ΕΚΛΟΓΕΣ, ΣΥΝΑΙΝΕΤΙΚΟΣ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΕΥΤΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΤΑ ΚΙΝΗΜΑΤΑ ΤΩΝ …ΦΑΚΙΡΗΔΩΝ

«Μετά την κατάρρευση του μικρασιατικού μετώπου και το στρατιωτικό πραξικόπημα του 1922 γύρισε το φύλλο: τώρα αποσυντέθηκαν οι Φιλελεύθεροι σε περισσότερα κόμματα, όπως έγινε και σε άλλες χώρες, ενώ οι συντηρητικοί ενώθηκαν στο Λαϊκό Κόμμα, που διασπάστηκε σε δύο πτέρυγες μόλις μετά την παλινόρθωση της μοναρχίας. Και σε αυτή τη φάση υπήρξαν μικρά κόμματα, με διαρκέστερο και μακροπρόθεσμα ισχυρότερο το Κομμουνιστικό Κόμμα. Αυτή η αλληλουχία κομματικών συστημάτων οδηγεί στο συμπέρασμα ότι άλλαξαν οι επικρατούσες πολιτικές αντιπαραθέσεις. Ένα σύστημα κομμάτων που είχε εκλογικεύσει αντιπαραθέσεις ορισμένου περιεχομένου και έκτασης έχασε, όπως και οι αντιπαραθέσεις, την επικαιρότητά του και οι νέες αντιπαραθέσεις βρήκαν την πολιτική τους έκφραση σε ένα νέο σύστημα κομμάτων. Θα πρέπει προφανώς να ήταν μια τόσο ταχεία ή ριζική αλλαγή του αντικειμένου της αντιπαράθεσης, ώστε υπερέβαινε την ικανότητα των υφιστάμενων κομμάτων να αλλάξουν». Gunnar Hering, Τα πολιτικά κόμματα στην Ελλάδα 1821-1936

probatoΈχει ειπωθεί ότι ηγεμονία ασκεί εκείνος που ορίζει το πρόβλημα και όχι εκείνος που προσφέρει την λύση. Τούτη η διάκριση, εφ’ όσον γίνεται αποδεκτή, θεωρούμε ότι εξακολουθεί να προσφέρει δρόμους ολάκερους διαφυγής από τα ουκ ολίγα και ομιχλώδη μονοπάτια της σύγχυσης, όπου οδηγούν με συνέπεια οι τεχνικοί κάθε εξουσίας.

Ας δούμε ένα παράδειγμα.

Αποτελούν οι εκλογές λύση; Μπορεί η κοινωνική οργή να εκφρασθεί μέσα από τις εκλογές ενάντια στο «σάπιο» πολιτικό σύστημα ή θετικά απέναντι σε «νέους και υγιείς» πολιτικούς φορείς;

ύμφωνα με ορισμένες αντισυστημικές απόψεις που προβάλλονται η απάντηση είναι αρνητική, αφού όπως υποστηρίζεται οι δομές αυτού του κράτους παραμένουν ίδιες, το υπάρχον θεσμικό πλαίσιο δεν αλλάζει, η ανανέωση των πολιτικών προσώπων είναι πλασματική και ως εκ τούτου η συμμετοχή υπό αυτούς τους όρους στην εκλογική διαδικασία απλά συντηρεί τις όποιες δημοκρατικές αυταπάτες έχουν απομείνει και παγιώνει τον αποκλεισμό του λαού από την εξουσία.

Στην ίδια κατεύθυνση κινούνται και οι διαπιστώσεις περί «παρακμής» των κομμάτων και «αποδυνάμωσής» τους, ακόμη περί της «φθίνουσας ικανότητας τους να κινητοποιούν τους ψηφοφόρους τους, ή «της κρίσης της κομματικής πολιτικής», οι οποίες εναλλάσσονται με τις κριτικές της λειτουργίας τους, των κινήσεων για την αναμόρφωση των υπαρχόντων ή για την κατασκευή νέων.

