Η ΚΥΡΙΑΡΧΙΑ ΣΤΑ ΒΑΛΚΑΝΙΑ (330π.χ.-1821μ.χ.)

stavroforoi-stin-poliΗ Βαλκανική Χερσόνησος υπήρξε από την εποχή της βασιλείας του Φίλιππου Β΄ και του γιου του Αλέξανδρου, μια περιοχή που για αιώνες αποτέλεσε θέατρο συγκρούσεων, βίας και πολέμων, αφού η γεωγραφική θέση της, ως φυσικό πέρασμα για την ανατολική Ευρώπη και την Ασία, δεν άφηνε πολλά περιθώρια για ήρεμες περιόδους.

Η βυζαντινή αυτοκρατορία, με ορμητήριο τα Βαλκάνια, από την στιγμή της ίδρυσής της το 330 μ.χ. μέχρι το 556 μ.χ., επιβλήθηκε πολιτικά, στρατιωτικά, πολιτισμικά και οικονομικά σε μια τεράστια εδαφική έκταση που περιλάμβανε όλη την Μικρασία, την Ιουδαία, την Αίγυπτο και τα βόρεια παράλια της Αφρικής μέχρι τους στύλους του Ηρακλή στο Γιβραλτάρ, το νότιο τμήμα της Ιβηρικής χερσονήσου καθώς επίσης και όλα τα νησιά της Μεσογείου, την μισή ιταλική χερσόνησο από την Ρώμη μέχρι και την Σικελία.

Η βυζαντινή αυτοκρατορία ήταν ένα πολιτικό σύστημα που εδραίωνε την κυριαρχία της με ένα διοικητικό συγκεντρωτισμό, ελεγχόμενο από κεντρική και πανίσχυρη εξουσία, που εκφραζόταν από το αυτοκρατορικό στέμμα.

Μέχρι την πρώτη άλωση της Κων/πολης, το 1204, οι πενήντα τρεις αυτοκράτορες του Βυζαντίου έδρασαν απολυταρχικά καταπιέζοντας και σκλαβώνοντας ανθρώπινες κοινωνίες. Οχτώ αιώνες αυτοκρατορικής επιβολής γεμάτοι βία και πολέμους.

Παρ’ όλα αυτά, τα προβλήματα εξουσίας που αντιμετωπίζουν οι βυζαντινοί αυτοκράτορες, ξεκινάνε τον 11ο και κυρίως τον 12ο αιώνα.

Είναι η περίοδος όπου οι ισχυροί μεγαλογαιοκτήμονες και η στρατιωτική αριστοκρατία αρχίζουν να αμφισβητούν την έκφραση της κυριαρχίας μέσω του αυτοκρατορικού στέμματος με την ανεξαρτητοποίηση των εξουσιών τους, με αποτέλεσμα η κεντρική εξουσία να εξασθενίσει και να επιτυγχάνεται μια, ας το πούμε, διοικητική αποκέντρωση.

Το 1204 η απόλυτη κυριαρχία του Βυζαντινού αυτοκρατορικού  στέμματος χάνεται, με την άλωση της Κων/πολης από στους Φράγκους, οι οποίοι τελειώνουν μ’ αυτό τον τρόπο την 4η σταυροφορία, έχοντας στα χέρια τους τα εδάφη του Βυζαντίου, τα οποία και μοιράζονται.

Έτσι δημιουργούνται οι φραγκικές ηγεμονίες του Πριγκιπάτου του Μοριά, του Βασιλείου της Θεσσαλονίκης, οι Βαρωνίες του Κεντρικού ελλαδικού χώρου καθώς επίσης και τρία κράτη: η αυτοκρατορία της Τραπεζούντας, η αυτοκρατορία της Νίκαιας και το Δεσποτάτο της Ηπείρου.

Για τουλάχιστον 57 χρόνια, τα κράτη και οι φραγκικές ηγεμονίες θα αλληλοσυγκρουστούν για τον έλεγχο των εδαφών της πάλαι ποτέ κραταιάς βυζαντινής αυτοκρατορίας, ενώ οι σφαγές που ακολουθούν είναι τρομακτικές για τους καταπιεσμένους γεωργοκτηνοτροφικούς πληθυσμούς, που για πέντε δεκαετίες θα είναι τα τραγικά θύματα των εξουσιαστικών συγκρούσεων των φράγκων πριγκίπων και των βυζαντινών αρχόντων.

Η συμμαχία των αυτοκρατοριών της Νίκαιας, Τραπεζούντας και του Δεσποτάτου της Ηπείρου (υπό τον έλεγχο των βυζαντινών αρχόντων) υπερισχύουν των Φράγκων και το 1261, ο στρατός τους, υπό την ηγεσία του Μιχαήλ Παλαιολόγου, ανακαταλαμβάνει την Κων/πολη, «αποκαθιστώντας» την «ενότητα» της διαλυμένης Βυζαντινής αυτοκρατορίας, η οποία είναι πλέον περιορισμένη στην βαλκανική χερσόνησο και στα παράλια της Μικρασίας, αφήνοντας τα νησιά του Αιγαίου και του Ιονίου πελάγους στα χέρια των Φράγκων ηγεμόνων.

