Η ΚΑΤΑΝΟΜΗ ΤΗΣ ΕΞΟΥΣΙΑΣ ΚΑΙ ΟΙ ΑΡΙΣΤΕΡΟΙ ΠΑΡΑΣΤΑΤΕΣ ΤΗΣ…

«[…] η σταθερή ευημερία κάθε κράτους προϋποθέτει κατανομή της κυρίαρχης εξουσίας σε διάφορους φορείς. Η συγκέντρωση του μεγαλύτερου μέρους της εξουσίας στα ίδια χέρια είναι καταστροφική. Αν η Σπάρτη διατήρησε πολλούς παλιούς θεσμούς, αυτό οφείλεται στο ότι την προφύλαξε “η κατανομή της εξουσίας”. Την αρχή έκανε η Θεία Πρόνοια, όταν οι περιστάσεις οδήγησαν στον καταμερισμό της βασιλείας σε δύο οίκους. Η σύνεση ενός αρχαίου πολιτικού άνδρα –εννοείται σίγουρα ο Λυκούργος– προώθησε την εφαρμογή της σωτήριας αυτής αρχής μοιράζοντας περαιτέρω την εξουσία μεταξύ των βασιλέων και της γερουσίας. Στη συνέχεια, η διεργασία ολοκληρώθηκε με τον θεσμό των εφόρων. Έτσι, το σπαρτιάτικο πολίτευμα έγινε μεικτό, όπως ακριβώς ο Πλάτων πιστεύει ότι πρέπει να είναι ένα πολίτευμα για να έχει σταθερότητα (691e-692c)».

Α.Ε. Τaylor, Ο Πλάτων και το έργο του, Νόμοι και Επινομίς

 

katanomiΈχουμε διανύσει διάστημα πλέον των είκοσι ετών από το 1992, όταν μετασχηματισμοί στο εσωτερικό της Ευρωπαϊκής ένωσης, αλλά όχι μόνο, αποτυπώνονταν με την συμφωνία και την υπογραφή της συνθήκης του Μάαστριχτ. Μια συνθήκη που θεωρήθηκε ιδιαίτερα από αναλυτές που ανήκουν στην νέο-μαρξιστική σχολή ως εκείνη, που έθεσε την ευρωπαϊκή θεωρία του κράτους ενώπιον ενός «καινοφανούς πολιτειακού φαινομένου».

Διατυπώθηκε, δηλαδή, η άποψη ότι παρ’ όλο που η ευρωπαϊκή ολοκλήρωση οικοδομείται με βασικό υλικό τη μεταβίβαση αρμοδιοτήτων κυριαρχίας, η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν είναι ή δεν γίνεται «κυρίαρχη», σύμφωνα με τις «κλασσικές» θεωρίες για την κυριαρχία. Ο προβληματισμός αυτός εμπεριέχει τις ενστάσεις περί «δημοκρατικού» ελλείμματος, αλλά με σαφήνεια τις υπερβαίνει.

Σύμφωνα τουλάχιστον με ορισμένες από αυτές τις θεωρίες, η έννοια της «κυριαρχίας» ενσαρκώνει το «αυτοδύναμο», «πρωτογενές», «ασυναγώνιστο», «αδιαίρετο» και «απόλυτο» στοιχείο. Έτσι, κρίνεται πλέον, ότι το γεγονός μιας «νέας υπόστασης που γεννιέται» δίπλα(;) στα κυρίαρχα κράτη, θέτει εν αμφιβόλω την εγκυρότητα ή τουλάχιστον τη χρηστικότητα παρόμοιων βεβαιοτήτων στη σημερινή συγκυρία.

Ο Ετιέν Μπαλιμπάρ έγραφε πριν από δεκαπέντε περίπου χρόνια:

«Το κράτος σήμερα στην Ευρώπη δεν είναι ούτε εθνικό ούτε υπερεθνικό. Αυτή η αμφισημία, αντί να αμβλύνεται, όλο και βαθαίνει. Στην πράξη (…) αυτό σημαίνει το εξής: στο πεδίο της κατανομής των εξουσιών ανάμεσα στο επίπεδο των «εθνικών κρατών» και στο επίπεδο των «κοινοτικών θεσμών» είναι έκδηλος ένας επίμονος πλεονασμός, ένας ανταγωνισμός μεταξύ των θεσμών. Στην πραγματικότητα ωστόσο υπάρχει μάλλον μια δυνητική διαδικασία αποσύνθεσης ή ελλείμματος του κράτους: ελλείμματος εξουσίας, ευθύνης, δημοσιότητας. (…) Αυτό θα μπορούσαμε να το επεξηγήσουμε λέγοντας ότι εισήλθαμε σε μια νέου τύπου φάση «ιδιωτικοποίησης» του κράτους υπό την επίφαση ενός πολλαπλασιασμού ή μιας υπέρθεσης δημόσιων θεσμών. Αυτό είναι πιθανώς αποτέλεσμα ότι για ένα κράτος αυτού του τύπου (κάτι χωρίς προηγούμενο στην Ιστορία, κατά κάποιον τρόπο η φιλελεύθερη ουτοπία σε πρακτική κατάσταση) δεν απαντάται προϋφιστάμενο μοντέλο».