Δεν χρειάζεται να επιχειρηματολογήσουμε ιδιαίτερα, –έχουμε αναφερθεί, άλλωστε, επανειλημμένα στο ζήτημα–, για να καταδείξουμε ότι σύμφωνα με τις παραπάνω απόψεις το πρόβλημα δεν είναι η εκλογική διαδικασία αυτή καθεαυτή οποιουδήποτε τύπου, αλλά το κανονιστικό πλαίσιο που την διέπει, η απουσία ή η έμφαση των αμεσοδημοκρατικών διαδικασιών, η αυτοοργάνωση που διέπεται αλλά και διέπει τις οριζόντιες εξουσιαστικές σχέσεις κλπ.

Τα κοινωνικά και πολιτικά κινήματα έρχονται εδώ και δεκαετίες να σταθούν αντιπολιτευτικά ακριβώς σ’ αυτές τις δυσλειτουργίες του πολιτικού συστήματος και να δώσουν λύσεις:

«Ενώ κάποτε τα μαζικά, προγραμματικά κόμματα κατάφερναν να εκφράζουν τους στόχους μεγάλων τμημάτων του εκλογικού σώματος, θέματα, όπως η ισότητα των φύλων, η πυρηνική ενέργεια, τα δικαιώματα των ζώων και η ρύπανση του περιβάλλοντος απαιτούν ενδεχομένως για την προώθησή τους νέους και διαφορετικούς πολιτικούς σχηματισμούς. Βρισκόμαστε ίσως σε μια διαδικασία αντικατάστασης των κομμάτων από μονοθεματικές ομάδες και κοινωνικά κινήματα που καλούνται να παίξουν τον ρόλο του συνδέσμου ανάμεσα στην κυβέρνηση και την κοινωνία», (Αndrew Heywood, Εισαγωγή στην Πολιτική, Κόμματα και Κομματικά συστήματα).

Ενδεικτική είναι και η Πολιτική Απόφαση της ΚΕ του ΣΥΡΙΖΑ (6 Φλεβάρη 2013) στην οποία αναφέρεται χαρακτηριστικά: «Παίρνουμε την πρωτοβουλία για να αναδείξουμε την ανάγκη ενός νέου θεσμικού και πολιτειακού πλαισίου. Ένα νέο πλαίσιο που να εξασφαλίζει την πραγματική δημοκρατία, την ουσιαστική συμμετοχή, τον κοινωνικό έλεγχο και την κοινωνική λογοδοσία. Προχωράμε στην ανοιχτή συγκρότηση ενός «Φόρουμ» πλατειάς κοινωνικής διαβούλευσης. Απευθυνόμαστε στον κόσμο των «Πλατειών», στα κινήματα, τους καλλιτέχνες και τους προοδευτικούς διανοούμενους, στους επιστημονικούς φορείς, σε όλους τους πολίτες, να συμβάλλουν με τη συμμετοχή τους».

Η «κρίση», λοιπόν, επιτάχυνε μια διαδικασία που βρισκόταν ήδη σε εξέλιξη και συμπεριλάμβανε μεταξύ άλλων τον κατακερματισμό των λεγόμενων μεγάλων κομμάτων, την κατασκευή νέων κομματικών σχηματισμών, και τον επανακαθορισμό της πολιτικής διαπραγμάτευσης αριστεράς-δεξιάς για την διαχείριση της εκλογικής επιρροής των «άκρων» τους.

Οι εσωκομματικές ομάδες ή τάσεις πράγματι καθρεπτίζουν μια «βαλκανοποίηση» των σχέσεων εξουσίας, μια «διάθλαση της εξουσίας σ’ όλο το οικοδόμημα» και όχι βέβαια κάποιου είδους «αυτονομία» των μεσαίων ή κατώτερων ιεραρχικά στρωμάτων της. Συνεπώς οι «εσω»-κομματικές έριδες ουδέποτε διατηρούσαν αποκλειστικά έναν εσωτερικό χαρακτήρα, ούτε η όποια έκβασή τους έχει ως συνέπεια την αποσταθεροποίηση του λεγόμενου πολιτικού συστήματος.

