Υπερταξικό Μεθύσι [1]

Όπως έχουμε ήδη αναφέρει, θεωρούμε πως οι αναρχικοί οφείλουν –και πρώτα απ’ όλα στους εαυτούς τους– να παίρνουν ξεκάθαρη θέση για ζητήματα που άπτονται των κοινωνικών απελευθερωτικών αγώνων, αλλά και όσων τραγελαφικών γίνονται ηθελημένα ή άθελα ανάχωμά τους. Στην κατεύθυνση, λοιπόν, αυτή δεν πρέπει να αποτελέσει τροχοπέδη στον λόγο τους η μικρή ή μεγάλη πιθανότητα οιασδήποτε κριτικής. Εξ άλλου, οι αναρχικές ομάδες δεν γράφουν όσα γράφουν, για να γίνουν ευχάριστες ή δυσάρεστες σε οικείους και αγνώστους, ούτε βεβαίως αυτοπαγιδεύονται στα πλαίσια του «παρεϊσμού», που σαν ανίατη ίωση ταλαιπωρεί εδώ και χρόνια τον λεγόμενο χώρο. Ό,τι είναι να ειπωθεί λοιπόν, οφείλει να λέγεται δημόσια και όχι μεταξύ «τυρού και αχλάδος» στο περιθώριο μιας κινηματικής οινοποσίας. Αλλά, ας γίνουμε πιο συγκεκριμένοι.

Ας υποθέσουμε πως κάποιος μετοικεί στην νοτισμένη συμπρωτεύουσα (όχι ότι το φαινόμενο που περιγράφουμε παρακάτω δε συμβαίνει σε άλλες πόλεις, αλλά η Θεσσαλονίκη είναι ίσως το πλέον χαρακτηριστικό παράδειγμα), είτε –ως επί το πλείστον– για σπουδές είτε για λόγους προσωπικούς ή εργασίας. Ας υποθέσουμε επίσης πως ο συγκεκριμένος άνθρωπος –το φύλο του μας είναι αδιάφορο– δεν έχει έρθει σε άμεση τουλάχιστον επαφή ως τώρα με αναρχικούς ή αντιεξουσιαστές και διαθέτει τις αγαθότερες των προαιρέσεων για τους κοινωνικούς απελευθερωτικούς αγώνες. Πλην ελαχίστων εξαιρέσεων∙ τι του προτείνει ο λεγόμενος «χώρος» να κάνει; Την Δευτέρα να πάει σε ένα κινηματικό μεζέ-μπαρ(sic), την Τρίτη να παρακολουθήσει μια συζήτηση στην κατάληψη τάδε, στην οποία μπορεί να λάβει μέρος πίνοντας το ποτό του στο μπαρ, την Τετάρτη να διασκεδάσει σ’ ένα πάρτι στα πανεπιστήμια, καταναλώνοντας ζύθον και ξανθόν ρητινίτην[2], την Πέμπτη μια απ’ τα ίδια κάπου αλλού και πάει λέγοντας. Τα πάντα συνταιριάζονται με αλκοόλ, αν και αξίζει να σημειωθεί πως τελευταία η «απελευθερωτική» κινηματική πρόταση δεν σερβίρεται μόνον «ξεροσφύρι», αλλά συνοδεύεται –άμα τη επιθυμία του παραγγέλλοντος– και μ’ εκλεκτούς μεζέδες. Τι άλλο να ζητήσει κανείς;

Το πρώτο επιχείρημα που ίσως θα πρόβαλε κάποιος, αν ήθελε να διαφωνήσει με την συγκεκριμένη τοποθέτηση μας, θα ήταν πως πολλές απ’ τις κινηματικές κρασοκατανύξεις λαμβάνουν χώρα για καλό σκοπό, μιας και τα έσοδα καλύπτουν δαπάνες κρατουμένων του λεγόμενου χώρου. Θεωρούμε πως μια τέτοιου είδους συνεισφορά οφείλει να συνοδεύεται και από ανυστερόβουλα κίνητρα. Με άλλα λόγια, αν θέλεις να ενισχύσεις τον τάδε πολιτικό κρατούμενο(sic), βγάλε απ’ την τσέπη σου ό,τι προαιρείσαι και άφησε τα στο κυτίο ενίσχυσης ή στο κράνος, όπως τουλάχιστον συνέβαινε σε πιο «αθώες» εποχές. Επίσης, μπορείς να συνεισφέρεις αγοράζοντας –εάν και όπου, φυσικά, υπάρχουν– βιβλία και άλλα έντυπα των ομάδων που οργανώνουν την βραδιά αλληλεγγύης. Είναι δυνατόν, για να καταθέσεις τον οβολό σου, να προϋποθέτεις πως πρέπει να σου πουλήσουν αλκοόλ; Σε αυτή την περίπτωση δεν λέγεσαι σύντροφος ή φίλος, αλλά πελάτης. Αν οι παραστάτες του κινήματος δεν ενοχλούνται από τέτοιου είδους πελατειακές σχέσεις, είναι δικό τους πρόβλημα. Εξ άλλου, κατά δήλωση τους, είναι πολιτικά όντα και ως γνωστόν στην πολιτική όλα επιτρέπονται.

