Πλατεία Ναυαρίνου: Οι μνήμες ενός άλλου Δεκέμβρη

Αυτό που ο κοινός άνθρωπος βλέπει σαν πέτρα, για τον άνθρωπο που ξέρει είναι μαργαριτάρι. (Τζελαλαντίν Αλ Ρουμί)

 

navarino«Δε νομίζω να μιλάς σοβαρά, μάλλον σε πείραξε ο Βαρδάρης που έπιασε απότομα. Συγνώμη, βέβαια που σου μιλώ με τέτοιο τρόπο, αλλά και το φαιδρό έχει τα όρια του. Σουλούπωσε τουλάχιστον λίγο τα όσα λες, να δείχνουν κάπως πιο πιστευτά», είπε καθώς κοιτούσε μια παρέα κοριτσιών που χανόταν στο κόκκινο ηλιοβασίλεμα. Ο Σίσυφος παρέμεινε σιωπηλός. Δεν θα τον έλεγες με τίποτα ομιλητικό∙ το αντίθετο μάλλον. Κάρφωσε απλώς στα μάτια τον Κώστα και άφησε εκείνο το χαρακτηριστικό του μειδίαμα να γλιστρήσει στο κενό.

«Δεν μιλάς ε;», δήλωσε με ένα ξερό γέλιο ο Κώστας και συνέχισε, «το γεγονός ότι είμαι δώδεκα χρόνια μικρότερος σου δε σου δίνει, φυσικά, κανένα δικαίωμα να με δουλεύεις ψιλό γαζί. Και σου ξεκαθαρίζω πως θα θεωρήσω εντελώς ανέντιμη τη στάση σου, αν αυτή κιόλας τη στιγμή δεν επιχειρηματολογήσεις για αυτό που μου πες πριν λίγο». Ο Σίσυφος έσμιξε τα φρύδια, τίναξε τη σκόνη απ’ τα παπούτσια του και του είπε: «αυτό, λοιπόν, που σου φαίνεται εντελώς μα παντελώς αδύνατον είναι πως μια συντροφιά πιτσιρικάδων πριν πέντε ακριβώς χρόνια, σε αυτήν την ίδια βέβαια πλατεία που καθόμαστε τώρα, έριχναν μολότοφ στους μπάτσους. Τι σε κάνει να πιστεύεις πως αυτό είναι παράλογο; Ποιος ή τί σου καλλιέργησε τη βεβαιότητα πως όλα στη Θεσσαλονίκη ήταν ανέκαθεν ένας ανυπόφορος εσμός από θνησιμαία “αντιεξουσιαστική” αριστερίλα, κινηματικά μαγαζάκια και καλοθελητές που πιπιλάνε την καραμέλα “όχι συγκρούσεις παιδιά, θα χαλάσει η πορεία…;”».