Οι «αντάρτες», οι «αποστάτες», μετακινούνται και μετακινούν τα πολιτικά σύνορα παρακολουθώντας ή υπολογίζοντας την έκταση που λαμβάνει κάθε φορά η διασπορά των πολιτικών προτιμήσεων κοινωνικών ομάδων ή στρωμάτων, των οποίων τα συμφέροντα συγκρούονται. Η ιδεολογική γλώσσα των κομμάτων, το ιδεολογικό στοιχείο και εν τέλει τα λεγόμενα κόμματα αρχών διαμεσολαβούν αυτά τα ιδιαίτερα συμφέροντα, τα οποία και εκπροσωπούνται άμεσα στα πολιτικά προγράμματα.

Οι «ενδιάμεσοι» («αντάρτες», «αποστάτες», «Ελιές» και «Ποτάμια»), έρχονται να καλύψουν τις τρέχουσες ανάγκες μιας ρευστής πολιτικής κατάστασης ενός πολιτικού συστήματος που μεταβάλλεται για να εναρμονιστεί και να επανενταχθεί σε μια ευρύτερη διαδικασία ενοποίησης της κυριαρχίας, έτσι όπως αυτή προσδιορίζεται στην συγκεκριμένη φάση της παγκοσμιοποίησης που διανύουμε.

Το ίδιο συμβαίνει και με την «διευθέτηση», νομική ή πολιτική, της «διαφθοράς».

«Το πολιτικό σύστημα δημιούργησε το πελατειακό κράτος, ιδιοποιήθηκε τη δημόσια διοίκηση, οδήγησε τη χώρα στο τέλμα της διαφθοράς και διαμόρφωσε ένα κατακερματισμένο κράτος ανίκανο να υλοποιήσει δημόσιες πολιτικές. Ένα κράτος πεδίο διεκδίκησης και άκριτης ενσωμάτωσης ατομικών και συντεχνιακών αιτημάτων σε βάρος του γενικού συμφέροντος. Για αυτό μια στρατηγική εξόδου από την κρίση οφείλει να απαντήσει πειστικά στο πρόβλημα του πολιτικού συστήματος», ανέφερε χαρακτηριστικά ο κ. Κουβέλης πριν από περίπου ένα χρόνο.

Η σύγκλιση, λοιπόν, έρχεται να αναδειχθεί μέσα από «άγριες διαμάχες», που όχι μόνο δεν θα έπρεπε να πείθουν κανέναν, αλλά είναι και βαθιά ανιστόρητες.

«Όταν κάποιος προσπαθούσε με υλικές παροχές προς τον προϊστάμενο της υπηρεσίας να τακτοποιήσει τον γιο του στο δημόσιο, και όταν ο νεαρός αργότερα ως δημόσιος υπάλληλος ή ίσως και ως βουλευτής έδειχνε την ευγνωμοσύνη του σε όλα τα μέλη της οικογενείας του, που είχαν συμμετάσχει στη χρηματοδότηση των σπουδών του και είχαν καταστήσει δυνατή την σταδιοδρομία του, τότε και οι δυο δρούσαν σύμφωνα με τις αυτονόητες για την κοινότητα του χωριού επιταγές της αλληλοβοήθειας και της αλληλοεξυπηρέτησης. Πρακτικές αυτού του είδους ενθαρρύνονταν από το γεγονός ότι δεν υπήρχαν ακόμη κανονισμένες διαδικασίες κατάρτισης και τυποποιημένες διαδικασίες εξειδίκευσης για υποψήφιους δημοσίους υπαλλήλους. Επίσης η διαφθορά αντικαθιστούσε σε πολλές περιπτώσεις την καθυστερημένη μεταρρύθμιση. Εξισορροπούσε την ελλιπή προσαρμογή της νομοθεσίας και της δημόσιας διοίκησης στις πρακτικές ανάγκες της κοινωνίας και άνοιγε τον δρόμο για την εξάλειψη κακώς κειμένων και αδικιών. Μέσω της προστασίας κατόρθωνε κανείς, παραδείγματος χάριν, μια δημοσία υπηρεσία να ασχοληθεί με την αίτησή του. Νομικές παρεκβάσεις βοηθούσαν την οικονομία να παρακάμπτει κωλυσιεργίες ή αναποτελεσματικότητες του ισχυρού γραφειοκρατικού και συγκεντρωτικού κράτους. Εξάλλου το αντίστοιχο μέγεθος της διαφθοράς π.χ. στην Αγγλία του 18ου και 19ου αιώνα ήταν μεγαλύτερο από όσο θέλουν να πιστεύουν όσοι ασκούν κριτική στις ελληνικές συνθήκες. Παρ’ όλα αυτά η Αγγλία έχει να παρουσιάσει την εντιμότερη και καθαρότερη δημοσιοϋπαλληλία που υπήρξε ποτέ», (Gunnar Hering, Τα πολιτικά κόμματα στην Ελλάδα 1821-1936).