Δεν σκοπεύουμε, βέβαια, να …επιπλήξουμε αυτές τις απόψεις προσάπτοντάς τους είτε «αναθεωρητισμό», είτε κάποιου είδους νοσταλγία της εθνοκρατικής δημοκρατικής κυριαρχίας, που απλά(;) όπως «προκύπτει, κλυδωνίζεται», αφού συγκροτείται αργά έστω και με παλινωδίες μια «ευρωπαϊκή εθνική ταυτότητα, ένας νεόκοπος ευρωπαϊκός εθνικισμός», σύμφωνα και πάλι με τον Μπαλιμπάρ.

Σχεδόν, μάλιστα, θα προσπεράσουμε και αυτή ακόμη την κριτική από τα αριστερά, που δέχονται τα κράτη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αφού «σθεναρά εξαιρούν από την ευρωπαϊκή ιθαγένεια τη μόνη δημοκρατική, νέα και όντως απελευθερωτική διάσταση, που αυτή μπορεί να έχει, με το άνοιγμά της σε όλους τους κατοίκους της ηπείρου, αλλοδαπούς και μη», κριτική χαρακτηριστικά εμπνευσμένη, όμως κατά τ’ άλλα, στα πλαίσια της πολύτιμης συνεισφοράς της αριστεράς στην ισχυροποίηση των «νέων» κυριαρχικών πυλώνων.

Το «νέο», λοιπόν, υπερβαίνει, ή οφείλει να υπερβεί το «παλαιό», σ’ αυτήν την φάση της «ολοκλήρωσης», ή μήπως η κατάσταση χαρακτηρίζεται από μια ελεγχόμενη στασιμότητα στην ζητούμενη, από σημαντικές μερίδες της κυριαρχίας, επίσπευση των διαδικασιών μετάβασης από το «εθνικό» στο «υπερεθνικό»;

Μ’ άλλα λόγια αφήνουμε πίσω μας τις κατασκευές ενός «αιώνιου χθες», της εθνικοποίησης της γλώσσας, και της διοίκησης και πορευόμαστε απερίσπαστοι ως πολίτες ενός παγκοσμιοποιημένου πλανήτη υποκλινόμενοι στον φαινομενικά οξύμωρο ταυτόχρονο θρίαμβο του ατομικισμού, στην άνευ όρων εξύψωση της «ευέλικτης» ατομικής ταυτότητας του ιδιώτη; (δεν υπάρχει πια κοινωνία, υπάρχουν άτομα, γυναίκες, άντρες και οικογένειες είχε «προφητεύσει» η Μ. Θάτσερ ήδη από τις 23-9-1987 σε συνέντευξή της στο Women’s Own Magazine).

Η αριστερά, νεομαρξιστική ή μη, έχει δώσει, όπως προείπαμε, διαχρονικά τις απαντήσεις της σ’ αυτά τα ζητήματα, ή έχει καθήκον να δώσει. Όπως με γλαφυρότητα υποστήριξε ο μαρξιστής διανοούμενος Αλτουσέρ, αναφερόμενος στη πάλη των ιδεών ως έκφανση της πάλης των τάξεων, αφού «καμία καρέκλα δεν είναι κενή», κάποιον πρέπει να σηκώσουμε για να κάτσουμε, αφού κενός χώρος δύσκολα βρίσκεται.

Οι αναρχικοί, βέβαια, δεν έχουν σκοπό να σηκώσουν κανέναν από την θέση του, είτε αυτό έχει να κάνει με τις ιδέες, είτε αυτό έχει σαν στόχο την κατανομή της εξουσίας. Η εξουσία μοιράζεται με πολλούς τρόπους, η κυριαρχία δομείται, συντηρείται και επεκτείνεται εμπλουτίζοντας τόσο το ιδεολογικό της περιεχόμενο, όσο και τους θεσμούς, τους μηχανισμούς που διαθέτει αλλά και τους εκφραστές της.

