Τούτ’ οι μπάτσοι που ’ρθαν τώρα… στο σχολειό μας

Ο Γυμνασιάρχης προχώρησε μπροστά φώναξε τ’ όνομα μου και με κάλεσε να βγω απ’ την γραμμή και να πάω κοντά του.[…] Αυτός, πολύ σοβαρός, άνοιξε το σακουλάκι κι άδειασε πάνω στο βρεγμένο πλακόστρωτο κάτι μεγάλα, άσπρα και μυτερά χαλίκια. Μετά με διέταξε να γονατίσω πάνω στα χαλίκια και ο γυμναστής ήρθε και μ’ έσπρωξε επίτηδες για να με ζοχαδιάσει.[…] Στην συνέχεια ο γυμναστής μ’ άρπαξε από πίσω και με ακινητοποίησε και πριν προλάβω να καταλάβω τι γίνεται, ο Γυμνασιάρχης τράβηξε απ’ την τσέπη του ένα μεγάλο μπαρμπέρικο ψαλίδι και μου ’ριξε μια γερή μασητή ψαλιδιά ψηλά στο μέτωπο και μου ’φαγε όλο το κοκοράκι.[1]

Νίκος Νικολαΐδης, «Γουρούνια στον Άνεμο»

Είναι γεγονός πως η μεθοδολογία της κρατικής καταστολής ευρύνεται ή συρρικνώνεται ανάλογα με τα εκάστοτε σκοπούμενα των εξουσιαστών, αλλά κυρίως σύμφωνα με την δυναμική των κοινωνικών αγώνων, εάν και εφ’ όσον αυτοί λειτουργούν αντικρατικά και ανεξέλεγκτα. Τις τελευταίες μέρες, γνωστοποιήθηκε απ’ τα μ.μ.ε πως έγινε «επίσκεψη» μπάτσων σε σχολεία, αλλά και κλήση διευθυντών για «τυπική» κουβέντα με τους αρμόδιους αξιωματικούς της ΕΛ.ΑΣ. Σε σχολείο του Κερατσινίου, μάλιστα, μαθητές σύρθηκαν μέχρι το αστυνομικό τμήμα της περιοχής και ανακρίθηκαν για την συμμετοχή τους σε σχολική κατάληψη του περασμένου Οκτώβρη.

Θεωρούμε πως οι συγκεκριμένες κινήσεις του κράτους δεν προέκυψαν ως «κεραυνός εν αιθρία»∙ ούτε καν ως μπόρα ξαφνική. Αντιθέτως, μάλιστα, αποτελούν μια ακόμη κατασταλτική πρακτική, την οποία πρώτα απ’ όλα ξανάβγαλε απ’ το συρτάρι η εκκωφαντική σιωπή των κοινωνικών αγώνων. Όπως έχουμε πολλές φορές αναφέρει, το μακρύ χέρι του κράτους φθάνει μέχρι εκεί που οι αγωνιζόμενοι άνθρωποι του δίνουν την δυνατότητα να φθάσει. Είτε, λοιπόν, μιλάμε για την Ρώμη των Γράκχων είτε για την Αθήνα του Σαμαρά, η πρόθεση της κυριαρχίας για απόλυτο κοινωνικό έλεγχο είναι δεδομένη. Αυτό που αλλάζει είναι οι τρόποι και τα μέσα καταστολής. Με άλλα λόγια, αν μπορούσε το ελλαδικό ή και οποιοδήποτε κράτος να διατηρεί σε μόνιμη βάση έναν ένστολο μπάτσο σε κάθε σχολική αίθουσα, θα το ‘χε ήδη πράξει. Εξάλλου στον ευρωπαϊκό βορά, αλλά και σε άλλες πολιτισμένες ανά την υφήλιο επικράτειες, ο «μεγάλος αδερφός» δηλώνει παρών εκτός των άλλων και σε ουκ ολίγα σχολικά κτήρια, μιας και αυτά καλύπτονται απ’ άκρη σε άκρη με κάμερες παρακολούθησης. Κάθε, λοιπόν, βήμα οπισθοχώρησης των αγωνιζομένων, είναι βέβαιο πως θα φέρει δυο βήματα εμπρός την κρατική καταστολή, είτε ξεσκονίζοντας πολυκαιρισμένες πρακτικές είτε επινοώντας νέες, αλλά ακόμη και συνδυάζοντας το «παλιό και δοκιμασμένο» με το «νέο και πολλά υποσχόμενο».

