Ου τρόπος

ou-troposΤροπισμός (όρος της βιολογίας): Κίνηση προσανατολισμού ή αύξησης ενός ακίνητου οργανισμού ή τμήματός του, ως αντίδραση σε ένα προσανατολισμένο εξωτερικό ερέθισμα. Όταν η κίνηση κατευθύνεται προς το ερέθισμα ονομάζεται θετικός, ενώ όταν έχει αντίθετη κατεύθυνση προς το ερέθισμα αποκαλείται αρνητικός. Ο τροπισμός αναφέρεται κυρίως στο φαινόμενο κατά το οποίο τα φυτά και τα όργανά τους τρέπονται προς μία κατεύθυνση υπό την επίδραση εξωτερικού ερεθίσματος.

Σκοπός του τροπισμού είναι σε κάθε περίπτωση η τάση που έχει το σώμα του φυτού να φτάσει στην πηγή που του δίνει ζωή και απόλαυση. Κάθε φυσικό σώμα έχει τον τροπισμό του. Ο άνθρωπος, όμως, αντί να στρέφει τις ρίζες του στο νερό, τις στρέφει στα κράτη και τις μηχανές, αντί να στρέφει τα κλαδιά του στον ήλιο, αναζητά τις εφήμερες ηδονές της ατέλειωτης Βαβυλώνας, που όσο κι αν την σκάψεις, πάλι τσιμέντο θα βρεις στην καρδιά της. Η πηγή της ύπαρξής του χάνεται στα βάθη ενός κόσμου μακρινού.

Όταν εξαφανίζεται ο τόπος, οι ιστορίες του σκορπούν σαν τη σκόνη, που ένα χέρι απομακρύνει από ένα παλιό αντικείμενο. Οι καταστροφές και οι πόλεμοι της ιστορίας ισοπεδώνουν ανθρώπινες ζωές∙ και μαζί, την ίδια την γεωγραφία της ύπαρξης. Ο ελλαδικός χώρος, ανομοιογενής «εθνικά» για αιώνες, συγκέντρωνε στολίδια πνευματικά και δημιουργικά. Σήμερα, όλα όσα πέρασαν απ’ τον τόπο στο παρελθόν, μοιάζουν μόνο σαν ένα απόκομμα εφημερίδας. Δεν είναι τόπος πια, είναι ένα σύγχρονο κράτος. Ο Θουκυδίδης, αν επιθυμούσε σήμερα να μας περιγράψει, θα έλεγε: στο δημόσιο βίο μας ακολουθούμε το οθωμανικό δίκαιο με επίφαση ευρωπαϊσμού, ενώ στην ιδιωτική μας ζωή είμαστε αμερικανάκια.

Η ανατολή υπήρξε ένας κόσμος που στον πυρήνα του διατηρούσε δύο αντιθετικά, αλλά αλληλοσυμπληρωματικά στοιχεία∙ το πάθος και την καλοπέραση, το καλό φαγητό, το μεράκι και την επιδεξιότητα από τη μια, την πνευματική αναζήτηση, το εσωτερικό ταξίδι από την άλλη. Ο τόπος ανέμειξε σαν τα μπαχαρικά κάθε συνήθεια και ιδιαιτερότητα με φυσικότητα. Το κράτος βίαιο και αυταρχικό πάνω απ’ τα κεφάλια των παλιών αυτοκρατοριών, οι προύχοντες τυραννικοί, η θρησκεία κραταιή. Μα ο τόπος ήταν τόπος και οι άνθρωποι σώματα κινούμενα, αναζητούσαν τον τρόπο να βρουν την ίδια τη ζωή. Ωστόσο, η εξουσία μελετά σχολαστικά και μαθαίνει. Τα «κενά» κάθε μορφής κρατισμού, αλληλοσυμπληρώνονται μέσα από το μεγάλο «φροντιστήριο» της παγκοσμιοποιημένης και παγκοσμιοποιούμενης κυριαρχίας.

Ο πυρήνας της ύπαρξης πια είναι το συμφέρον. Ο τροπισμός τυφλός στρέφεται στην καλογυαλισμένη ύλη, που μόνο παραπλανά. Ενώ ψάχνει την ψυχή, αφιερώνει την ζωή του στο άψυχο. Η βασική αιτία και το βασικό κίνητρο για κάθε πράξη μοιάζει να είναι το κέρδος. Όχι απαραίτητα το υλικό. Ακόμη και τα συναισθήματα μετρούνται με κέρδος και ζημίες. Τα σώματα καθηλωμένα, το βλέμμα κοντόθωρο, χωράει σε μικρά πλαίσια. Είτε λίγα είτε πολλά, τα λεφτά είναι ο προορισμός. Τα λεφτά δεν είναι μόνον ύλη πια∙ είναι έννοια, δίνουν απλώς σχήμα στην απληστία. Το πάθος, που πολεμούσε στα ίσα τον θάνατο και δεν άνοιγε στον Χάρο την πόρτα της ζωής, ακούγεται πια απ’ την ποίηση σαν ψίθυρος. Το πνευματικό ταξίδι ελάχιστοι νομάδες της αστικής ερήμου μοιάζουν να τ’ ακολουθούν.

Η ζωή προσμετρείται με όρους προόδου και οπισθοδρόμησης. Είσαι οπισθοδρομικός, αν αποζητάς τον άνθρωπο, το πάθος, το πνευματικό ταξίδι, τον ίδιο τον τόπο, θαμμένο κάτω από τόνους αμνησίας. Μα δεν κινείται σε ευθείς εθνικές οδούς η ζωή∙ φτιάχνει τις δικές της σπείρες, αφήνοντας το αποτύπωμα της ελευθερίας σα μελανιά, πάνω στο ομοιόμορφο δέρμα της λήθης.

Πρίγκιπα, χρειάζομαι χρήματα, κι άλλα χρήματα
σ’ έναν κόσμο που αλλάζει αδίσταχτα χρειάζομαι χρήματα
για να σε κερδίσω δε θα ’φταναν όλα τα τραγούδια της γης
χρειάζομαι πολλά, πάρα πολλά μπορώ να σου πω
 
Αυτά τ’ ανθοκήπια, κι αυτές οι πισίνες, κι αυτά τα υδρόβια
μες στα δωμάτια που μας προσμένουν χρειάζονται χρήματα
χρειάζομαι τόσα λεφτά για τσιμέντο και χάλυβα κι όλη τη
θάλασσα
χρειάζομαι φως από πικρά αμμοχάλικα, α Πρίγκιπα
κι είμαστε τόσο, μα τόσο φτωχοί
 
Χρειάζομαι χρήματα, για να γεννηθώ σαν και εσένα απαράλλαχτος
το ήρεμο γαλάζιο τοπίο στα μάτια σου χρειάζεται χρήματα
τα μισάνοιχτα χείλη σου και το άσκεφτο ανάβλυσμα
η ανώφελη άγνοια χρειάζεται χρήματα
να παγιωθεί
 
Άρχοντα, δε νιώθω πια τίποτα ούτε για σένα
το παιχνίδι μας δεν αλλάζει τα καθορισμένα βήματα
χρειάζομαι χρήματα για να μεταμορφώσω ένα χερσότοπο
σε πανδαιμόνιο μουσικής
 
Νίκος Αλέξης Ασλάνογλου, Προσευχή (συλλογή: Ωδές στον πρίγκηπα)

σύντροφοι για την Αναρχική απελευθερωτική δράση

Both comments and trackbacks are currently closed.