Balmumu Mustafa Efendi Hoş Geldin! (Καλώς όρισες κέρινε αφέντη Μουσταφά!)

smyrniΠραγματοποιήθηκαν, στις 16 Αυγούστου, «εν χορδαίς και οργάνω» τα εγκαίνια του μουσείου Κεμάλ Ατατούρκ στο χώρο του τουρκικού προξενείου στη Θεσσαλονίκη. Σ’ αυτόν τον χώρο διέμενε κατά την παιδική του ηλικία ο Μουσταφά, υιός του Αλή Ριζά και της Ζουμπεϊντέ Χανούμ, που αυτοπροσδιοριζόταν ως τούρκος.

Η απόδοση τιμών, σ’ αυτόν που ονομάστηκε, αργότερα, «πατέρας των τούρκων», από αυτούς που θεωρούν τον εαυτό τους υιό και κόρη του, είναι κάτι το αναμενόμενο. Όμως, ποιος ο λόγος να προβούν σε μια τέτοια ενέργεια, ή να την ανεχτούν όσοι δεν ανήκουν σε αυτήν την συνομοταξία και πολύ περισσότερο όσοι γνωρίζουν πως το λεπίδι των ορδών του χρησιμοποιήθηκε εναντίον των συγγενών τους, αλλά και γενικότερα εναντίον ανυπεράσπιστων πληθυσμών;

Κάποιοι, πάντως, από τους «αντίθετους» στην ύπαρξη του μουσείου εμφανίστηκαν σαν να μην περίμεναν αυτήν την κατάληξη (εγκαίνια) παρά το ότι το «έγκλημα» είχε προαναγγελθεί από το 2011, όταν με ομόφωνη απόφαση του Κεντρικού Συμβουλίου Νεωτέρων Μνημείων του υπουργείου Πολιτισμού κηρύχθηκε αυτό το σπίτι ως μνημείο. Έτσι, κάποιοι εθνικόφρονες και πατριώτες έκαναν την πολιτική τους προπαγάνδα σπεκουλάροντας εθνικιστικά (και διαλαλώντας το σύνθημα: «Τούρκοι, Μογγόλοι, Δολοφόνοι» κατά το γνωστό κομμουνιστικό: «Αμερικάνοι φονιάδες των λαών», προχώρησαν σε μία πορεία διαμαρτυρίας και… εις άλλα με υγεία.

Ξεπερνώντας τις εθνικιστικές κορώνες, θα σταθούμε στην πραγματικότητα και στο λόγο για το οποίο μας προκαλεί απέραντη απέχθεια η αναφορά σ’ αυτόν τον εξουσιαστή, που τα αποτρόπαια εγκλήματά του προεκτείνονται μέχρι τις μέρες μας από τους συνεχιστές του έργου και των ιδεών που εκπροσωπούσε. Βεβαίως, τα εγκλήματα των εξουσιαστών δεν αφορούν το προσωπικό στοιχείο (αφού αποτελούν προϊόν της ιδεολογικοπολιτικής θέσης τους), αλλά αναπόφευκτα σχετίζονται και με αυτό.

Ο Μουσταφά ήταν ουσιαστικά το εργαλείο με το οποίο ένα μέρος των κρατούντων της πάλαι ποτέ Οθωμανικής αυτοκρατορίας, οι οποίοι αντιλαμβανόμενοι το τέλος μιας ιστορικής περιόδου της κυριαρχίας τους, κατασκεύασαν μια ιδεολογικοπολιτική φόρμουλα, αυτήν του Νέο-τουρκισμού. Εν συνεχεία, επιδόθηκαν σε σφαγές, γενοκτονίες και εθνοκαθάρσεις, η κορύφωση των οποίων υπήρξε στο χρονικό διάστημα 1912-1922, το οποίο συμπίπτει με την κατασκευή και εδραίωση ενός εθνικού κράτους στην περιοχή. Οι μεγάλες εθνότητες που υπήρχαν στα εδάφη της καταρρέουσας Οθωμανικής αυτοκρατορίας περάστηκαν από το μαχαίρι των Νέο-τούρκων, ούτως ώστε να αποκτηθεί κάποιου είδους εθνική «ομοιογένεια». Μέσα σ’ αυτό το πλαίσιο πραγματοποιήθηκε η γενοκτονία ενάμισυ εκατομμυρίου Αρμενίων και οι σφαγές άλλων τόσων κατοίκων ελληνικής καταγωγής των δυτικών παραλίων της Μικράς Ασίας, του Πόντου, καθώς και περισσότερων από 250.000 Νεστοριανών (Ασσυρίων) χριστιανών. Αυτές οι σφαγές ξεπερνούν τα τρία εκατομμύρια ψυχές· επάνω σ’ αυτούς τους σφαγιασθέντες στήθηκε «το κράτος των εβδομήντα δυόμισυ εθνοτήτων», το πλέον αιμοσταγές από τα κράτη της περιοχής.