Ο Κώστας τον κοίταξε με το βλέμμα που θα είχε κάποιος αν ξαφνικά συνειδητοποιούσε πως και οι δύο γονείς του κατάγονταν από ένα ορεινό χωριό του Πλούτωνα. Έτριξε τα δάχτυλα των χεριών του αμήχανα και βάλθηκε να δένει μικρούς κόμπους το κορδόνι της πολυκαιρισμένης του φόρμας. «Χμμ… τώρα βλέπω πως εσύ παριστάνεις τον καλό υπήκοο στο βασίλειο της σιωπής ή μήπως κάνω λάθος;». «Κοίτα, Σίσυφε, δεν είναι και πολύς ο καιρός που γνωριζόμαστε. Δεν έχω, έτσι και αλλιώς και πολλούς μήνες που μετοίκησα στην πόλη. Βρήκα μια κατάσταση στον «χώρο» ή τον λεγόμενο, όπως επιμένεις να λες και εσύ «χώρο», που δεν έχει καμία απολύτως σχέση με αυτό που ισχυρίζεσαι. Μολότοφ και συγκρούσεις στο κέντρο της πλατείας Ναυαρίνου; Μαθητές να κρατάνε πύρινα οδοφράγματα, πετροπόλεμος στα στενά… μα σε παρακαλώ, έλα λίγο στη θέση μου, εγώ άλλα έχω δει εδώ πέρα. Συνελεύσεις σε μαγαζιά, άπειρα πάρτι και συναυλίες στα πανεπιστήμια και όσο για τη Ναυαρίνου… οι μόνες φωτιές που είδα ήταν πριν λίγες μέρες όταν μια τρυφερή ύπαρξη έκανε ένα ζογκλερικό με φλόγες, να εδώ, δυο παγκάκια παρακάτω». Ο Σίσυφος χαμήλωσε το κεφάλι του, καταφέρνοντας έτσι να πνίξει το γέλιο του με σχετική επιτυχία. Έπειτα έβγαλε το ασημένιο δαχτυλίδι, με τη μαύρη πέτρα, που φορούσε στον παράμεσο του αριστερού του χεριού και το πέρασε στο δεξί. Συνήθιζε να κάνει αυτή την κίνηση, όταν τα σύννεφα στο νου του σκούραιναν από άλγος και όχι απ’ το δροσερό νερό μιας καλοκαιρινής μπόρας. «Δεν έχεις και άδικο∙ αν θέλουμε όμως να διατηρήσουμε έναν στοιχειώδη αυτοσεβασμό, δεν επιτρέπουμε σε καμία κατάσταση να παρουσιάζεται ως δεδομένη. Η ιστορία φτιάχνεται απ’ τους νικητές, αδιαμφισβήτητα. Και εδώ ο όρος «νικητές», δεν δηλώνει τίποτε παραπάνω από μια κουστωδία ανθρώπων που έχει οδηγήσει τα πράγματα στο σημείο που τα βρήκες εσύ. Απ’ τη άλλη, βέβαια, ας κρατήσουν και αυτοί, ως κολαούζοι της αριστεράς, αλλά και οι κάθε είδους εξουσιαστές, την ιστορία τους. Εξ άλλου εμείς, ως αναρχικοί, πιστεύουμε στις ιστορίες που θα καταργήσουν την ιστορία ως μια αιμοσταγή αφήγηση γεγονότων επιβολής και εξουσίας. Θέλεις λοιπόν να σου πω μια; Να, ένα μικρό περιστατικό που συνέβη εδώ που καθόμαστε». Ο Κώστας έγνεψε καταφατικά. Ήταν όλος αυτιά.

Η πρότερη αρνητική του στάση είχε αρχίσει σιγά-σιγά να δίνει την θέση της σε μια γόνιμη περιέργεια. Μια παρέα από ενθουσιώδεις δεξιοτέχνες τις κορίνας, επιμελώς ατημέλητη, πέρασε από μπροστά τους και πήρε τη θέση της μπροστά στα ερείπια του αρχαίου ανακτόρου για να δώσει την καθιερωμένη της παράσταση στους ελάχιστους, πλέον τουρίστες. Ο Κώστας διέγραψε με το βλέμμα του ένα ημικύκλιο στα σβέλτα και είπε: «ναι, ναι σίγουρα, θέλω ν’ ακούσω. Θα στοιχημάτιζα και το τελευταίο μου ευρώ πως η ιστορία σου θα έχει ενδιαφέρον». Η πλατεία βάφτηκε στα πορφυρά, ακροβατώντας ανάμεσα στο τελευταίο φως και το πρώτο σκοτάδι του ημερονυχτίου. Το ημίφως και οι σκιές ήταν για τον Σίσυφο ότι το χώμα και το νερό για τα άνθη∙ έτρεφαν και ζωογονούσαν κάθε του κύτταρο. Σήκωσε τα μάτια του στον ορίζοντα να δει τον ήλιο να βυθίζεται για άλλη μια φορά στο Θερμαϊκό και το πρώτο σημάδι της Αφροδίτης να προβάλει σαν αινιγματική υπόσχεση στον ουράνιο θόλο.

«Θα σου πω, λοιπόν, για όσα έγιναν δυο μέρες μετά την δολοφονία του μικρού Αλέξανδρου, εδώ στην πλατεία Ναυαρίνου και στα γύρω στενά. Είχε προηγηθεί, όπως σίγουρα γνωρίζεις, το βράδυ του Σαββάτου, αλλά και ολόκληρη η Κυριακή, όπου οι συγκρούσεις με την αστυνομία, οι επιθέσεις σε αστυνομικά τμήματα και άλλα κρατικά κτίρια συνεχίζονταν με αμείωτη ένταση. Δεν σου κρύβω πως αυτό ήταν κάτι πρωτόγνωρο για την Θεσσαλονίκη». «Δηλαδή θέλεις να πεις πως δεν γίνονταν συγκρούσεις και αντικρατικές δράσεις νωρίτερα;». «Δεν θέλω να πω αυτό, σε καμιά περίπτωση», απάντησε ο Σίσυφος και συνέχισε, «συνέβαιναν, ανά περιόδους, σημαντικές δράσεις ενάντια στον κρατισμό. Κανείς δεν θα το αμφισβητούσε. Αυτό όμως που συνέβη εκείνες τις μέρες στην πόλη, όπως και σε ολόκληρη την ελλαδική επικράτεια ήταν κάτι πρωτόγνωρο. Επίσης και αυτό είναι μη αμφισβητήσιμο». «Ωραία, κατάλαβα. Συγνώμη για την διακοπή, συνέχισε αν θέλεις».