Αξίζει να σημειωθεί ότι οι Παλαιολόγοι εγκατέλειψαν την αυτοκρατορική νοοτροπία της απόλυτης εξουσίας και αποδέχτηκαν τις αυτοκρατορίες της Τραπεζούντας, της Νίκαιας, καθώς επίσης και το Δεσποτάτο της Ηπείρου ως διοικητικά τμήματα ανεξάρτητα της κεντρικής εξουσίας (κάτι σαν τις φεουδαρχίες της δυτικής Ευρώπης) και παραχώρησαν θεσμούς οι οποίοι ναι μεν βρίσκονταν σε νεογενή κατάσταση, αλλά θα παίξουν σπουδαίο ρόλο σε αυτό που πολύ αργότερα θα ονομαστούν ηγετικές ομάδες στα χρόνια της τουρκοκρατίας. Η «αυτονόμηση» αρκετών πόλεων (Αδριανούπολη, Θεσσαλονίκη, Σέρρες, Ιωάννινα, Μονεμβασία κ.α.) και η αυτοδιοίκηση αγροτικών κοινοτήτων, έδωσαν την δυνατότητα να δημιουργηθούν εξουσιαστικές κλίκες μεταξύ των ντόπιων ισχυρών οικογενειών, οι οποίες ανεξάρτητα το ποιος είναι αυτοκράτορας (χριστιανός ή Οθωμανός) θα διατηρήσουν τα προνόμια τους και θα συνεργάζονται με την εκάστοτε Κεντρική Εξουσία.

Στα χρόνια που ακολουθούν, οι Παλαιολόγοι, απέναντι στις συνεχιζόμενες εισβολές των μεγάλων «εθνοτικών» ομάδων των Σλάβων, Βουλγάρων και τούρκων, θα περιχαρακωθούν πίσω από την «εθνική ιδέα» μιας ορθόδοξης βυζαντινής και ελληνικής αυτοκρατορίας, σε μια προσπάθεια να διαφυλάξουν τα κυριαρχικά τους συμφέροντά, ενισχυόμενοι με την ένταξη όλο και περισσότερων κατοίκων της μικρής αυτοκρατορίας στο στράτευμα της.

Παράλληλα, η Βενετία εξακολουθεί να διατηρεί τις κατακτήσεις της και για τους επόμενους τέσσερις αιώνες θα poliorkia-tis-polisεπιβάλει την παρουσία της στα νησιά του Αιγαίου ταυτόχρονα με την Οθωμανική αυτοκρατορία.

Από το 1489 η Εύβοια, οι Κυκλάδες, τα Ιόνια νησιά, η Κρήτη και η Κύπρος θα αποτελούν Βενετικές κτήσεις, στις οποίες μέχρι τον 17ο αιώνα θα επιβληθεί βαριά και αυστηρή συγκεντρωτική διοίκηση, θα διατηρηθούν οι ορθόδοξες επισκοπές ως εκπρόσωποι των ντόπιων, θα περιοριστούν οι καταχρήσεις των τοπικών αρχών με την αποστολή επιτρόπων που ελέγχουν την άσκηση της εξουσίας και θα αναγνωριστούν προνόμια στους ισχυρούς ντόπιους άρχοντες της Κρήτης και των Ιονίων νησιών, ώστε να περιοριστούν οι τοπικές αντιστάσεις.

Για παράδειγμα στην Κρήτη οι ντόπιοι άρχοντες από το 1270 μέχρι το 1299 θα συγκρούονταν ένοπλα με τους Βενετούς διεκδικώντας προνόμια παρόμοια με αυτά της Βενετικής αριστοκρατίας. Η γεωγραφική και η στρατηγική θέση του νησιού, και η φθορά από την τριακονταετή διαμάχη με τους κρητικούς άρχοντες θα αναγκάσουν την Βενετία να συνθηκολογήσει μαζί τους, το 1299, παραχωρώντας τους τα προνόμια που της ζητούσαν, με τον όρο να είναι σύμμαχοι και προστάτες της Βενετικής κυριαρχίας στο νησί, πράγμα που εκείνοι δέχτηκαν πανηγυρικά.

Βέβαια οι φτωχοί ψαράδες, αγρότες και κτηνοτρόφοι των βενετικών κτήσεων θα είναι εκείνοι που θα υποστούν βαριά φορολογία και σκληρές υποχρεώσεις, όπως την συμμετοχή τους στις εμπορικές γαλέρες ως κωπηλάτες, στις οχυρωματικές εργασίες και στην εξαναγκαστική στρατολόγηση στις βενετικές φρουρές για την αντιμετώπιση των πειρατών και των τούρκων, με αποτέλεσμα η αντίδραση των καταπιεσμένων να εκδηλωθεί με δεκάδες, όπως ήταν αναμενόμενο, κοινωνικές εξεγέρσεις εναντίον της ντόπιας και της βενετικής αριστοκρατίας, οι σπουδαιότερες εκ των οποίων έγιναν στην Κρήτη και στα Ιόνια νησιά την περίοδο 1458-1463, ενώ βίαιες υπήρξαν και οι εξεγέρσεις των αγροτών του Ρεθύμνου και των Σφακιών την περίοδο 1563-1573.

