Η πολιτική διέξοδος και η χαμένη «πανοπλία» του κινήματος

«Το Μίσος συνεχιζόταν ακριβώς όπως και πριν, μόνο που είχε αλλάξει ο στόχος. Αυτό που έκανε εντύπωση στον Ουίνστον, όταν τα ξανασκέφτηκε όλ’ αυτά, ήταν πως ο ομιλητής, πέρασε από την μια πολιτική γραμμή στην άλλη, ακριβώς στην μέση μιας φράσης, όχι μόνο χωρίς να σταματήσει, αλλά ν’ αλλάξει ούτε καν την σύνταξη». (1984, Τ. Όργουελ)

panoplia_1H έννοια της πολιτικής, συχνά, προσδιορίζεται, εκτός των άλλων, ως ο ιδιαίτερος τρόπος επίλυσης συγκρούσεων, ή απλά έντονων αντιπαραθέσεων με βάση τον συμβιβασμό, την εξομάλυνση και την διαπραγμάτευση ανάμεσα στα εμπλεκόμενα, με άμεσο ή έμμεσο τρόπο, μέρη. Πολλές φορές μάλιστα, λανθασμένα κατά την γνώμη μας, μια τέτοια διαδικασία θεωρείται ή προβάλλεται ότι απέχει από ενέργειες που συγκαταλέγονται στην λεγόμενη «στρατιωτική λύση».

Σύμφωνα με τον Κλαούζεβιτς (Περί Πολέμου), «ο πολιτικός αντικειμενικός στόχος δεν είναι σαν τέτοιος, ένας δεσποτικός ρυθμιστής· πρέπει να προσαρμόζεται στην φύση των μέσων που διαθέτει, πράγμα που τον οδηγεί συχνά στην πλήρη του μεταμόρφωση· παραμένει μολαταύτα πάντα στην πρώτη γραμμή των θεωρήσεων μας. Η Πολιτική, επίσης, θα διεισδύσει σ’ ολόκληρη την πολεμική πράξη ασκώντας μια σταθερή επίδραση πάνω της, στο μέτρο που το επιτρέπει η φύση των εκρηκτικών δυνάμεων που ασκούνται σ’ αυτήν».

Ο Bernard Crick στην κλασσική του μελέτη με τίτλο In Defence of Politics [1962], προτείνει τον ακόλουθο ορισμό για την πολιτική: «Πολιτική [είναι] η δραστηριότητα μέσω της οποίας αντιτιθέμενα συμφέροντα μέσα σ’ ένα δεδομένο πλαίσιο κανόνων, συμβιβάζονται παίρνοντας, το καθένα, μερίδιο εξουσίας ανάλογα με την σημασία του για την ευημερία του και την επιβίωση ολόκληρης της κοινότητας». Μ’ άλλα λόγια, σύμφωνα με αυτήν την άποψη, το κλειδί για την πολιτική είναι η διάχυση της εξουσίας μέσω συμβιβασμών και όχι η διαρκής σύγκρουση κοινωνικών ομάδων ή συμφερόντων που κατέχουν εξουσία. Είναι εμφανές, ότι ο Crick προσδεμένος σε φιλελεύθερες ορθολογιστικές αρχές, έτεινε στην εξίσωση της πολιτικής με την εκλογική διαδικασία και τον κομματικό ανταγωνισμό, προβάλλοντάς την ως μια εκπολιτισμένη δραστηριότητα, εντοπίζοντας τον κίνδυνο στην τάση για «επιθυμία για βεβαιότητα με κάθε κόστος».

Μα θα μπορούσε να είναι αλλιώς, αφού η πολιτική αφορά την άσκηση, την διεκδίκηση ή την κατοχύρωση εξουσίας;

Σε καμία περίπτωση κατά την γνώμη μας. Το πολιτικό πεδίο είναι εξουσιαστικό πεδίο. Έτσι, η ενδυνάμωση ενός κόμματος από πολιτικά δίκτυα, κινηματικές διαδικασίες και δομές, όχι μόνο αναγνωρίζει το δίκτυο των σχέσεων του συνόλου των κομμάτων, το οποίο και αποτελεί κατά περίπτωση το κομματικό σύστημα, αλλά το ενισχύει ουσιαστικά προσδίδοντάς του την απαραίτητη κοινωνική νομιμοποίηση, ιδιαίτερα σε περιόδους πολιτικής «κρίσης».