Επίσης, θα μπορούσε κάποιος ν’ αναφέρει ως αντεπιχείρημα ότι και στο παρελθόν γίνονταν συναυλίες αλληλεγγύης και πως το αλκοόλ που πουλιόταν εκεί έρεε εξ ίσου άφθονο. Σωστά. Ωστόσο, αν υπήρξε κάτι στραβό σε περασμένες δεκαετίες, έπρεπε κάποιοι να το πάρουν και να το ξεχειλώσουν στο έπακρον; Διότι, αυτό που συνέβαινε τότε σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να συγκριθεί σε συχνότητα (για μην πούμε μονιμότητα) με αυτό που όλοι βλέπουμε πως συμβαίνει σήμερα. Μα, απ’ την άλλη βέβαια, οι πολιτικοί κρατούμενοι (sic) είναι πλέον πολύ περισσότεροι∙ πώς να μαζευτούν αλλιώς τόσα χρήματα; Εύλογο το ερώτημα. Υπάρχουν και τα μεροκάματα ξέρετε, αλλά ως γνωστόν όσοι διαβιούν μέσα στην μισθωτή σκλαβιά είναι, για κάποιους «αναρχικούς ληστές», «υπήκοοι» και «πιόνια του συστήματος». Ας μην ξεχνάμε, ωστόσο πως αυτοί γίνονται ως συνήθως οι πρώτοι που άμα τη σύλληψη και καταδίκη τους ψάχνουν για μεροκάματα στην φυλακή. Είπαμε, όμως∙ είναι πολιτικά όντα…

Πιθανόν επίσης, να ισχυριστούν οι διαφωνούντες πως έτσι και αλλιώς όποιος έρθει σε μια συναυλία ή ένα πάρτι θα θέλει να πιει. Οπότε, γιατί να αγοράσει το αλκοόλ του απ’ το σούπερ μάρκετ ή το περίπτερο και να μην το προμηθευτεί απ’ τον κινηματικό πάγκο ή μπαρ; Η απάντηση φυσικά είναι απλούστατη. Αν ο οποιοσδήποτε επιθυμεί ν’ αγοράσει αλκοόλ, για να πιεί λίγο ή να «κάνει κεφάλι» ή και να μεθύσει, είναι ζήτημα προσωπικό του και αντικείμενο μιας πολύ ευρύτερης συζήτησης, που άπτεται του θέματος της νάρκωσης και των εξαρτήσεων[3]. Εδώ όμως ομιλούμε για το τί προτείνουν άνθρωποι που αυτοπροσδιορίζονται ως αναρχικοί/αντιεξουσιαστές σε συνανθρώπους τους, ως τμήμα της συνολικής τους πρότασης προς την σκλαβωμένη κοινωνία. Και για να μην γίνουμε κουραστικοί, αν θέλει κάποιος να πιει αλκοόλ, ας το πάρει απ’ το ψιλικατζίδικο, την κάβα ή απ’ οπουδήποτε επιθυμεί∙ όχι από εγχειρήματα αναρχικών/αντιεξουσιαστών, ακόμη και αν οι απόψεις πολλών εξ αυτών μόνο συνώνυμες με τον αυτοπροσδιορισμό τους δεν είναι.