Σε όλες της περιπτώσεις οι ντόπιοι αριστοκράτες στήριξαν την βενετική κυριαρχία στο να επιβληθεί και να αποκαταστήσει την τάξη της.

Αλλά, ας γυρίσουμε στο 1261 όπου οι Παλαιολόγοι, όπως προαναφέραμε, ανακτούν την Κων/πόλη.

Μέχρι το 1334 συγκρούονται και αντιμετωπίζουν με επιτυχία τους Σλάβους και τους Βούλγαρους στην βαλκανική χερσόνησο.

Αντίθετα, θα είναι ανήμποροι να αντιμετωπίσουν στρατιωτικά την επερχόμενη δύναμη της ανατολής, την Οθωμανική αυτοκρατορία, που ήδη από το 1337 έχει καταλάβει την τελευταία βυζαντινή πόλη που είχε απομείνει στους Παλαιολόγους σε έδαφος της Μικρασίας, την Νικομήδεια. Την ίδια χρονιά ξεκινά μια περίοδος που θα οδηγήσει την βυζαντινή κυριαρχία στην συρρίκνωση με την επικράτηση το 1352 των σλαβικών φυλών στο μεγαλύτερο μέρος της Μακεδονίας, Θεσσαλίας, Ηπείρου, Αλβανίας και των Βουλγάρων στην βόρεια Θράκη.

Το 1354 ο Καντακουζηνός Παλαιολόγος ανήμπορος να αντιμετωπίσει τους Βούλγαρους στην βόρεια Θράκη συνάπτει στρατιωτική συμμαχία με την Πύλη και με την υποστήριξή του οθωμανικού στρατού κυριεύει την Καλλίπολη την ίδια χρονιά. Είναι η πρώτη φορά που οι Οθωμανοί κυρίαρχοι έχουν τη δυνατότητα ναα εγκατασταθούν στον ευρωπαϊκό χώρο και δεν θα αφήσουν ανεκμετάλλευτη την ευκαιρία που τους δόθηκε.

Πράγματι μέχρι το 1369 θα έχουν κυριεύσει διαδοχικά την Θράκη, την Μακεδονία, την Θεσσαλία και την  Ήπειρο, ενώ η Αδριανούπολη θα γίνει η πρώτη πρωτεύουσα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, ξεκινώντας μια νέα τάξη πραγμάτων στην Βαλκανική χερσόνησο. Μέχρι το 1430 η Πύλη θα έχει εδραιωθεί στην ευρύτερη περιοχή των Ιωαννίνων και της Θεσσαλονίκης, περιορίζοντας σημαντικά τα εδάφη της βυζαντινής αυτοκρατορίας, η οποία κατέχει πλέον μόνο την Πελοπόννησο και το πέρασμα του Βοσπόρου με την Κων/πόλη.

Το 1453 κυριεύεται η Κων/πόλη για 2η φορά και η βυζαντινή αυτοκρατορία διαλύεται οριστικά.

Ο Μωάμεθ Β΄ είναι πλέον ο αδιαφιλονίκητος κυρίαρχος, που θα κυριεύσει ανενόχλητα τις σλαβικές ηγεμονίες και τα βουλγαρικά κράτη. Το 1457 καταλαμβάνει τον Αλβανικό χώρο και την περίοδο 1458-59 καταλύει το Δουκάτο των Αθηνών. Μέχρι το 1461 θα έχει κυριεύσει το Δεσποτάτο του Μυστρά, αφού οι αλληλοσφαγές των δεσποτών του Μυστρά δεν αφήνουν πολλά περιθώρια για την αντιμετώπιση του Οθωμανικού στρατού, ενώ την ίδια χρονιά θα έχει ανάλογη τύχη και η αυτοκρατορία της Τραπεζούντας.

Μπροστά στον επεκτατισμό της Πύλης, οι ξένες δυνάμεις, Γένοβα και Βενετία, μένουν αδρανείς και σπεύδουν να διαφυλάξουν τα εμπορικά τους δικαιώματα στο Αιγαίο, συνάπτοντας συνθήκες ειρήνης μαζί της.

Παρ’ όλες τις συνθήκες όμως η Πύλη αρχίζει να επεμβαίνει στο Αιγαίο.

Το 1462 καταλαμβάνει την Βενετική κτήση της Μυτιλήνης και δίνει την αφορμή να ξεσπάσουν οι συνεχιζόμενοι τουρκοβενετικοί πόλεμοι της περιόδου 1463-1502, με την υποστήριξη της Αγίας Έδρας και του καρδινάλιου Βησσαρίωνα. Ο τελευταίος με την ιδιότητα του απεσταλμένου του πάπα Πίου Β΄, όργωσε μέσα σε λίγους μήνες όλη την δυτική Ευρώπη και οργάνωσε εθελοντικό στρατό με τα χαρακτηρίστηκα των σταυροφοριών και το 1463 αποβιβάζεται στην Πελοπόννησο.

Τα αποτελέσματα των συγκρούσεων αυτών, ήταν να χάσουν οι βενετοί τον έλεγχο της Εύβοιας το 1470 και πολλές βενετικές θέσεις στην Πελοπόννησο.