Είναι σημαντικό για εμάς να ξεκαθαρίζουμε με κάθε ευκαιρία αυτή την απλή θέση, την θετική και όχι την παθητική άρνησή μας, να αντιπαλεύουμε και την λεγόμενή συγκεντροποίηση της εξουσίας, αλλά και τις διαδικασίες επιμερισμού της, της κατανομής των ρόλων στις εξουσιαστικές σχέσεις που αναπαράγονται όσο υπάρχει κυριαρχία.

Κάθε μορφής εξουσία έχει μια διαρκή κατακτητική διάθεση απέναντι στους ανθρώπινους πληθυσμούς, στις katanomi_1κοινωνίες, στις ομάδες ή στις κοινότητες ανθρώπων με όποια χαρακτηριστικά και αν έχουν εμφανιστεί. Αυτή η κατακτητική διάθεση δυστυχώς δεν γίνεται αντιληπτή από τους εξουσιαζόμενους ανθρώπους με τον ίδιο τρόπο, αφού λόγου χάρη δεν εκλείπουν οι λογικές που διακρίνουν τους εξουσιαστές σε «καλούς» ή σε «κακούς», ή που χαρακτηρίζουν την οργανωμένη εξουσία «αναγκαίο κακό». Είναι, επίσης, κατανοητό στον καθένα ότι συχνά οι άνθρωποι όταν πιέζονται, όταν υπόκεινται στην κατακτητική διάθεση μιας εξουσίας που έχει επιλέξει να αυξήσει τον βαθμό της βιαιότητας, που ασκεί ποικιλοτρόπως, επιδιώκουν να αποφύγουν τα «χειρότερα» συμβιβαζόμενοι με τον έναν ή τον άλλον τρόπο. Μόνο που κάτι τέτοιο δεν οδηγεί στα επιθυμητά αποτελέσματα ακόμα και σ’ αυτήν την απλή επιστροφή στην προηγούμενη και θεωρούμενη πιο «ανεκτή» κατάσταση.

Το «απλό» έχει τόση σημασία όση και το «σύνθετο».

Αυτή η διαπίστωση γίνεται περισσότερο επίκαιρη όταν οι συνθήκες μεταβάλλονται, όταν οι μετασχηματισμοί της κυριαρχίας είναι πολυεπίπεδοι, σαρωτικοί, μοιάζουν να μην αφήνουν τίποτα στην προηγούμενη θέση. Σ’ αυτές τις περιπτώσεις, όταν δεν υπάρχει ένα στέρεο έδαφος να πατήσουν, όσοι αντιπαλεύουν τις κυριαρχικές επιδιώξεις, είναι ιδιαίτερα δύσκολο να αποφύγουν να εμπλακούν για λιγότερο ή περισσότερο σε μια κατάσταση σύγχυσης, που δεν χρειάζεται να ψάξει κανείς ιδιαίτερα για να ανακαλύψει ποιον ή ποιες καταστάσεις ωφελεί.

Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελούν τα λεγόμενα ατομικά, πολιτικά και κοινωνικά δικαιώματα. Είναι μήπως αυθαίρετη η άποψη πολλών αναρχικών ότι ενίοτε αποτέλεσαν την καύσιμη ύλη για τους κυριαρχικούς σχεδιασμούς και άλλοτε αποτέλεσαν και αποτελούν εμπόδια στη συγκυρία της αναδιάρθρωσης των κυριαρχικών δομών και θεσμών, οπότε με την ίδια ευκολία παρακάμπτονται ή καταργούνται από εκείνους που τα παραχώρησαν;

Του λόγου το αληθές δεν αναιρείται βέβαια από την γνωστή επωδό που μονότονα επαναλαμβάνει ότι τίποτα δεν παραχωρήθηκε αλλά τα πάντα κερδήθηκαν με αγώνες και με αίμα. Η πολιτική γνωρίζει να εξαπατά διαστρεβλώνοντας την πραγματικότητα. Όσοι αγωνίστηκαν είτε ηθελημένα είτε αθέλητα όχι για να καταστραφεί η κυριαρχία, αλλά για να διαπραγματευτούν τους όρους επιβολής της, με όση σφοδρότητα ή αυτοθυσία και αν το έκαναν δεν σημαίνει ότι δικαιώνονται. Μήπως άραγε δεν έχουμε άπειρα ιστορικά παραδείγματα που εξουσιαστές, βασιλιάδες ή αυτοκράτορες, πρωθυπουργοί ή υπουργοί δεν φυλακίστηκαν ή ακόμα και δολοφονήθηκαν επειδή απλά το καθεστώς άλλαξε «παντιέρα»; Και βέβαια έχουμε. Δεν δικαιώνεται, λοιπόν, η άποψη οποιουδήποτε προσώπου, επειδή βρίσκεται στην φυλακή, διώκεται από το καθεστώς ή ακόμα έχει χάσει την ζωή του, δηλαδή μόνο και μόνο επειδή έχει τα «παράσημα» του αντιφρονούντα.

