Η κρυφή πνοή της άγριας φύσης

agr_fysiΣτις 7 Σεπτεμβρίου του 1936, σε έναν ζωολογικό κήπο της μακρινής Αυστραλίας, αφήνει την τελευταία του πνοή ένα «παράξενο» ζώο. Πρόκειται για το θηλαστικό Τhylacine, γνωστότερο ως «Λύκος της Τασμανίας» ή «Τίγρης της Τασμανίας», πιθανότατα λόγω των μελανών λωρίδων που έφερε, κυρίως στο πίσω μέρος του κορμού του. Όχι, δεν ήταν μόνο ένα από τα απειράριθμα φυλακισμένα ζώα που πέθαναν ή και επρόκειτο να πεθάνουν σε κατάσταση αιχμαλωσίας προς τέρψη των πλέον χαλεπών ενστίκτων τού πολιτισμένου ανθρώπου. Αυτός ο Τίγρης της Τασμανίας ήταν, κατά τα φαινόμενα, και ο τελευταίος του είδους του.

Επρόκειτο για ένα σαρκοφάγο θηλαστικό, νυχτόβιο, ντροπαλό με τους ανθρώπους, με το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό πως έφερε μαρσιποφόρο σάκο για το μεγάλωμα των μικρών του. Οι πρόγονοί του εικάζεται πως ζούσαν στην αυστραλιανή ήπειρο για πάνω από τρία εκατομμύρια χρόνια. Το συγκεκριμένο είδος μετρούσε ήδη δεκάδες χιλιετίες αρμονικής συνύπαρξης με το σύνολο του φυσικού περιβάλλοντος. Είναι σχεδόν βέβαιο πως πολλές απ’ τις ελεύθερες φυλές των Αβορίγινων θεωρούσαν την παρουσία του ιερή και μάλιστα αποτέλεσε και πηγή έμπνευσης για τις απροσδιόριστες χρονικά τοιχογραφίες τους.[1] Ο Τίγρης της Τασμανίας λοιπόν βίωνε ανεμπόδιστα την ελευθερία του, δίχως αυτή ποτέ να απειληθεί απ’ τους απολίτιστους ανθρώπους των ελεύθερων κοινοτήτων.

Ώσπου μια μέρα τού 1770 πάτησε το πόδι του στην ακτή ο ναύαρχος James Cook[2]. Μέσα σε λίγες δεκαετίες ο πολιτισμός, με όλα του τα δεινά, κάλυψε απ’ άκρη σε άκρη την κατεκτημένη ήπειρο. Χιλιάδες είδη θηλαστικών και πτηνών εξολοθρεύτηκαν, τόσο με την εισαγωγή ζωικών ειδών ξένων προς την φυσική αρμονία της ντόπιας βιοποικιλότητας, όσο και με το μοχθηρό ξεπάστρεμά τους με πυροβόλα όπλα, παγίδες και δηλητήρια. Ό,τι διέφυγε του μακελέματος αφανίστηκε απ’ τις νέες ασθένειες που έφεραν οι κατακτητές, για τις οποίες τα γηγενή πλάσματα δεν διέθεταν επαρκή αντισώματα. Οι πολιτισμένοι κατακτητές δεν λησμόνησαν, εκ των υστέρων βεβαίως, να κηρύξουν ειδικούς θεσμούς και υπηρεσίες για την «προστασία» των άγριων ζώων, όπως επίσης και την σύσταση επιστημονικών ομάδων που μελετούν μέχρι και το ενδεχόμενο κλωνοποίησης(!) του Τίγρη της Τασμανίας, αλλά και άλλων ειδών.

Το Thylacine, λοιπόν, όσον αναφορά την παρουσία του στην αυστραλιανή ενδοχώρα, ήταν ήδη στα πρόθυρα εξαφάνισης απ’ τα μέσα του 1920. Ένας αριθμός μόνο κατάφερνε να επιβιώνει με δυσκολίες στο νησί της Τασμανίας. Όχι όμως για πολύ. Μια μεγάλη κτηματομεσιτική, η Van Diemen’s Land company, δίχως δεύτερη σκέψη, επικήρυξε τον Τίγρη της Τασμανίας, δίνοντας αμοιβή μία λίρα για κάθε ενήλικο ζώο και δέκα σελίνια για κάθε μικρό του. Η ανταπόκριση ήταν μεγάλη. Μια ολόκληρη χρυσή λίρα για ένα ζώο που δεν μοιάζει και πολύ με κατοικίδιο σκύλο, δεν σου φυλάει το σπίτι, δεν θα σου φέρει ποτέ τις παντόφλες… Κυνηγοί κεφαλών, αλλά και απλοί αγρότες, ξεχύθηκαν οπλισμένοι σε κάθε τεταρτημόριο του νησιού με διόλου καλές διαθέσεις. Το αποτέλεσμα ήταν η γενοκτονία 2.184 Τιγρόλυκων, αν και πιστεύεται πως ο αριθμός υπήρξε ακόμη μεγαλύτερος.