Μέχρι το 1579 οι δύο διάδοχοι του Μωάμεθ Β΄, ο Σουλεϊμάν (1520-1566) και ο Σελίμ Β΄ (1566-1574) θα καταφέρουν να εκδιώξουν τους Βενετούς και τους Γενοβέζους απ’ όλη την Ανατολική Μεσόγειο και πολλά νησιά περνάνε στον έλεγχό τους: η Ρόδος το 1522, η Χίος το 1566, η Κύπρος την περίοδο 1570-71, το Δουκάτο της Νάξου με τις Κυκλάδες το 1579.

Μόνο η Κρήτη και τα Ιόνια νησιά παρέμειναν στα χέρια των Βενετών.

Την ίδια όμως περίοδο (1520-1574), στρατιωτικά οι δύο σουλτάνοι θα έχουν σοβαρές απώλειες από την Αυστριακή αυτοκρατορία και τους πρίγκιπες της κεντρικής Ευρώπης στο βόρειο-δυτικό μέτωπο των Βαλκανίων καθώς επίσης και από τις σταυροφορίες των Ισπανών και Βενετών στην Ιβηρική και Ιταλική χερσόνησο αντίστοιχα, με αποτέλεσμα να εμποδιστεί ο επεκτατισμός της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας στον δυτικό και νότιο ευρωπαϊκό χώρο.

Παράλληλα η Πύλη είχε να αντιμετωπίσει και τις κοινωνικές εξεγέρσεις που ξέσπασαν στο εσωτερικό της: οι κάτοικοι της Χειμάρας εξεγείρονται το 1518, οι Ροδίτες κατά τα έτη 1525-31. Το 1570-71 οι κάτοικοι της Πελοποννήσου και του ηπειρωτικού ελλαδικού χώρου ξεσηκώνονται, όταν μαθαίνουν τον οριστικό διωγμό των οθωμανικών στρατευμάτων από την νότιο Ευρώπη. Το 1571, ο παπικός στόλος θα νικήσει τον τουρκικό στη Ναύπακτο. Την περίοδο 1573-90 θα εξεγερθούν διαδοχικά οι κάτοικοι του ηπειρωτικού ελλαδικού χώρου, των νησιών του αιγαίου, της Κύπρου, της Ακαρνανίας και της Πελοποννήσου, αλλά γρήγορα καταστέλλονται από την πύλη. Την ίδια τύχη θα έχουν και οι εξεγέρσεις σε Βλαχία και Θεσσαλία (1595-1601) και η εξέγερση των κατοίκων της Κύπρου και της Ηπείρου (1608-1611).

Τον Ιούνιο του 1645 ξεσπά ένας ακόμη πόλεμος ανάμεσα στη Βενετία και την Τουρκία με αφορμή την εισβολή των οθωμανικών στρατευμάτων στην Κρήτη και την κατάληψη των Χανίων και του Ρεθύμνου. Ο πόλεμος θα έχει διάρκεια 54 χρόνια (η πολιορκία του Χάνδακα, σημερινό Ηράκλειο, κράτησε 25 χρόνια!!) και θα τελειώσει με την οριστική ήττα των Βενετών το 1699. Οι Βενετοί, όμως, στο μέτωπο της Πελοποννήσου θα έχουν στρατιωτικές επιτυχίες κατά την περίοδο 1685-87 και θα παραμείνουν μέχρι το 1715 οι αφέντες της, όταν η Πύλη θα επικρατήσει οριστικά στο Αιγαίο και οι Βενετοί θα υποχωρήσουν στα ιόνια νησιά για να διαφυλάξουν την κυριαρχία τους στην Αδριατική θάλασσα.

Χρειάστηκαν, λοιπόν, να περάσουν 361 χρόνια (1354-1715) αιματηρών συγκρούσεων στην Ευρώπη για τον έλεγχο της βαλκανικής χερσονήσου και της μεσογείου θάλασσας, με την πολιτική και στρατιωτική επικράτηση της Οθωμανικής αυτοκρατορίας.

paros_tourkokratiaΗ Πύλη από τα πρώτα χρόνια του επεκτατισμού της οργάνωσε την κρατική της κυριαρχία μοιράζοντας τις κτήσεις της σε δεκάδες διοικητικά διαμερίσματα που στο σύνολό τους σχημάτιζαν μια ενιαία διοικητική ενότητα.

Εγιαλέτι της Ρούμελης ονομάστηκε διοικητικά η Βαλκανική χερσόνησος στο σύνολό της και διαιρέθηκε σε δεκάδες σαντζάκια που τα διοικούσαν οι Βαλήδες. Οι κρατικοί διαχειριστές της Πύλης θα συγχωνέψουν σταδιακά τα σαντζάκια και θα καθιερώσουν μεγαλύτερα διοικητικά διαμερίσματα που θα ονομαστούν πασαλίκια, τα οποία διοικούν οι πασάδες. Τα πασαλίκια διαιρούνται σε καζάδες που τα ελέγχουν οι διορισμένοι, από τους πασάδες, σουμπασήδες. Τόσο οι πασάδες όσο και οι σουμπασήδες θα έχουν γύρω τους τα συμβούλια, τα γνωστά ντιβάνια, τα οποία αποτελούνταν από το Μουλά, τους καδήδες και άλλους τούρκους υπαλλήλους.