«Το πρωί λοιπόν της Δευτέρας, όπως ήταν και αναμενόμενο, οι μαθητές δεν είχαν καμία απολύτως πρόθεση να επιστρέψουν στα σχολικά κελιά, προσποιούμενοι πως δεν έχει συμβεί τίποτα. Αυθόρμητα και δίχως πάτρωνες ή συμβουλάτορες κάλεσαν πορεία στην Καμάρα, με την προσέλευση να είναι πολύ μεγάλη. Ακολούθησε πορεία στο κέντρο με επιθέσεις σε διμοιρίες με πέτρες και βόμβες μολότοφ και σπάσιμο τραπεζών. Σε όλη την διάρκεια της πορείας, για να είμαι αντικειμενικός, η στάση της αστυνομίας ήταν κυρίως αμυντική. Η πορεία κατέληξε στην αφετηρία της, αλλά κανείς απ’ τους συγκεντρωμένους δεν είχε την πρόθεση να αποχωρήσει. Οι εντολές των μπάτσων ήταν πλέον διαφορετικές, είχαν ξεκάθαρες διαταγές να τους διαλύσουν. Δυο διμοιρίες έκαναν την εμφάνιση τους απ’ την κάτω μεριά της Ναυαρίνου και όπως ήταν αναμενόμενο, πολλοί απ’ τους μαθητές κινήθηκαν επιθετικά εναντίον τους. Με πέτρες και ξύλα συγκρούστηκαν με τις δυνάμεις καταστολής, άρπαξαν όσους κάδους βρήκαν και έστησαν πύρινα οδοφράγματα στη Σβώλου, ενώ τη ίδια στιγμή τρεις διμοιρίες κινούνταν με ταχύτητα και επιθετικότητα εναντίον τους. Δακρυγόνα και κρότου λάμψης άρχισαν να πέφτουν από παντού, νοικοκυρές απ’ τα μπαλκόνια έβριζαν, αλλά και κατέβρεχαν με τα λάστιχα τις διμοιρίες και οι μαθητές στο κέντρο, πλέον, της πλατείας, σχεδόν περικυκλωμένοι και με κομμένη την ανάσα απ’ τα χημικά, μάχονταν με ένα συλλογικό χαμόγελο να δίνει ώθηση και κουράγιο στα πόδια τους. Και ενώ, όπως σου είπα ήδη…», το σκοτάδι είχε κιόλας αρχίσει να καλύπτει σπιθαμή την σπιθαμή τα πάντα γύρω τους, «…ματάδες ανέβαιναν την πλατεία απ’ την Γούναρη, αλλά προσέγγιζαν, ακόμη περισσότεροι και απ’ την Σβώλου. Ήταν ζήτημα στιγμών οι μαθητές να βρεθούν κυκλωμένοι. Εμφανίζεται τότε, σαν άγρια βροχή, ένας άνθρωπος με καλυμμένα χαρακτηριστικά∙ μια λεπτοφυής μαυροντυμένη φιγούρα, που αρπάζει αυτό εδώ το πακτωμένο καλάθι σκουπιδιών στ’ αριστερά σου…». Ο Κώστας έστρεψε λίγο το λαιμό του, για να δει έναν στύλο με διπλό μεταλλικό καλάθι, πακτωμένο με χοντρά βύσματα στο πλακάκι.

navarino_1«Και ενώ οι διμοιρίες απείχαν ελάχιστα πλέον μέτρα απ’ τους εξεγερμένους μαθητές, με μια κίνηση αρπάζει το καλάθι και το τραβάει με τόση δύναμη, ώστε ξεπατώνοντας τα βύσματα που το συγκρατούσαν στο έδαφος, βρέθηκε και ο ίδιος πεσμένος. Οι μπάτσοι τον κοιτούσαν όχι βέβαια με φόβο, αλλά ξαφνιασμένοι απ’ το παράτολμο θάρρος του, σαστίζοντας για λίγες στιγμές, που όμως ήταν αρκετές για τους μαθητές, ώστε να σπάσουν με μια επιθετική κίνηση, σώμα με σώμα, τον αστυνομικό κλοιό, ανεβαίνοντας στην Εγνατία για ανασύνταξη. Η μαυροντυμένη φιγούρα, άρθρωσε μια πρωτόγονη κραυγή, εκσφενδονίζοντας το μεταλλικό καλάθι σκουπιδιών στην πιο κοντινή απ’ τις διμοιρίες, τραυματίζοντας τον επικεφαλής στο χέρι. Οι υπόλοιποι ένστολοι φονιάδες τον πήραν στο κατόπι, αλλά ήταν τόσο μα τόσο γρήγορος που σε κάθε δευτερόλεπτο καταδίωξης, αύξανε την απόσταση απ’ τους διώκτες του. Τελικά χάθηκε μέσα στα στενά, το ίδιο ξαφνικά και αναπάντεχα με τον τρόπο που είχε εμφανιστεί…».

Ο Κώστας είχε τώρα το ύφος που θα είχε κάποιος αν ανακάλυπτε τη χαμένη του συλλογή από κόμιξ στο πατάρι του πατρικού του σπιτιού. «Δηλαδή Σίσυφε, όλα αυτά που μου περιγράφεις έγιναν εδώ που καθόμαστε, στην πλατεία Ναβαρίνου; Είσαι βέβαιος, άνθρωπε μου; Ξέρεις πόσο σημαντικά είναι για μένα όλα αυτά που μου διηγήθηκες;» Ένα ζεστό χαμόγελο βρήκε τη θέση του στο πρόσωπο του Σισύφου πριν χαθεί και αυτό, όπως και η μέρα, στο σεντούκι του χρόνου. «Τί είναι όμως σημαντικό για σένα, σε αυτή την ιστορία;». «Σίσυφε, όπως είπες και εσύ πρωτύτερα, αυτή τη στιγμή στη Θεσσαλονίκη έχει επικρατήσει η λαίλαπα του κινήματος, η σύμπλευση με την αριστερά, ο εναλλακτισμός, το στήσιμο μιας κατάστασης “αλά Εξάρχεια” στην πλατεία Ροτόντας και πέριξ. Για να μην τα πολυλογώ, οτιδήποτε έχει να κάνει με την Αναρχία και τους ακηδεμόνευτους κοινωνικούς αγώνες, συκοφαντείται και πολεμιέται λυσσαλέα. Το να ακούω ότι μια τέτοια ιστορία συνέβη εδώ, στους ίδιους δρόμους και πλατείες που τώρα “βασιλεύουν” όσα ανέφερα παραπάνω, είναι τρομερά σημαντικό για μένα. Είναι μια ουσιαστική καταγραφή μνήμης των αγώνων για την ολική απελευθέρωση. Όλα αυτά δεν οφείλουν –στους εαυτούς τους πρώτα απ’ όλα– ν’ αναδεικνύουν οι αναρχικοί; Θέλω να πω, αν ένας αγώνας χάνεται στη λήθη, πως θα εμπνεύσει αυτούς που έρχονται να συνεχίσουν την ειλικρινή και ανιδιοτελή δράση για την ελευθερία; Έτσι δεν είναι;».

Ο Σίσυφος έτριψε με μανία το πιγούνι του, το θέμα δεν του ήταν καθόλου ευχάριστο. Τα τελευταία χρόνια όλο αυτό που συνέβαινε στον λεγόμενο «χώρο» της Θεσσαλονίκης, μόνο αγώνα για την ελευθερία δεν θα το ονομάτιζες. «Έτσι είναι… το ζήτημα όμως δεν είναι τόσο απλό. Η ακηδεμόνευτη δράση είναι κομμάτι και της αναρχικής δράσης∙ ακόμη και πολλοί άνθρωποι που δεν είχαν καμία σχέση με τους αναρχικούς, όταν βρίσκονταν σε συγκρούσεις δίπλα τους, εμπνέονταν απ’ το ήθος και τον τρόπο δράσης τους. Όταν όμως άνθρωποι ιδιοτελείς, μικρόψυχοι, ακόμη και εξουσιομανείς, παρουσιάζονται ως “αναρχικοί”, τότε το πράγμα μπερδεύεται πολύ. Δεν ξέρω αν με καταλαβαίνεις. Το ζήτημα είναι πιο σύνθετο και χρειάζεται προφανώς μεγαλύτερη ανάλυση». «Ναι, καταλαβαίνω, πέρασε και η ώρα. Να σου κάνω όμως μια τελευταία ερώτηση;» Ο Σίσυφος χαμογελούσε∙ ήδη μάντευε το περιεχόμενο της. «Η μαυροντυμένη φιγούρα της ιστορίας, ήταν αγόρι ή κορίτσι;».

σύντροφοι για την Αναρχική απελευθερωτική δράση

Από την ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ, φ.133, Δεκέμβριος 2013
Both comments and trackbacks are currently closed.