Υπερταξικό Μεθύσι_Για όσους βιαστούν να μας χαρακτηρίσουν ηθικολόγους, που εδώ θέλουν να κάνουν ένα κήρυγμα,[4] θα θέλαμε να τονίσουμε ότι δεν αναφερόμαστε σε όσους έχουν ένα μαγαζί γενικώς∙ για παράδειγμα, ένα καφενείο. Είναι ένας τρόπος διασκέδασης, που έχει να κάνει με τις προτιμήσεις του καθενός. Για μας υπάρχει αντίφαση στο γεγονός ότι κάποιοι επιμένουν να συνδυάζουν τη συγκέντρωση χρημάτων, ακόμη και για την οικονομική ενίσχυση φυλακισμένων,  με την πώληση αλκοόλ και τη διασκέδαση, ντύνοντάς τα μάλιστα και με ένα αναρχικό προπέτασμα. Δυστυχώς, όταν κάποιος είναι αναγκασμένος να αντιπαρατεθεί με τους κρατικούς μηχανισμούς και δη τα δικαστήρια, χρειάζονται χρήματα. Όταν όμως απαιτούνται για τέτοιους σκοπούς, είναι αρκετό να βγάζει ο καθένας απ’ την τσέπη του όσα διαθέτει και να τα δίνει, χωρίς να ζητά κάποιο αντάλλαγμα. Το υπαγορεύει η αλληλεγγύη. Δεν χρειάζεται καν να γίνει γνωστό με ένα εντυπωσιακό συμβάν. Για δεκαετίες οι αναρχικοί ανέπτυξαν τέτοιου είδους αντανακλαστικά, που απέδειξαν ότι διαθέτουν και τιμιότητα και ήθος, που πραγματικά στέκουν απέναντι σε οποιαδήποτε διαμεσολάβηση και κέρδος. Αρκούσε η εμπιστοσύνη μεταξύ συντρόφων. Δεν προτείνουμε, λοιπόν, κάτι νέο, αλλά θυμίζουμε μία παλιά καλή πρακτική, που τείνει να ξεχαστεί, αν δεν ξεχάστηκε ήδη. Θα θυμίσουμε, επίσης, ότι παλιότερα ήταν σχεδόν αυτονόητο –κατά κάποιον τρόπο– οι συλληφθέντες να κατηγορούνται για τη συμμετοχή τους σε βίαιους κοινωνικούς αγώνες. Συλλαμβάνονταν σε πορείες και δήλωναν αναρχικοί για τη συμμετοχή τους σε αυτές ουκ ολίγες φορές. Τέτοιου είδους ειδήσεις επίσης έχουμε πάψει σχεδόν να μαθαίνουμε∙ μοιάζουν πλέον με ιστορικά γεγονότα.

Όποιοι θέλουν να εξαργυρώσουν με οποιονδήποτε τρόπο την αντιεξουσιαστική τους ταυτότητα, ακολουθώντας μάλιστα τον τρόπο σκέψης οποιουδήποτε εξουσιαστή για «καλούς σκοπούς», πέφτουν εκ των πραγμάτων σε μια ταυτολογία. Πιστεύουν ότι υπάρχει και αντιεξουσιαστικό κέρδος, που αντιτίθεται στο εξουσιαστικό, για παράδειγμα. Αυταπατώνται πως υπάρχουν και εξουσιαστικές πράξεις, όπως η αποβλάκωση των ανθρώπων, που αν τις κάνεις με διαφορετικό τρόπο, πιο εναλλακτικό ή για διαφορετικούς σκοπούς, θα αντιστραφούν οι όροι και η πλάστιγγα θα γυρίσει υπέρ της αντι-εξουσίας. Θα βαφτίσουμε το κρέας ψάρι, για να μην «αμαρτήσουμε» (=σφάλουμε), αν προτιμούν κάποιοι στο πιο αρχαιοπρεπές. Όχι, ο σκοπός δεν αγιάζει τα μέσα. Επίσης, κάποιοι συχνά παγιδεύονται στη σκέψη ότι οι πολλοί και οι «παλιοί» έχουν δίκιο∙ αφού αυτοί το λένε, κάτι θα ξέρουν. Όχι, δεν είναι έτσι. Και ένας μόνος του μπορεί να έχει δίκιο, όποιας ηλικίας κι αν είναι. Η εντιμότητα και οι αγνές προθέσεις δεν είναι θέμα ψήφου. Γι’ αυτό και πάντοτε τονίζουμε ότι η Αναρχία δεν έχει καμία σχέση με την πολιτική και τη δημοκρατία οποιουδήποτε είδους∙ άμεση, έμμεση, εντός-εκτός και επί τα αυτά.