Τα ελάχιστα ζώα που διέφυγαν των πολιτισμένων κεφαλοκυνηγών αιχμαλωτίστηκαν και επιδεικνύονταν ως «ιδιότροπο θέαμα» σε ζωολογικούς κήπους ανά την υφήλιο. Όπως πάντα, οι κρατιστές, πρωτοπόροι στο μακάβριο χιούμορ, προσπάθησαν να αναπαράγουν το Thylacine σε κατάσταση αιχμαλωσίας με πενιχρά, όπως ήταν αναμενόμενο, αποτελέσματα. Ο χυδαίος κυνισμός του αυστραλιανού κράτους συνεχίζεται μέχρι και τις μέρες μας, αφού δαπανά ετησίως δεκάδες εκατομμύρια δολάρια, για να διερευνήσει το ενδεχόμενο της ύπαρξης εν ζωή Τιγρόλυκων. Ευτυχώς δεν έχουν βρει κανέναν ακόμη και ελπίζουμε, όσο υπάρχουν κράτη και πολιτισμός, να μην έχει την ατυχία να ξαναπέσει κανείς στα χέρια τους. Θα απορείτε πιθανόν για ποιον λόγο είμαστε ξεκάθαρα αρνητικοί σε ένα τέτοιο ενδεχόμενο. Ασχέτως με όσα εγκληματικά γεγονότα έχουν συμβεί, δεν θα ήταν ελπιδοφόρο έστω και μέσα από κρατικές διεργασίες, να βρεθεί ένας ζωντανός Τίγρης της Τασμανίας; Όχι, σε καμία περίπτωση∙ το αντίθετο μάλιστα. Είναι δεδομένο πως θα κατέληγε σε εργαστήρια πειραμάτων, στο παγωμένο τραπέζι του ανατόμου, διάτρητος με άπειρα ηλεκτρόδια, ναρκωμένος με χίλιες-δυο χημικές ουσίες.

Τι άραγε να ένιωθε ο τελευταίος Τιγρόλυκος, λίγο πριν ξεψυχήσει, μόνος και αβοήθητος στο κελί του; Θλίψη, μοναξιά, οργή, φόβο, απελπισία; Ίσως∙ δεν θα μάθουμε ποτέ. Όχι μόνο γιατί πιθανόν ήταν ο τελευταίος του είδους του, αλλά κυρίως γιατί δεν μπορούμε να αφουγκραστούμε τα άγρια ζώα πια. Οι απολίτιστοι παππούδες μας κουβέντιαζαν μαζί τους, μάθαιναν πολλά για τα ίδια, τον εαυτό τους, τον καιρό, τη ζωή και το θάνατο. Ο πολιτισμός και το κράτος ήρθαν σαν γυάλινη θύελλα να διασκορπίσουν όλη αυτή την ενσυναισθανόμενη γνώση, που με τόσο κόπο είχαν συγκεντρώσει οι απολίτιστοι πρόγονοι μας. Δεν είμαστε άνθρωποι των ευχών, αλλά θα μας επιτρέψετε να κάνουμε μια εξαίρεση: αν υπάρχει έστω και ένα ζευγάρι Τιγρόλυκων κάπου εκεί έξω, στις αχανείς εκτάσεις της αυστραλιανής ηπείρου, ευχόμαστε να κρυφτεί καλά. Γιατί οι πολιτισμένοι άνθρωποι έχουν λερώσει με το ποδεμένο πέλμα τους τα πάντα∙ αν τους βρουν, είναι σίγουρο πως θα τους βλάψουν. Ας κάνει όμως υπομονή. Θα ‘ρθει η μέρα που τα κράτη, οι φυλακές, τα ψυχιατρεία, τα σχολεία και οι ζωολογικοί κήποι θα μοιάζουν με το αποκύημα μεσημεριανού εφιάλτη. Ο ήλιος θα λάμπει για όλους, καθώς η αγάπη και η συμπόνια θα εναρμονισθούν μέσα σε μια ατέρμονη χορογραφία. Και τότε κάθε πλάσμα θα βιώνει ανενόχλητο την ελευθερία του.

σύντροφοι για την Αναρχική απελευθερωτική δράση


[1]Είναι γεγονός πως, όταν σε αρχαιολογικά ευρήματα δεν βρίσκονται ίχνη οργανικής ύλης, η χρονολόγησή τους με σχετική ακρίβεια είναι από δύσκολη έως αδύνατη. Υπάρχουν μέθοδοι χρονολόγησης ανόργανης ύλης, αλλά είναι όλες επισφαλείς.

[2]Δεν ήταν ο πρώτος καταγεγραμμένος ευρωπαίος που έφθασε στην Αυστραλία. Ήταν όμως αυτός που άσκησε πρώτος «δικαιώματα» κυριαρχίας στην «νέα» ήπειρο.

Both comments and trackbacks are currently closed.