Υπήρχαν και ορισμένες περιοχές που δόθηκαν από την Πύλη, ως προνομιακές κτήσεις σε πρόσωπα και θρησκευτικά ιδρύματα.

Γενικά, οι Οθωμανοί από την αρχή της κατάκτησης (1354) κατάργησαν τα δικαιώματα των βυζαντινών και φράγκων αρχόντων και ελευθέρωναν τους αγρότες δουλοπάροικους, γεγονός που διευκόλυνε την κατάκτηση.

Πολύ σύντομα, τον 15ο αιώνα, θα αρχίσουν και αυτοί να μεταφέρουν πληθυσμούς για να δουλέψουν ως δουλοπάροικοι στις περιοχές της Θράκης και της Ασίας.

Μόνο οι ορεινές περιοχές της Μακεδονίας, της δυτικής Θεσσαλίας, της Ηπείρου, της στερεάς και της Πελοποννήσου θα παραμείνουν στον έλεγχο των χριστιανών αρχόντων οι οποίοι πολύ αργότερα, όταν θα καταληφθούν και αυτές οι περιοχές από την Πύλη, θα διοριστούν από τους τούρκους πασάδες ως τιμαριώτες, διαχειριστές δηλαδή των τιμαρίων (εκτάσεις γης μικρότερες από τσιφλίκια), με αποτέλεσμα οι τελευταίοι να μπαίνουν σταδιακά στην τουρκική ιεραρχία και να απολαμβάνουν τα προνόμια τους με το δικαίωμα της κληρονομιάς.

Επίσης οι τούρκοι επέτρεψαν στα μεγάλα ορθόδοξα μοναστήρια να έχουν το μεγαλύτερο μέρος των απέραντων γαιών που κατείχαν, εγκαθιστώντας τελικά μια τουρκική κυριαρχία αποτελούμενη από τούρκους αξιωματούχους (πασάδες, μπέηδες), από χριστιανούς μεγαλογαιοκτήμονες και το προνομιούχο ορθόδοξο ιερατείο.

Οι υπήκοοι της αυτοκρατορίας στην αρχή υπέκειντο σε ελαφρύτερη φορολογία από την αντίστοιχη βυζαντινή και φραγκική, αλλά έπρεπε να υποστούν πολλές απαγορεύσεις και βαριές υποχρεώσεις: απαγορευόταν να φέρουν όπλα και να ανεβαίνουν σε άλογα, απαγορευόταν να χτίσουν άλλες εκκλησίες και η μαρτυρία τους στα τουρκικά δικαστήρια δεν είχε καμιά αξία, επίσης οι κάτοικοι των παραθαλάσσιων περιοχών και των νησιών έπρεπε να δίνουν στο στόλο καθορισμένο αριθμό ναυτών, τους γιαλοντζήδες, ενώ άλλες κοινότητες που βρίσκονταν σε δάση και στενά έπρεπε να διατηρούν τοπικές φρουρές. Οι μη μουσουλμάνοι έπρεπε να δίνουν τα παιδιά τους ηλικίας 6-15 χρονών στο τουρκικό στρατό, όπου με την θητεία τους σε ειδικά σχολεία εξισλαμίζονταν και υιοθετούσαν τουρκικά έθιμα.

Ήταν ουσιαστικά η επιτυχημένη φόρμουλα για την πολιτισμική επικράτηση της Πύλης στα Βαλκάνια, η οποία με τις μεταρρυθμίσεις του Μουράτ Δ΄ το 1632 θα πάψει να στρατολογεί μαζικά τα παιδιά των μη μουσουλμάνων και θα συνεχίσει τα παιδομαζώματα μόνο σποραδικά μέχρι τον 18ο αιώνα.

Γενικότερα οι τούρκοι ως πληθυσμιακή ομάδα υπήρξαν προσηλωμένοι στον πόλεμο με αποτέλεσμα να αφήνουν το εμπόριο, τη βιοτεχνία και τη γεωργία στους κατακτημένους, κάνοντάς τους απαραίτητους για την λειτουργία της διοικητικής μηχανής. Επίσης υπηρετούσαν τους νόμους του Ισλάμ, το οποίο διαχωρίζει τους ανθρώπους βάσει της θρησκείας. επιτρέποντάς τους να ζουν οργανωμένοι σε κοινότητες εβραίων, χριστιανών ορθόδοξων και καθολικών, αρμενίων κ.α. που ήταν αναγνωρισμένες από το κράτος ως νομικά πρόσωπα.

Η κοινότητα των ορθόδοξων χριστιανών με ανώτατο αρχηγό τον Πατριάρχη Κων/πολης, ήταν αναγνωρισμένη από την Πύλη σε τέτοιο βαθμό που ο Πατριάρχης διατηρούσε όλα τα προνόμια, όσα είχε αποκτήσει την εποχή των βυζαντινών αυτοκρατόρων και η εκκλησία απολάμβανε φορολογικές απαλλαγές. Επίσης τα προνόμια και οι δικαιοδοσίες που είχε το πατριαρχείο σχετικά με το αστικό και οικογενειακό δίκαιο που ασκούσε επί Βυζαντίου όχι μόνο διατηρήθηκαν αλλά και αυξήθηκαν.