Να υπενθυμίσουμε, ειρήσθω εν παρόδω, πως οι πλείστοι των κινηματιών ισχυρίζονται πως τα αναρχικά/αντιεξουσιαστικά βιβλία και έντυπα δεν πρέπει να έχουν χρηματικό αντίτιμο, διότι όπως δηλώνουν «δεν πουλούν τις ιδέες τους». Προφανώς, βρίσκουν τα χρήματα για τα όποια έντυπα μοιράζουν αφειδώς και «αφιλοκερδώς», πουλώντας αλκοόλ και διασκέδαση μέσα απ’ τα «απελευθερωτικά» εγχειρήματα που ήδη αναφέρθηκαν. Εδώ μάλλον βρίσκει εφαρμογή και η νεότευκτη κινηματική ρήση, «το κέρδος ενάντια στο κέρδος». Η άνωθι άποψη μοιάζει τόσο λογική, όσο το να επιτίθεσαι σε ένα άρμα μάχης οπλισμένος με μπανάνα. Για τους αναρχικούς το ζήτημα είναι ξεκάθαρο απ’ την εποχή μάλιστα των πρώτων αναρχικών εντύπων που κυκλοφόρησαν. Αφ’ ενός τα αντίτιμα καλύπτουν τις τρέχουσες εκδόσεις και αφ’ ετέρου χρηματοδοτούν επανεκδόσεις όπως και νέα εκδοτικά εγχειρήματα απελευθερωτικής στόχευσης. Αλήθεια, φαντάζεστε τον γερο-Μαλατέστα να διοργανώνει μεζέ-μπαρ, για να καλύψει τα έξοδα τύπωσης μιας μπροσούρας; Αλλά στο βυθιζόμενο κινηματικό σαπιοκάραβο, όπου οι πολιτικές τσιχλόφουσκες συγκρατούν τα σαθρά στεγανά, δεν υπάρχει χρόνος για τέτοιες σκέψεις.

Είμαστε της άποψης και τολμάμε να το πούμε δημόσια ότι η αισθητική, που θέλει να επιβάλει τη συνήθεια της ταύτισης ανθρώπων συγκεκριμένου στυλ με την ίδια την Αναρχία, φτιάχνει παγίδες. Είναι καλό να μη μένουμε στους τύπους και στο φαίνεσθαι, γιατί η εμβάθυνση της σκέψης και όχι το θέαμα και η οφθαλμαπάτη είναι αυτά που ανοίγουν δρόμους προς απελευθερωτικές διαδικασίες. Μέσα σε ελάχιστα χρόνια κάποια πράγματα έφτασαν να θεωρούνται δεδομένα και σα να συνέβαιναν πάντα έτσι. Όχι, δε συνέβαιναν πάντα έτσι. Υπάρχουν πολλοί τρόποι να δείξουμε την αλληλεγγύη μας. Ένα όμως οφείλουμε (στον εαυτό μας, πρώτα απ’ όλα) να είναι το κίνητρό μας: η βαθιά εντιμότητα και η αγάπη για την ελευθερία, μακριά από τα δεσμά του κράτους και του πολιτισμού. Είναι απλό, αλλά τόσο δύσκολο. Γι’ αυτό, δε θα κουραστούμε να το επαναλαμβάνουμε. Η ουσία της ζωής, άρα και η Αναρχία, δεν είναι ζήτημα πλειοψηφίας∙ είναι ζήτημα προσωπικής επιλογής και προσπάθειας. Η κραυγή της ελευθερίας δεν είναι ένας ακόμη αστικός θόρυβος. Μπορεί να σου τρυπήσει τα τύμπανα, αν την αγνοήσεις. Δε διασκεδάζει σε άνοστες χοροεσπερίδες∙ μεθάει με απελευθερωτικό πνεύμα και όχι οινόπνευμα.

σύντροφοι για την Αναρχική απελευθερωτική δράση


[1] Ο τίτλος είναι παραφθορά της εν Ελλάδι συλλογής διηγημάτων του Charles Bukowski, Υπεραστικό Μεθύσι (1987)
[2] Έτσι ονομάτιζε την ρετσίνα ο σκιαθίτης λογοτέχνης Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης
[3] Για τους αναγνώστες της ΔΙΑΔΡΟΜΗΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ είναι πασίδηλο πως σε κάθε φύλλο εμπεριέχεται μια ξεκάθαρη τοποθέτηση της Αναρχικής Αρχειοθήκης για την γενίκευση της κρατικής καταστολής μέσω της εξάρτησης απ’ τις κάθε είδους ουσίες. Φυσικά και μας εκφράζει απόλυτα.
[4]Δεν είμαστε δογματικοί και κατανοούμε ότι, όταν συντρέχουν σοβαροί λόγοι υγείας ενός φίλου ή συντρόφου ή για να μην προφυλακιστεί ένας σύντροφος πρέπει άμεσα να συγκεντρωθεί ένα μεγάλο ποσό, τότε θα πρέπει να επισπευστεί η πληροφόρηση για το γεγονός και να επιδιωχθεί η κινητοποίηση όσο το δυνατόν περισσότερων ανθρώπων, που θα σταθούν αλληλέγγυοι. Είμαστε όμως αντίθετοι στο να θεωρούνται τα πάρτι και η κατανάλωση αλκοόλ ως ο μόνος τρόπος για αυτό το σκοπό.
Both comments and trackbacks are currently closed.