Η ύπαρξη εσωκομματικών φατριών και τάσεων είναι εξίσου λειτουργική τόσο στον περεταίρω επιμερισμό εξουσιών, όσο και στην αύξηση των δυνατοτήτων για κοινωνικό έλεγχο. Η, μέσω του καταστατικού πολλές φορές, θέσμιση των τάσεων στο εσωτερικό κομμάτων, είναι απλά ενδεικτική και μάλιστα διαρκώς διαφημιζόμενη ως η ύψιστη ένδειξη δημοκρατικότητας. Η πολιτική διαμάχη στο εσωτερικό κομμάτων ενίοτε καταλήγει σε διασπάσεις και συγκροτήσεις νέων κινήσεων, φορέων ή κομματικών σχηματισμών. Οι λόγοι που οδηγούν σε τέτοιου είδους διασπάσεις, μπορεί να αφορούν διαφορετικές ιδεολογικές κατευθύνσεις, ή να έχουν ως σημείο εκκίνησης τις ανάγκες εκπροσώπησης κοινωνικών ομάδων και συμφερόντων, που δεν καλύπτονται από τους υπάρχοντες κομματικούς σχηματισμούς.

Μπορεί, όμως, κάλλιστα μια «διάσπαση» να αποτελεί μέρος μιας συμφωνίας που προβλέπει την «έξοδο» για ένα διάστημα κομματικών στελεχών, τάσης ή τάσεων από ένα κόμμα και την «επανασυγκόλλησή» τους την επιθυμητή στιγμή. Οι παραπάνω πολιτικές συνήθειες δεν αφορούν, βέβαια, αποκλειστικά κομματικούς μηχανισμούς. Καταγράφονται με την ίδια σαφήνεια στις κινηματικές διαδικασίες, στα πολιτικά δίκτυα, στις κινηματικές δομές, στους «ζωτικούς» χώρους που διαφεντεύουν «αντιεξουσιαστικά» δουκάτα, ή σε εκφάνσεις που προσδιορίζονται ως ένοπλη αντιπολίτευση. Κύριος στόχος παραμένει η επίδειξη ιδεολογικών διαφορών και εν συνεχεία η πολιτική κάλυψη κινητοποιούμενων ατόμων ή ομάδων, η κατοχύρωση νέων «επαφών» και εν γένει η πολιτική ευκινησία, όταν οι καιροί το απαιτούν… Η ειλικρίνεια, η ανιδιοτέλεια και οι ισότιμες σχέσεις δεν χωρούν στην πολιτική και δεν θα μπορούσαν άλλωστε.

Μα, δεν υπάρχει περίπτωση, θα ρωτήσει κανείς, να εκδηλωθούν πραγματικές διαφορές και συγκρούσεις σ’ αυτές τις περιπτώσεις;

Και βέβαια. Όμως και πάλι οι χαμαιλέοντες παραμένουν χαμαιλέοντες…

 

«Όταν αυτοί τα βρίσκουν στην βουλή, η μόνη αντιπολίτευση είμαστε εμείς»

panoplia_2Το παραπάνω σύνθημα έχει ακουστεί αρκετές φορές σε διαδηλώσεις από μέλη της λεγόμενης εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς πριν και μετά την ανάδειξη του Συ.ρι.ζα. ως αξιωματικής αντιπολίτευσης. Εύλογα καταλήγει κανείς, ότι όταν «αυτοί» δεν τα βρίσκουν στην βουλή, ο πολιτικός φορέας των εν λόγω διαδηλωτών δεν αποτελεί την μόνη αντιπολίτευση… Δεν πρόκειται, βέβαια, για προϊόν σύγχυσης, όσο και αν παραπέμπει σε κάτι τέτοιο.

Ας ανατρέξουμε, όμως, στην γειτονική Ιταλία, πριν κάποιες δεκαετίες και την έναρξη της περιόδου που ονομάστηκε «μολυβένια χρόνια», για να δούμε ορισμένες καταστάσεις με αρκετές διαφορές, αλλά και με σημαντικές ομοιότητες.