Τα συγκεκριμένα προνόμια τα εγγυόντουσαν μια σειρά σουλτανικών διατάξεων (φιρμάνια, αχτιναμέδες) που δινόντουσαν κατά περιόδους καθ’ όλη την διάρκεια της οθωμανικής κυριαρχίας, με αποτέλεσμα οι αποφάσεις του πατριαρχείου να είναι εκτελεστέες με την εγγύηση των αρχών, πράγμα που οδήγησε το πατριαρχείο στις πιο μεγάλες δόξες του.

Συγκεκριμένα με την οριστική κατάκτηση της Βαλκανικής χερσονήσου η πνευματική και πολιτική δικαιοδοσία της «μεγάλης Εκκλησίας» της Κων/πόλης επεκτάθηκε σε όλο τον ορθόδοξο κόσμο της Εγγύς Ανατολής, αφού ο Πατριάρχης απολάμβανε τα προνόμια του ως ο θρησκευτικός και πολιτικός αρχηγός όλων των ορθόδοξων χριστιανών όλης της αυτοκρατορίας. Αντίστοιχα προνόμια είχαν και οι Εβραίοι θρησκευτικοί ιεράρχες.

Γύρω λοιπόν από το παντοδύναμο Πατριαρχείο συγκεντρώθηκαν ότι απομεινάρια έμειναν από την βυζαντινή αριστοκρατία, τα οποία με το πέρασμα των χρόνων αναλάμβαναν τα ανώτερα λαϊκά αξιώματα του πατριαρχείου και συμμετείχαν στην διοίκηση της εκκλησίας και των κοινοτήτων των ορθόδοξων χριστιανών.

Αυτή λοιπόν η κλίκα των χριστιανών αριστοκρατών πολύ γρήγορα κατέλαβε σπουδαία θέση στην οικονομική οργάνωση της αυτοκρατορίας, αφού με την εκδίωξη των φράγκων από τον Εύξεινο Πόντο το 1461 και την απαγόρευση της ευρωπαϊκής ναυσιπλοΐας, όλο το εμπόριο πέρασε στα χέρια τους.

Μέσα σε λίγα χρόνια θα αρχίσουν να εξαγοράζουν το δικαίωμα της μίσθωσης των κρατικών φόρων, να γίνονται προμηθευτές της αυτοκρατορικής αυλής και να συνάπτουν οικονομικές σχέσεις με τους ημιανεξάρτητους πρίγκιπες των παραδουνάβιων ηγεμονιών. Μάλιστα χάρη στις δικές τους οικονομικές και πολιτικές επεμβάσεις διατηρήθηκαν σταθερές οι τουρκικές κατακτήσεις στα βόρεια Βαλκάνια, και ως αντάλλαγμα η Πύλη τους παραχώρησε τον έλεγχο της εμπορικής δραστηριότητας στην περιοχή και μέχρι τον 17ο αιώνα θα έχουν επεκταθεί εμπορικά στην Ουγγαρία, στη Γαλλία και την Ιταλία.

Από το 1645 οι αυτοαποκαλούμενοι βυζαντινοί αριστοκράτες εκτός από τα εκκλησιαστικά αξιώματα, άρχισαν να ασκούν τα αξιώματα του Δραγουμάνου του (τουρκικού) Στόλου και του Δραγουμάνου της Πόρτας και μετά από το 1709 τους δίνεται το αξίωμα του ηγεμόνα-πρίγκιπα των παραδουνάβιων χωρών, διαμορφώνοντάς τους σε μία νέα κοινωνική κάστα που θα αυτοαποκαλούνται πλέον Φαναριώτες.

Επίσης η Πύλη φρόντισε να δώσει προνόμια και στους αντιπροσώπους των κοινοτήτων των μουσουλμάνων και μη μουσουλμάνων, τους προκρίτους, οι οποίοι θα συνεργαστούν με τους υπαλλήλους της κεντρικής διοίκησης στην κατανομή των φόρων και στο διακανονισμό των τοπικών υποθέσεων.

Με το πέρασμα των αιώνων οι πρόκριτοι βάση των αλλεπάλληλων σουλτανικών διατάξεων θα μετατραπούν στους κύριους διοικητές των κοινοτήτων και των περιφερειών, και θα διασφαλίζουν την οθωμανική κυριαρχία στις περιοχές τους. Έτσι σιγά σιγά θα γίνουν οι κύριοι υπεύθυνοι του εφοδιασμού του οθωμανικού στρατού, οι κύριοι διαχειριστές του φυσικού πλούτου για την διασφάλιση των εισοδημάτων της οθωμανικής κυβέρνησης και θα απολαμβάνουν φορολογικά προνόμια και διοικητικές παραχωρήσεις. Οι πιο ισχυροί πρόκριτοι που αναδείχτηκαν γρήγορα στην οθωμανική ιεραρχία ήταν αυτοί της Αθήνας, της Χίου, της Ρόδου, των Ιωαννίνων, καθώς επίσης και οι αρχηγοί των ανυπότακτων περιοχών της Μάνης, των Σφακίων και της Χιμάρας, οι οποίοι δέχτηκαν τα προνόμια που τους παραχωρήθηκαν, με αντάλλαγμα την πληρωμή μιας γενικής ετήσιας εισφοράς στην αυτοκρατορία.