Έτσι, συναλλαγή στα πλαίσια ενός λεγόμενου πελατειακού κράτους, όχι μόνο δεν αποτελούσε μια ελληνική Athens_1835πρωτοτυπία, μια παραφωνία στο ευρωπαϊκό γίγνεσθαι, αλλά δεν αναιρούσε βέβαια σε καμία χρονική περίοδο από την συγκρότηση κράτους στον ελλαδικό χώρο, δηλαδή από το 1831 μέχρι σήμερα, τις κρατικές λειτουργίες, την εναλλαγή στην εξουσία, τις εκσυγχρονιστικές προσπάθειες και μεταρρυθμίσεις, την επιβολή δικτατοριών κ.ο.κ.

Είναι γεγονός ότι οι ψηφοφόροι που ταυτίζονται με το κόμμα που ψηφίζουν, δηλαδή εκείνοι που παρέχουν την ψήφο ως εκδήλωση κομματικής αφοσίωσης, είναι σχεδόν πλέον είδος προς εξαφάνιση. Αυτό και άλλα «συμπτώματα» κομματικής «παρακμής» όχι μόνο δεν λειτουργούν αποσταθεροποιητικά, αλλά αντίθετα ήταν ζητούμενα μιας πολιτικής διαδικασίας που εξελισσόταν με συγκεκριμένο τρόπο τουλάχιστον από τα μέσα της δεκαετίας του ’80 όπως έχουμε περιγράψει αναλυτικά στο παρελθόν.

Διαβάζουμε, λοιπόν, πρόσφατα ότι «ένα νέο κοινωνικό ρεύμα, που συγκεντρώνει την πλειοψηφία των πολιτών και ζητά ανατροπές στο πολιτικό σκηνικό με τη δημιουργία ενός μεγάλου κυβερνητικού συνασπισμού Αριστεράς και Δεξιάς για την έξοδο της χώρας από την κρίση, καταγράφει η δημοσκόπηση της Metron Analysis. Σύμφωνα με τα ευρήματα, το 58% των πολιτών τάσσεται υπέρ ενός ιστορικού συμβιβασμού ανάμεσα στις δυνάμεις της Αριστεράς και της Δεξιάς και τη συγκρότηση ενιαίου κυβερνητικού μετώπου για την ανάταξη της οικονομίας. Μάλιστα η άποψη για μεγάλο κυβερνητικό συνασπισμό είναι ισχυρή σε όλο το κομματικό φάσμα. (Έθνος 26-1-2014).

Όπως υποστηρίζει ο καθηγητής Πολιτικών Επιστημών στο Πανεπιστήμιο της Γκρενόμπλ, Ντομινίκ Ρενιέ, «οι Μεγάλοι Συνασπισμοί δεν αποτελούν καινοτομία για πολλές χώρες της Ευρώπης. Στον Βορρά, όπως στην Αυστρία, τη Φινλανδία ή τη Γερμανία, αυτό το είδος της συμμαχίας αποτελεί μια φυσιολογική, σχεδόν συνήθη επιλογή».