«Ένα τμήμα της αριστεράς (ΚΚΙ και συνομοσπονδία των συνδικάτων) αρχίζει να πλησιάζει τον κυβερνητικό χώρο ενάντια στην θέληση ευρύτατων τομέων του κινήματος. Η εξωκοινοβουλευτική αντιπολίτευση είναι τώρα υποχρεωμένη να επαναπροσδιοριστεί σε σχέση με το «συμβιβασμό» που ακολουθεί το ΚΚΙ. Κι αυτός ο επαναπροσδιορισμός σημαίνει κρίση και απώλεια ταυτότητας. Πράγματι, ο αγώνας για την ηγεμονία στους κόλπους της αριστεράς, που σ’ ένα βαθμό δικαιολογούσε την ύπαρξη των «ομάδων», φαίνεται τώρα να λύνεται με μια μονόπλευρη απόφαση που διασπά, διαχωρίζει τις προοπτικές, βάζει τέλος στην διαλεκτική σχέση μέσα στην αριστερά. Από εδώ και πέρα το θέμα της «πολιτικής διεξόδου» και της εναλλακτικής διαχείρισης του κράτους ταυτίζεται με την μετριοπαθή πολιτική του ΚΚΙ. Για τις εξωκοινοβουλευτικές οργανώσεις, που σκοπεύουν να συνεχίσουν να κινούνται σ’ αυτό το έδαφος, δεν μένει άλλο από το να προσπαθήσουν να παρακολουθήσουν και να καθορίσουν την πορεία του «συμβιβασμού», μετατρεπόμενες στην εξτρεμιστική εκδοχή του (ας θυμηθούμε το κατέβασμα «επαναστατικών» συνδυασμών στις δημοτικές εκλογές του ’75 και τις βουλευτικές του ’76» (Do you Remember Revolution, Αυτοκριτική του Αντάρτικου, Νέγκρι, Κούρτσιο, Σκαλτσόνε κ.α.).

Η άσκηση, λοιπόν, εξουσίας από την πλευρά της αριστεράς δεν αποτελούσε φυσικά ουδέποτε «συμβιβασμό», αλλά στόχο, ενώ άλλο τόσο δεν αποτέλεσε ποτέ «ιστορικό συμβιβασμό» η κυβερνητική συνεργασία με δεξιούς κομματικούς σχηματισμούς. Ακριβώς σ’ αυτήν την στόχευση εντάσσεται κάθε αναφορά «ένοπλης αντιπολίτευσης», αφού είναι σαφής η διάθεση της πολιτικής αναγνώρισης και αργά ή γρήγορα της πολιτικής διευθέτησης των ζητημάτων που προκύπτουν, είτε λόγω της καταστολής, είτε των νέων προσανατολισμών της ιδεολογικής καθοδήγησης.

Το «κίνημα», λοιπόν, στα καθ’ ημάς, μπορεί να δούλεψε φιλότιμα για τον Συ.ρι.ζα., να καμαρώνει για την νέα ΕΔΑ, να ανασκουμπώνεται ακόμη περισσότερο για να στεριώσει ένα «πλατύ αντιφασιστικό μέτωπο», κόβοντας κουστούμια που μπορεί να φορέσει ο καθείς συνεπής δημοκράτης, αλλά κατά πως φαίνεται πρέπει να είναι έτοιμο να δεχθεί και τις παραχωρήσεις (κινηματικοί πόροι, καταστολή), που προϋποθέτει η ένταξη στα πλάνα του κυβερνητισμού. Πρόκειται για τους ίδιους κινηματίες που λόγω της εκλογικής ανόδου του Συριζα δεν ενδιαφέρονται πλέον να κρύψουν με οποιοδήποτε τρόπο ότι ο αναρχισμός δεν αποτελεί παρά το πολιτικό τους αποχωρητήριο.