Από ανάγκη να διατηρηθεί η τάξη στην χώρα και να διαφυλαχτούν οι συνοριακές θέσεις της Πύλης, οι τούρκοι μιμούμενοι το παράδειγμα των βυζαντινών πρώτα και των Βενετών, αργότερα, θα σχηματίσουν ειδικές πολιτοφυλακές αποκλειστικά από χριστιανούς, υπό την διοίκηση όμως μουσουλμάνων (τουρκόφωνων ή αλβανόφωνων) και θα αποτελέσουν τα γνωστά μας ένοπλα αρματολίκια.

Η εκκλησία, οι φαναριώτες, οι χριστιανοί πρόκριτοι και οι αρματολοί είναι πλέον άρρηκτα συνδεδεμένοι με την τουρκική διοίκηση και θα βρεθούν πολλές φορές αντιμέτωποι με τις αυθόρμητες εξεγέρσεις και αντιστάσεις των φτωχών αγροτών, κυρίως των ορεινών περιοχών, που δεν θα σταματήσουν, καθ’ όλη την περίοδο της τουρκικής κυριαρχίας τις επιθέσεις σε ντόπιους και τούρκους άρχοντες, διεξάγοντας έναν ατέλειωτο ανταρτοπόλεμο με τα μουσουλμανικά σαρίκια και τους χριστιανούς αρματολούς. Αυτοί που δρουν στον ελλαδικό χώρο θα ονομαστούν Κλέφτες και αυτοί που δρουν στα βόρεια Βαλκάνια Χαϊντούκοι. Τόσο οι κλέφτες όσο και οι Χαϊντούκοι θα ζουν από τις λεηλασίες των περιουσιών των αρχόντων και θα είναι προστάτες των φτωχών αγροτών. Τα όρια όμως ανάμεσα σε κλέφτες και αρματωλούς σε αρκετές περιπτώσεις είναι ασαφή, αφού οι ρόλοι εναλλάσσονται.

Μόλις στις αρχές του 18ου αιώνα, η Πύλη θα καταφέρει να εδραιώσει την κυριαρχία της στα Βαλκάνια. Το 1715 εκδιώκει τους Βενετούς από την Πελοπόννησο και για πρώτη φορά μετά από τρεις αιώνες συγκρούσεων, ενοποιείται πολιτικά η Βαλκανική Χερσόνησος, εγκαινιάζοντας την έναρξη μιας νέας περιόδου, όπου οι συνεχιζόμενοι πόλεμοι έχουν τελειώσει και το ευρωπαϊκό εμπόριο αρχίζει να εδραιώνεται στην Ανατολή.

Η Αγγλία και η Γαλλία, που είναι οι νέες δυνάμεις της δύσης, θα συνάψουν εμπορικές συμφωνίες με την Πύλη και πολύ σύντομα η Σμύρνη και η Θεσσαλονίκη θα γίνουν οι οικονομικές πρωτεύουσες της Αυτοκρατορίας, ενώ αρκετές άλλες πόλεις θα γίνουν σημαντικά εμπορικά κέντρα, όπως η Άρτα, τα Ιωάννινα, η Χίος, η Πάτρα και το Ηράκλειο.

Οι ντόπιοι έμποροι θα γίνουν ο οικονομικός πνεύμονας της αυτοκρατορίας και με την σειρά τους θα αποκτήσουν οικονομική ισχύ και θα αρχίσουν να συμμετέχουν ενεργά στην διοίκηση των κτήσεων. Αρκετοί θα αποκτήσουν πλοία και θα αρχίσουν το εμπόριο πέρα από τα τουρκικά χωρικά ύδατα, συνεργαζόμενοι εμπορικά με τις δυτικές δυνάμεις. Αυτή η συνεργασία θα τους προσφέρει επιπλέον εμπορικά προνόμια, ίδια με αυτά των δυτικών υπηκόων, καθώς επίσης και προστασία από τους δυτικούς κυρίαρχους. Έτσι ως προστατευόμενοι της δύσης δεν θα αργήσουν να ανέβουν τα σκαλοπάτια της οθωμανικής ιεραρχίας και με την θέση του πλοιοκτήτη θα αναλάβουν την διοίκηση των νησιών. Τέτοιοι υπήρξαν οι πλοιοκτήτες της Ύδρας, των Σπετσών, της Μυκόνου και των Ψαρών, οι οποίοι θα αποκτήσουν σημαντικούς εμπορικούς στόλους.

Το 1774 η συνθήκη του Κιουτσούκ Καϊναρτζή θα παραχωρήσει επιπλέον προνόμια στους ντόπιους πλοιοκτήτες, αφού προέβλεπε την προστασία των ορθόδοξων υπηκόων της πύλης και την δυνατότητα στους πλοιοκτήτες να μετακινούνται στην ανατολική μεσόγειο με την Ρωσική σημαία.