Αν δούμε τα πράγματα ως οφείλουμε, ψύχραιμα και αντικειμενικά, θα διαπιστώσουμε πως παρόμοιες πρακτικές ουδέποτε έπαψε να χρησιμοποιεί το ελλαδικό κράτος. Ίσως να έμειναν, όπως αναφέραμε προηγουμένως, σε εφεδρεία για μικρά χρονικά διαστήματα, αλλά, αν ανατρέξουμε σε απτά παραδείγματα, διαπιστώνουμε πως τέτοιες μορφές κρατικής βίας δεν έπαψαν ποτέ να συμβαίνουν. Ποιος άλλωστε, αμφισβητεί ότι οι περισσότεροι εκ των διευθυντών/-τριών, ενημέρωναν το οικείο τους αστυνομικό τμήμα για «αποκλίνουσες συμπεριφορές», αλλά και για το ποιος, πώς και γιατί «πρωτοστατεί» στην τάδε ή στην δείνα σχολική κατάληψη; Αν το ρουφιανιλίκι, με άλλα λόγια το πολιτικό αλισβερίσι ανάμεσα στον επικεφαλής σχολικό ανθρωποφύλακα και την αστυνομία, συμβαίνει μέσω επίσημων κρατικών εγγράφων και όχι εν κρυπτώ, αλλάζει επί της ουσίας κάτι; Ας μην εθελοτυφλούμε. Όσον αφορά πάλι τις διώξεις μαθητών για «βανδαλισμούς» και καταστροφές, είναι μια φαρσοκωμωδία που η εν Ελλάδι Θέμιδα αρέσκεται συχνά πυκνά να παρακολουθεί, αν και διαχρονικά διαλαλεί με περηφάνια την τυφλότητα της.

Τα παραδείγματα για την σχέση αστυνομίας-σχολικής διεύθυνσης θα μπορούσαν να γεμίσουν ολόκληρες βιβλιοθήκες. Εξ άλλου, στο εξουσιαστικό σύμπαν των κρατιστών είναι απόλυτα λογικό να προσφεύγουν στην βοήθεια μιας πιο οργανωμένης κατασταλτικής αρχής, όταν οι πράξεις αλλά και οι δυνατότητες των αγωνιζομένων τους ξεπερνούν. Όπου, λοιπόν, δεν μπορεί ο διευθυντής, επιχειρεί ο μπάτσος. Το θεμελιώδες ζήτημα για εμάς εντοπίζεται στο εάν και σε τι βαθμό μπορούν οι κρατιστές να προκαλέσουν φόβο σε όσους μαθητές τουλάχιστον ακόμη αγωνίζονται ακηδεμόνευτα. Δεν έχει, λοιπόν, καμία σημασία αν αποβληθείς, αν χάσεις τις «σπουδαίες» πανελλαδικές εξετάσεις ή αν σε πλησιάσουν οι ασφαλίτες στο σχολικό προαύλιο για «φιλική κουβεντούλα». Το σημαντικό είναι να μην επιτρέψεις στο φόβο να κερδίσει.

Αν όμως ο φόβος είναι το μικρόβιο της κυριαρχίας, η πολιτική είναι το κατάλληλο περιβάλλον που ευνοεί την εξάπλωσή του από ξενιστή σε ξενιστή. Εφ’ όσον, λοιπόν, διεκδικείς ένα καλύτερο, δημοκρατικότερο και πιο σύγχρονο σχολείο, δεν κάνεις τίποτε άλλο απ’ το να παζαρεύεις καλύτερους όρους σκλαβιάς τόσο για σένα, όσο και για τους υπόλοιπους σκλάβους των σχολικών κελιών. Και αυτό σίγουρα λέγεται πολιτική. Αν μάλιστα εντρυφήσεις στην πολιτική εκπροσώπηση των συμμαθητών σου, είναι πολύ πιθανόν να γίνεις ακόμη και πρόεδρος του δεκαπενταμελούς συμβουλίου. Και πού ξέρεις, μια μέρα ακόμη και υποψήφιος πρωθυπουργός…

σύντροφοι για την Αναρχική απελευθερωτική δράση


[1]Το περιστατικό αποτελεί προσωπική εμπειρία του σκηνοθέτη και συγγραφέα Ν. Νικολαΐδη. Η χυδαία κατασταλτική αντίδραση των σχολικών ανθρωποφυλάκων, συνέβη ως απάντηση της εξουσίας σε αποχή μαθητών του εξατάξιου Γυμνασίου της Αθήνας, όπου φοιτούσε ο ίδιος εν έτει 1955.

Both comments and trackbacks are currently closed.