Σαχάρα) στη σημερινή Νιγηρία ο χαλκός χυτευόταν, παράλληλα και ανεξάρτητα απ’ την κοιλάδα του Νείλου μεταξύ 3.000 και 2.500 Π.χ. Η τεχνική επεξεργασίας δεν ήταν αρκετά αναπτυγμένη, υποδεικνύοντας ότι δεν βγήκε έξω απ’ τα σύνορα της περιοχής. Ωρίμασε περισσότερο γύρω στο 1500 Π.χ.

Η εμφάνιση της χρήσης του σιδήρου, όπως ήταν αναμενόμενο, δεν συνέβη παντού και ταυτόχρονα ούτε οφειλόταν απαραίτητα στην εξάπλωσή της από μια περιοχή στην άλλη. Απ’ την πρώτη χιλιετία Π.χ. η επεξεργασία του σιδήρου εισήχθη στη βορειοδυτική Αφρική, την Αίγυπτο και τη Νουβία. Το 670 Π.χ., οι Νούβιοι απωθήθηκαν από την Αίγυπτο με την χρήση σιδερένιων όπλων και μετά απ’ αυτό το γεγονός η χρήση του σιδήρου διαδόθηκε στην κοιλάδα του Νείλου. Η χρήση του γενικεύτηκε μετά το 500 Π.χ., ενώ ήταν ευρέως διαδεδομένη στις χώρες των Βερβέρων, στο Κους του Μέσου Νείλου και στο ανερχόμενο κράτος του Αξούμ, στη ΒΑ Αιθιοπία.

afrid2Η θεωρία της εξάπλωσης του σιδήρου στην υποσαχάρια Αφρική μέσω της νουβικής πόλης Meroe δεν θεωρείται πλέον αποδεκτή. Η κατεργασία των μετάλλων στη δυτική Αφρική έχει χρονολογηθεί ήδη από το 2500 Π.χ., στην Egaro, δυτικά της Termit του Νίγηρα και η επεξεργασία του σιδήρου ασκήθηκε εκεί από το 1.500 Π.χ. Στην κεντρική Αφρική υπάρχουν ενδείξεις ότι η επεξεργασία του σιδήρου ήταν ενδεχόμενο να είχε τεθεί σε εφαρμογή ήδη ως την 3η χιλιετία Π.χ. Η τήξη του αναπτύχθηκε στην περιοχή μεταξύ της λίμνης Τσαντ και των Μεγάλων Λιμνών της Αφρικής μεταξύ 1.000 και 600 Π.χ., πολύ πριν φτάσει στην Αίγυπτο. Πριν από το 500 Π.χ., ο πολιτισμός Nok[1] στο οροπέδιο Jos χύτευε ήδη τον σίδηρο.

Γύρω στο 200 Π.χ. ή ίσως λίγο νωρίτερα, οι μεταλλουργοί της Μερόης, στον Μέσο Νείλο, είχαν ιδρύσει μια σημαντική βιοτεχνία σιδερένιων αντικειμένων και πιθανόν έστελναν τα προϊόντα τους πολύ μακριά. Πριν από αυτή την εποχή, μέσω της ερήμου θα διακινούσαν από τα εμπορικά καραβάνια μπρούτζινα και σιδερένια αντικείμενα στις σαβάνες νότια της Σαχάρας. Ωστόσο, η συστηματική εξόρυξη και εκκαμίνευση του σιδήρου νότια της Σαχάρα, στην κεντρική ζώνη της Αφρικής, δεν ξεκίνησε πριν το 300 Π.χ.

Είτε μέσω της διάδοσης είτε λόγω τοπικών εφευρέσεων, η χρήση της επεξεργασίας του σιδήρου διαδόθηκε αργότερα με εκπληκτική ταχύτητα στη νοτιότερη Αφρική και συνδέθηκε κυρίως με την αύξηση των πληθυσμών, που ανήκαν στην γλωσσική οικογένεια Μπαντού[2], που εξαπλώθηκαν στην κεντρική, νότια και ανατολική Αφρική. Αρχικά, όσοι μιλούσαν τη γλώσσα αυτή εμφανίστηκαν στη σημερινή Νιγηρία και στο σημερινό Καμερούν πριν από αρκετές χιλιάδες χρόνια. Κάποιες ομάδες τους μετανάστευσαν νοτιότερα στο σημερινό Κονγκό. Η κύρια περιοχή όπου αυξήθηκε αρχικά ο πληθυσμός τους και στη συνέχεια εξαπλώθηκε ήταν η σημερινή Κατάνγκα (επαρχία της Λαϊκής Δημοκρατίας του Κονγκό, πρώην Ζαΐρ). Η εξάπλωσή τους διευκολύνθηκε με την χρήση του σιδήρου, γιατί τους βοήθησε να εξασφαλίζουν την τροφή τους με δύο τρόπους. Ο ένας ήταν ως μεταλλωρύχοι και μεταλλουργοί, παράγοντας περισσότερα εργαλεία και όπλα. Ο άλλος ήταν με την διάδοση της καλλιέργειας της ασιατικής μπανάνας, που ήταν καλύτερη απ’ την αφρικανική, στην ανατολική Αφρική, από ινδονήσιους ναυτικούς, που αποίκησαν τη Μαδαγασκάρη.