Η εμπορική ανάπτυξη ώθησε, όπως ήταν αναμενόμενο και την αύξηση της αγροτικής παραγωγής, με αποτέλεσμα τα μοναστήρια, οι τούρκοι και ντόπιοι πρόκριτοι και οι κοτζαμπάσηδες να επωφελούνται και να αποκτούν περισσότερο πλούτο και ισχύ.

Η διοικητική αριστοκρατία των φαναριωτών, οι δυναστείες των Μαυροκορδάτων, των Υψηλάντηδων και των καραβοκυραίων θα αρχίσουν να παίζουν σπουδαίο ρόλο στην πολιτική ζωή της οθωμανικής αυτοκρατορίας και κυρίως της Ανατολικής πολιτικής των Μεγάλων Δυνάμεων.

Η εκκλησία τον 18ο αιώνα θα ισχυροποιηθεί σημαντικά ως θεσμός, αφού αναγνωρίστηκε από τους τοπικούς πολιτικούς σχηματισμούς ως η ανώτερη αρχή, η οποία συνιστούσε την ανώτερη πολιτική μορφή όλων των ορθόδοξων χριστιανών. Μάλιστα μέχρι το 1776, το Πατριαρχείο θα έχει επιβληθεί πάνω στις βαλκανικές κοινωνίες και με την εθνικιστική δράση του θα καταργήσει τις σλαβικές ορθόδοξες αρχιεπισκοπές Ιπεκίου και Αχρίδας, και πολύ σύντομα θα έχει και εκείνη λόγο στην διοίκηση των κοινοτήτων, σε συνεργασία με τους προκρίτους και ντόπιους άρχοντες.

Για τις κοινωνίες όμως η καταπίεση θα παραμείνει αβάσταχτη και οι καταπιεσμένοι θα συνειδητοποιήσουν ότι η εξουσία και η εκμετάλλευση είναι κοινή και δεν διαφέρει, είτε υπάρχει χριστιανός είτε τούρκος καταπιεστής.

Έτσι οι σλαβόφωνοι, οι βουλγαρόφωνοι, οι ρουμανόφωνοι, οι αλβανόφωνοι και οι ελληνόφωνοι κολίγοι, δουλοπάροικοι, ψαράδες και κτηνοτρόφοι θα εξεγερθούν επανειλημμένα:

Την περίοδο 1768-1774 οι ψαράδες και οι ναύτες των νησιών του Αιγαίου.

Το 1769 οι κολίγοι και οι δουλοπάροικοι της Πελοποννήσου, την περίοδο 1770-1779 οι αλβανόφωνοι κλέφτες θα λεηλατούν τις περιουσίες της εκκλησίας και των προκρίτων στην Ήπειρο, το 1798 θα εξεγερθούν οι κάτοικοι της Χιμάρας, το 1800-1803 οι Σουλιώτες, το 1808-1809 οι αγρότες της Θεσσαλίας, την περίοδο 1817-1819 οι αγρότες της Ζακύνθου και της Λευκάδας ενάντια στη Αγγλική ηγεμονία, τους ντόπιους προκρίτους και την εκκλησία.

Το 1821 θα ξεσπάσει μία από τις σημαντικότερες κοινωνικές επαναστάσεις στην ευρύτερη ζώνη των Βαλκανίων, από τις παραδουνάβιες περιοχές μέχρι την Κρήτη, όπου οι εξεγερμένοι τους πρώτους μήνες θα δράσουν χωρίς σχέδιο και ηγεσίες, με μοναδικό στόχο την απελευθέρωσή τους και την παραδειγματική εξόντωση όλων των εκμεταλλευτών τους.

Με την έκρηξη της κοινωνικής επανάστασης θα ξεκινήσει μια νέα περίοδος διαμόρφωσης της κυριαρχίας στα Βαλκάνια, κατά την οποία μέχρι και τις αρχές του εικοστού αιώνα θα έχουν σχηματιστεί και διαμορφωθεί, καινούρια κράτη πάνω στα ερείπια της Οθωμανικής αυτοκρατορίας. Κράτη, τα οποία ελέγχονταν από εκείνους που κράτησαν την οικονομική και εξουσιαστική ισχύ τους και με το πρόσχημα της εθνικής συνείδησης και κυριαρχίας, επέβαλλαν τις εξουσίες τους εγκλωβίζοντας στα νέα κρατικά σχήματα και όρια εκατομμύρια ανθρώπους…

Αναρχικός πυρήνας ΑΡΝΗΣΗ

Πηγές:
Α) Histoire de la Crece Moderne, Pressses Universitaires de France, Paris 1972
Ελληνική έκδοση: Επισκόπηση της Νεοελληνικής Ιστορίας, Εκδόσεις Θεμέλιο 1992
Β) ΑΙΕΝ ΑΡΙΣΤΕΥΕΙΝ, Τόμος α΄, Έκθεσις της Πολεμικής Ιστορίας Των Ελλήνων, ΕΚΔΟΤΙΚΗ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε. 1968.
Από την ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ, φ. 35, Ιανουάριος 2005
Both comments and trackbacks are currently closed.