«Η κρίση έχει αναγκάσει τις χώρες αυτές να υιοθετήσουν μια στάση ιδεολογικής συνδιαχείρισης», συμπληρώνει ο πολιτικός επιστήμονας Γκαέλ Μπριστιέ, τονίζοντας ότι η κρίση έχει ισοπεδώσει τις διαφορές Χριστιανοδημοκρατών-Σοσιαλδημοκρατών. Ακόμη και «η επιλογή του Μάρτιν Σουλτς ως υποψηφίου της Σοσιαλδημοκρατίας για την προεδρία της Ε.Ε. μπορεί να ενισχύσει μεν την εικόνα μιας ομοιόμορφης και τεχνοκρατικής Ευρώπης, καθώς ο Σουλτς υποτίθεται ότι ενσαρκώνει μια πιο κοινωνική και διαφορετική Ευρώπη από εκείνη της Άνγκελα Μέρκελ, αλλά μην ξεχνάτε ότι είναι μέλος ενός κόμματος που είναι σήμερα ο κύριος σύμμαχος της καγκελαρίου της Γερμανίας», γράφει χαρακτηριστικά η «Monde».

Ο καθηγητής Κοινωνικών Επιστημών στο Πανεπιστήμιο της Γκρενόμπλ, και συγγραφέας του βιβλίου «Το Εγχειρίδιο της Σοσιαλδημοκρατίας στην Ευρώπη», Φαμπιάν Εσκαλονά, παρατηρεί ότι: «Οι Μεγάλοι Συνασπισμοί αντανακλούν την εξάντληση των παραδοσιακών κομμάτων και των ιδεολογιών τους, αλλά και τη διάβρωση της εκλογικής βάσης των μεγάλων κομμάτων από το 1970».

Βρισκόμαστε, λοιπόν όχι στο σημείο μηδέν, αλλά σ’ ένα κομβικό σημείο τουλάχιστον για τους κρατικούς σχεδιασμούς. Ο αποπροσανατολισμός δεν επιτυγχάνεται από τους τεχνικούς της εξουσίας με την χρήση ενός μέσου, ενός και μόνου ιδεολογήματος, ή ενός και μόνου θεσμού ή μηχανισμού. Ακριβώς επειδή η μεταβολή με μοχλό την κρίση είναι, παρ’ όλα αυτά, ιδιαίτερα βίαιη, εγκυμονεί κινδύνους, ιδιαίτερα όταν τα αποτελέσματα κάθε επιμέρους κίνησης δεν μπορούν να συγκριθούν τουλάχιστον με απόλυτο τρόπο, παρά με εμπειρίες σε ιδιαίτερες και σίγουρα διαφορετικές εξουσιαστικές συνθήκες επιβολής.

Η πολιτική συναίνεση όπως προκύπτει από τα παραπάνω είναι δεδομένη, επειδή για το αποτέλεσμα «καίγεται» το κομματικό κουρμπέτι χωρίς εξαιρέσεις.

Η εκλογική διαδικασία έχει ξεκινήσει σχετικά πρώιμα και αυτό απλά πιστοποιεί, θεωρούμε, τις παραπάνω διαπιστώσεις. Αλλά και το γεγονός ότι εκλογικές βεβαιότητες, όχι απλά δεν υπάρχουν για κανένα κομματικό φορέα, αφού ακόμα και η τελευταία δημοσκόπηση που παραγγέλλεται από κόμματα ή ΜΜΕ καταδεικνύει ότι εκατομμύρια άνθρωποι συνεχίζουν να βρίσκονται μακριά από οποιαδήποτε προοπτική να συμμετάσχουν στις επικείμενες εκλογικές διαδικασίες.

Ο εφιάλτης παραμένει ακέραιος για τους εξουσιαστές και φαίνεται να μεγαλώνει τόσο, όσο αυξάνονται οι πράγματι άνευ προηγουμένου κάθε φορά κατασταλτικές δυνάμεις, που διατάσσονται να επιτηρούν και να καταστέλλουν εν τη γενέσει κάθε θεωρούμενη ανεξέλεγκτη κίνηση ή διαμαρτυρία λίγων δεκάδων ή εκατοντάδων ανθρώπων…

Συσπείρωση Αναρχικών

Από την αναρχική εφημερίδα ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ, φ. 137, Απρίλιος 2014
Both comments and trackbacks are currently closed.