Γύρω στο 800 Ν.χ. η εικόνα της Αφρικής είχε αλλάξει πολύ, καθώς είχε περάσει σχεδόν όλη στην τροχιά του σιδήρου. Εξαίρεση αποτελούσαν λίγες περιοχές στο κέντρο και στα νότια της ηπείρου, στις περιοχές των Βουσμάνων και των Πυγμαίων των δασών του Κονγκό. Με την καλλιέργεια της γης και τη μεταλλοτεχνία σχεδόν όλη η Αφρική πέρασε στη δημιουργία κοινωνιών και κρατικών οντοτήτων, στην καλλιέργεια οργανωμένων θρησκειών, που ήλεγχαν και κρατούσαν υπό τη βουλή τους τις ως τότε διάσπαρτες φυλές. Η αρχαία Γκάνα (στη δυτική Αφρική) είναι ένα δείγμα πολύπλοκου συστήματος φυλετικής δημοκρατίας, που συνένωνε διαφορετικούς λαούς. Η Σαχάρα πάντοτε παρέμενε ένα φυσικό όριο, που επηρέαζε τη μετακίνηση ανθρώπων και συνηθειών.

Μέχρι την εμφάνιση των αράβων και των ευρωπαίων αποίκων και την πρωτοφανούς βιαιότητας κι ασυδοσίας δράση τους στην αφρικανική ήπειρο, είχαν ήδη προκύψει κυριαρχικές επικράτειες και τοπικά βασίλεια, που συμμαχούσαν ή μάχονταν μεταξύ τους, ζώντας πλέον στην τροχιά του πολιτισμού. Οι συνήθειες, η κοσμική και η θεϊκή σφαίρα άλλαξαν και πέρασαν στα χέρια των τοπικών εξουσιαστών. Μετά την καθιέρωση της γεωργίας και κυρίως μετά την εφεύρεση των μετάλλων, ο κόσμος της Αφρικής δεν ήταν πια ο ίδιος. Η τραγική ειρωνεία είναι ότι για πολλούς αιώνες, ακόμη και σήμερα σε πολλές περιπτώσεις, η Αφρική αντιμετωπίστηκε ως απολίτιστη στο σύνολό της. Δυστυχώς, η Αφρική πρόλαβε να περάσει στον πολιτισμό νωρίτερα ακόμη κι απ’ την –κορωνίδα του πολιτισμού– Ευρώπη. Ωστόσο, με τον δικό της τρόπο διαφύλαξε σε πολλές περιπτώσεις ψιχία απολίτιστης ελευθερίας, που διέσωσαν το άγριο πνεύμα της ακόμη και σήμερα. Σε αυτά τα ελάχιστα, αν και πολύτιμα, μονοπάτια αξίζει να βαδίσουμε, για να βρούμε όχι τον κρυμμένο θησαυρό, αλλά να αντλήσουμε ίχνη από ιδέες και τρόπους μιας αναρχικής συμβίωσης.

σύντροφοι για την Αναρχική απελευθερωτική δράση

Πηγές
Nicholson, Paul T, and Ian Shaw (2000), Ancient Egyptian Materials and Technology
Heather Pringle, Seeking Africa’s first Iron Men
Basil Davidson, Ιστορία της Αφρικής

[1]Το αρχαιότερο καθεστώς κατεργασίας του σιδήρου στη δυτική Αφρική ονομάστηκε «εργοτεχνία του Νοκ», από το χωριό όπου πρωτοανακαλύφθηκε τυχαία στη δεκαετία του 1930. Η «εργοτεχνία Νοκ» περιλαμβάνει διάφορα τεχνουργήματα, με πιο γνωστά τα πήλινα ειδώλιά της. Σηματοδοτούσε τη μετάβαση ανάμεσα στον λεγόμενο παλαιολιθικό τρόπο κοινοτικής ζωής, όταν δηλαδή οι κάτοικοί της ήταν τροφοσυλλέκτες και στην διάδοση της γεωργίας στην περιοχή. Η μετάβαση αυτή διήρκεσε, σύμφωνα με τον 14C (άνθρακας 14, μέθοδος χρονολόγησης με σχετικά μεγάλη ακρίβεια), μεταξύ 900 Π.χ.-200 Ν.χ. Η κατεργασία του σιδήρου εμφανίστηκε λίγο μετά το 400 Π.χ.

[2] Η λέξη Μαπντού περιέχει τη ρίζα –ντου που σημαίνει την ιδιότητα του να είναι κανείς άνθρωπος και το πρόθημα Μπα-, που σημαίνει λαός. Ο ενικός είναι Μουντού.

Advertisements
Both comments and trackbacks are currently closed.