Πρόσφατα το ΚΚΕ, στις εορταστικές του εκδηλώσεις για τα 94 χρόνια από την ίδρυσή του, χαρακτήρισε την συγκρότηση και την δράση του ΔΣΕ ως την κορυφαία στιγμή του κοινωνικού και ταξικού πολέμου στην Ελλάδα. Είναι προφανές, ότι το ΚΚΕ υπενθυμίζει ότι κατόρθωσε να συγκροτήσει κυβέρνηση και στρατό προτού ηττηθεί και στην συνέχεια στείλει εξόριστους σε κομμουνιστικά κράτη χιλιάδες μαχητές, όπου μάλιστα οι διαφωνούντες έλαβαν την γνωστή «κατάλληλη» μεταχείριση. Κορυφαία «στιγμή» για κάθε εξουσιαστή δεν παύει να αποτελεί η επιβολή της λήθης, η διαστρέβλωση της ιστορίας.

Η 6η Ολομέλεια της Κεντρικής επιτροπής του κόμματος τον Οκτώβρη του 1949 διατύπωσε την άποψη ότι «είναι αναμφισβήτητο, πως η Τιτική προδοσία χειροτέρεψε τον συσχετισμό των δυνάμεων σε βάρος του Δημοκρατικού Στρατού», ενώ ο Ζαχαριάδης, στην ομιλία του στην ίδια Ολομέλεια, υποστήριξε ότι «αν από το 1946 ήταν γνωστός ο άτιμος ρόλος του προβοκάτορα Τίτο, τότε το ΚΚΕ δεν θα κατέληγε στην απόφαση να ξαναπάρει τα όπλα. Θα ακολουθούσε άλλο δρόμο, πιο επίμονο, βασανιστικό, μακρύ, γιατί είναι ολοφάνερο, πως δεν μπορούσε να προχωρήσει σε μια νέα ένοπλη αντιπαράθεση, χωρίς να έχει εξασφαλίσει τα νώτα, την στιγμή που ο μοναρχοφασισμός διέθετε την αμέριστη και ολόπλευρη αμερικανοαγγλική βοήθεια…».

Πράγματι, λοιπόν, «κορυφαία στιγμή», χωρίς καμία αμφιβολία, ένα τελικά τεράστιο «λάθος». Μόνο που πριν από το τεράστιο «λάθος» και την «προδοσία του Τίτο», τον Ιούλιο του 1946 ο Ζαχαριάδης πρότεινε την «ανεξαρτησία της Ελλάδας» υπό την εγγύηση όλων των Μεγάλων Δυνάμεων. Στην 7η Ολομέλεια, ο ίδιος ο Ζαχαριάδης διάβασε ολόκληρο το «ντοκουμέντο της λίμνης Ρίτσα», που είχε συνυπογράψει ο Στάλιν και στο οποίο, μετά την ήττα, τίθενται οι «νέοι» στόχοι του ΚΚΕ «πάνω στην βάση του προγράμματος του αγώνα για την ανεξαρτησία και την δημοκρατικοποίηση της Ελλάδας να δημιουργήσει πλατύ δημοκρατικό συνασπισμό, όπου να τραβηχτούνε, όσοι δέχονται το μίνιμουμ αυτό πρόγραμμα δημοκρατικής ανάπτυξης της Ελλάδας». Οι «κορυφαίες στιγμές» του ταξικού και κοινωνικού πολέμου στην Ελλάδα σε συνέχειες… Και για να μην ξεχνιόμαστε. Αμέσως μετά την συμφωνία της Βάρκιζας, το ΚΚΕ προχώρησε σε εκκαθάριση των μητρώων του κόμματος αποβάλλοντας περίπου 25.000 μέλη, ενώ ταυτόχρονα συμφώνησε για το ακαταδίωκτο αρκετών στελεχών του.

Η αφοβία «μιας μόνο δράσης», μπορεί να θεωρείται ένα «ωραίο σφάλμα», όπως υποστήριζε ο Κλαούζεβιτς (Περί Πολέμου), αλλά δεν μπορεί και δεν είναι κατά την γνώμη μας σε κάθε εποχή και σε κάθε τόπο υπεύθυνη για την κατασταλτική επέλαση του κράτους και των μηχανισμών του. Ούτε βέβαια, αντίστοιχα, η απουσία διάνοιας (!!!) που εντοπίζεται από πολλούς σε ορισμένα πρόσωπα, όταν καμώνονται ότι προσπαθούν να «εξηγήσουν» ενίοτε τα …«παιδαριώδη λάθη».

Συσπείρωση Αναρχικών

Από τη ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ, φ. 123, Ιανουάριος 2013

Advertisements
Both comments and trackbacks are currently closed.