Είναι γνωστό, πως ο ρόλος του Μουσταφά1 στην εδραίωση αυτού του εθνικού κράτους είναι πρωταγωνιστικός.

Το νέο-»τουρκικό» κράτος έκλεισε τον μεγάλο κύκλο αίματος και σφαγών της δεκαετίας που προαναφέραμε με την καταστροφή και σφαγή στη Σμύρνη. Η συμμετοχή σ’ αυτό το τεράστιου μεγέθους έγκλημα των εξουσιαστών δεν αφορά μόνο την πλευρά του Μουσταφά αλλά και την άλλη πλευρά (τα δυτικά κράτη, το νεοσύστατο Σοβιετικό κράτος και το ελλαδικό). Ο διορισμός ως αρμοστή της Σμύρνης του Αριστείδη Στεργιάδη2 υπήρξε ένας επίσης καθοριστικός συντελεστής για τα όσα συνέβησαν.

Η συνέχεια υπήρξε το ίδιο βάρβαρη. Με το Σύμφωνο για την ανταλλαγή πληθυσμών μεταξύ Ελλάδος και Τουρκίας, που υπεγράφη κατά τις αρχές του 1923, ενάμισυ εκατομμύριο άνθρωποι μεταφέρονται εξαναγκαστικά3 στον ελλαδικό χώρο, ενώ ταυτόχρονα ένας αριθμός τούρκων που ευρίσκονταν σ’ αυτό μεταφέρονταν, επίσης εξαναγκαστικά, στην Τουρκία. Όλοι αυτοί οι πληθυσμοί δεν είχαν δικαίωμα να επιστρέψουν στους τόπους απ’ όπου εκδιώχθηκαν.

Μπορεί κάποιος, μετά από όλα αυτά που προαναφέρθηκαν, να πει ότι: «δεν πρέπει να αναζωπυρώνουμε τα πάθη». Δυστυχώς, τα πάθη υπάρχουν και αναζωπυρώνονται από αυτούς, που προβαίνουν σε ενέργειες όπως αυτή της κατασκευής μουσείου για τον αιμοσταγή εξουσιαστή. Αλλά, για να ’χουμε καλό ερώτημα, από πού κι ως πού η αλήθεια θα πρέπει να αποσιωπάται και να γίνονται αποδεκτά τα μουσεία, όπου υμνούνται οι μακελάρηδες; Σε τελική ανάλυση, ποια είναι η διαφορά από το να φτιαχτεί ένα μουσείο του Αδόλφου Χίτλερ στο Τελ Αβίβ; Ή ένα αντίστοιχο του Χαμίτ στην Αρμενία; Ή μήπως το ότι ο Μουσταφά πέρασε τα παιδικά του χρόνια στη Θεσσαλονίκη κάνει τη διαφορά; Ας μην προβάλλει κάποιος το γελοίο επιχείρημα για κρεματόρια κι άλλες αηδίες, επειδή τα πτώματα των εξοντωμένων δεν έχει και τόση διαφορά εάν στοιβάζονται σε κρεματόρια, στα σοκάκια της Σμύρνης ή επιπλέουν στα παράλιά της.

Πάντως οφείλουμε να πούμε και του «στραβού το δίκιο». Η ιστορία των εξουσιαστών βρίθει από περιπτώσεις, όπου οι μεν αποδίδουν τιμές στους δε, παρά τους προηγηθέντες πολέμους που προκάλεσαν εκατόμβες νεκρών και σακατεμένων ανθρώπων και από τα δύο στρατόπεδα. Πάντα σ’ αυτές τις καταστάσεις οι άρχοντες έφερναν σ’ ένα πέρας αυτή την αντιπαράθεση με τιμές και δόξες, γάμους και τελετές, μέχρι να ανοίξουν ένα νέο κύκλο αίματος για τους υπηκόους τους. Όλα αυτά αποτελούν μία ακόμα επιβεβαίωση του γεγονότος ότι οι κρατούντες συνιστούν μία «κοινότητα» όπου, παρά τις συγκρούσεις, αναγνωρίζονται και επιβραβεύονται μεταξύ τους. Το τίμημα των συγκρούσεων και των διαφορών πλήρωναν και πληρώνουν μονίμως οι σκλάβοι τους, που κατόπιν τους ονόμασαν «υπηκόους» και άλλοτε «πολίτες».

Πολύ καιρό πριν από τα εγκαίνια διαφημιζόταν η διαρρύθμιση του μουσείου, με τα κουτάλια, τα πηρούνια και τα τετράδια του εθνικιστή εγκληματία. Μάλιστα τώρα ξέρουμε ότι υπάρχει και ένα κέρινο ομοίωμα του Μουσταφά, που θα ήταν πολύ πιο ρεαλιστικό αν ήταν βαμμένο με λίγο από το ποτάμι του αίματος που χύθηκε για να θεμελιωθεί το τούρκικο κράτος. Είναι βέβαιο, πάντως, πως δεν θα υπάρχουν φωτογραφίες από την καταστροφή της Σμύρνης.