Ο Μιχαήλ Μπακούνιν (Μερικές προϋποθέσεις για την κοινωνική επανάσταση) είχε με οξύνοια διατυπώσει την άποψη ότι οι εξεγερμένοι είναι ικανοί να επιτύχουν ηρωικά και φανερά αδύνατα κατορθώματα, ενώ εμφανίζουν ένα πάθος για καταστροφή. Αυτό το αρνητικό, όπως το χαρακτηρίζει πάθος, απέχει πολύ απ’ το να είναι αρκετό για να φτάσει στα ύψη του επαναστατικού σκοπού παρ’ ότι χωρίς αυτό η επανάσταση είναι αδύνατη. Είχε επίσης επισημάνει το γεγονός –αλλά και τις επιπτώσεις του– ότι η φτώχεια κι η απόγνωση εξακολουθούσαν στην εποχή του (αναμφισβήτητα και στην δική μας) να μην είναι αρκετές για να γεννήσουν την κοινωνική επανάσταση: «για να γίνει αυτό είναι απαραίτητο να εμπνέονται οι άνθρωποι απ’ ένα παγκόσμιο ιδεώδες, αναπτυγμένο ιστορικά μέσα στα ενστικτώδη άδυτα των λαϊκών αισθημάτων, απλοποιημένο και ξεκαθαρισμένο από μια σειρά γεγονότα και δυνατές και πικρές εμπειρίες».

Την ευρύτερη περίοδο που διανύουμε έχουμε πληθώρα παραδειγμάτων, όπου οι σημαντικές κυριαρχικές επιδιώξεις επιτυγχάνονται από την εκμετάλλευση μιας κοινωνικής ταραχής που ξεσπά, αναμενόμενα ή μη, σε ορισμένο κοινωνικό χώρο ή σε κοινωνικούς χώρους που έχουν μια στενή ή ευρύτερη συνάφεια (πολιτιστική, κοινωνική, γεωπολιτική κοκ).

Επίσης, έχουμε διαπιστώσει σε αρκετές περιπτώσεις, που αφορούσαν την λεγόμενη κατάρρευση του ανατολικού μπλοκ κυριαρχίας στην μετά το 1989 φάση της παγκοσμιοποίησης, ότι μια «τεχνητή» κοινωνική αναταραχή κάλλιστα μπόρεσε να επιταχύνει τους ευρύτερους κυριαρχικούς σχεδιασμούς.

Στον ελλαδικό χώρο με αφορμή την λεγόμενη κρίση, τόσο η επίδειξη σκληρότητας προς τον κοινωνικό χώρο όσο και η διευθέτηση των όρων της διάδοχης κατάστασης ανάμεσα στις εξουσιαστικές μερίδες όσο ανταγωνιστική και αν παρουσιάζεται, δεν πρέπει να αφήνουν περιθώρια για αυταπάτες.

Η κατανομή της εξουσίας δεν είναι ταμπού για την κυριαρχία, κάθε άλλο μάλιστα. Το γνωρίζουν καλά αυτό οι αριστεροί παραστάτες της και έχουν κάθε λόγο να ανταποκριθούν στα «νέα» τους καθήκοντα, ή μάλλον πρώτα απ’ όλα στα παλαιά. Παραστέκονται ίσως με λίγο περισσότερη αλαζονεία απ’ ότι δικαιολογούν οι περιστάσεις, αλλά αυτό δεν αποτελεί δική τους καινοτομία.

Φθάνει να τους γράψουμε στα παλαιότερα των υποδημάτων μας; Μάλλον όχι. Αξίζουν κάτι περισσότερο, ας μην τους το αρνηθούμε…

Συσπείρωση Αναρχικών

Από την αναρχική εφημερίδα ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ, φ. 134, Ιανουάριος 2014
Both comments and trackbacks are currently closed.