Είναι απορίας άξιον, τί ιδιαίτερη σημασία μπορεί να έχουν για τον μη «τουρκικό» πληθυσμό τα μαχαιροπήρουνα και τα παιδικά τετράδια ενός ατόμου, που έπνιξε στο αίμα εκατομμύρια ανθρώπων προκειμένου να κατασκευάσει μια ακόμη πλαστή εθνική ταυτότητα, αυτή των τούρκων. Όπως και να έχει το ζήτημα, είναι τελείως ακανόνιστο να θεωρείται ως ναός των μουσών ένα χώρος, όπου θα βροντοχτυπιούνται μαχαιροπήρουνα (αν και αυτό, ακόμα δεν συνηθίζεται στο χώρο ενός μουσείου, όπου επιτρεπτό είναι μόνο το οράν) και έμμεσα θα υμνείται η τέχνη του σφαγιάζειν.

Οι κακομούτσουνες σειρήνες της αήθειας, συνηθίζουν να μιλούν για αδελφοσύνη των λαών και εννοούν την αδελφοσύνη που υπάρχει ανάμεσα στους εξουσιαστές, ενώ την ίδια στιγμή εκμαυλίζουν στο όνομα της τουριστικής ανάπτυξης, όσους τυχόν προσπαθήσουν να αντιδράσουν σε τέτοιες ακατανόμαστες ενέργειες. Αφήνουμε κατά μέρος, όσους δεν παίρνουν χαμπέρι για το τι συμβαίνει γύρω τους, και το μόνο που τους ενδιαφέρει είναι να «πάνε καλά οι δουλειές»…

Αλήθεια, πόσο χαμηλά μπορούν να κατρακυλιστούν πανανθρώπινα ήθη για μερικές τούρκικες λίρες (ή ευρώ) των μεσοαστών επισκεπτών του μουσείου; Πόσες θα χρειαστούν για να εξαγοραστούν τα θύματα των σφαγών του τούρκικου κράτους; Ίσως κάποιοι μπροστά σ’ όλα αυτά να βρουν το θάρρος να αναφωνήσουν: «φωτιά και τσεκούρι στους ξεφτιλισμένους και τα είδωλά τους». Αλλά, εις μάτην!

Πάντως, ο αντιεθνικισμός κωφεύει εκκωφαντικά και μάλλον θα συνεχίσει στον ίδιο χαβά: Άλλωστε ο Μουσταφά είναι μεγάλος! Έφτιαξε κράτος δυτικού τύπου!

Balmumu Mustafa Efendi, Hoş Geldin!

Η.Α.

1. Μετριόφρων όπως ήταν, έδωσε στον εαυτό του το προσωνύμιο Κεμάλ, μια παραλλαγή του mukemmel που σημαίνει τέλειος ή κατά μία άλλη εκδοχή θέλοντας να τιμήσει (ή να τιμηθεί;) τον εθνικιστή ποιητή Ναμίκ Κεμάλ.

2. Ο Στεργιάδης ήταν παράλληλα εκπρόσωπος των Μεγάλων Δυνάμεων και πιο συγκεκριμένα ο «άνθρωπος» της Αγγλίας. Κατά την διάρκεια της αρμοστείας του, ακολούθησε μια ξεκάθαρα φιλοτουρκική στάση, παρεμποδίζοντας ακόμη και στοιχειώδεις ενέργειες αυτοάμυνας των κατοίκων της Μικράς Ασίας.

3. Υπήρξαν και προηγουμένως ανταλλαγές πληθυσμών προκειμένου να γίνει πιο «αμιγής» ο πληθυσμός του ελλαδικού κράτους. Αυτές οι μετακινήσεις και ανταλλαγές πληθυσμών έγιναν υπό τον μανδύα της «οικειοθελούς» μετακίνησης.

Η πρώτη έγινε με την συνθήκη του 1914, αποτέλεσμα της οποίας ήταν ο βίαιος ξεριζωμός άνω των 250.000 ανθρώπων από Μικρά Ασία και Θράκη.

Η δεύτερη έγινε με την συνθήκη του Νεϊγύ το 1919. Έτσι, περίπου 50.000 Έλληνες μετακινήθηκαν από την Βουλγαρία στον Ελλαδικό χώρο και αντίστοιχα 90.000 Βούλγαροι από αυτόν τον χώρο στην Βουλγαρία. Κατά δε τις επίσημες στατιστικές παρέμειναν 41.017 σλαβόφωνοι που δεν επιθυμούσαν να μετακινηθούν στο βουλγαρικό κράτος.

Δημοσιεύτηκε στη ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ, φ. 130,Σεπτέμβριος 2013
Both comments and trackbacks are currently closed.
Αρέσει σε %d bloggers: