Κάποιες σημειώσεις γύρω από το λεγόμενο «Μακεδονικό ζήτημα» και τις προεκτάσεις του

alex«Κάθε λαός είναι πάντα μία κοινότητα με μάλλον στενά όρια. Αλλά, ένα έθνος περικλείει, κατά κανόνα, ένα ολόκληρο πλέγμα από διαφορετικούς λαούς και ομάδες λαών που συμπιέστηκαν, με λιγότερο ή περισσότερο βίαια μέσα, στο πλαίσιο ενός κοινού κράτους. Πράγματι, σ’ όλη την Ευρώπη δεν υπάρχει κανένα κράτος που να μην αποτελείται από μία ομάδα διαφορετικών λαών που είχαν διαφορετική καταγωγή και γλώσσα και που ενσωματώθηκαν μέσα σ’ ένα έθνος μόνο από δυναστικά, οικονομικά και πολιτικά συμφέροντα». Ρούντολφ Ροκέρ, «Εθνικισμός και Πολιτισμός»

Η «αναγνώριση» του κράτους των Σκοπίων ως Δημοκρατία της Μακεδονίας στις αρχές του Νοέμβρη (του 2004), την επομένη των αμερικανικών εκλογών και τη νίκη του Μπους, «προκάλεσε αναταραχή» στα ντόπια αφεντικά. Όλοι μίλησαν για «εφιαλτικές μνήμες» του 1992 που ξαναζωντάνεψαν. Η εκκλησία έτοιμη, και πάλι, για «εθνικά συλλαλητήρια». «Η πάγια θέση της Εκκλησίας είναι ότι αυτό το κράτος θα πρέπει να λάβει μία ονομασία που να μην περιλαμβάνει τη λέξη “Μακεδονία”, διότι η Μακεδονία ανήκει στην Ελλάδα και μόνο…», δηλώνει ο εκπρόσωπος Τύπου της Ιεράς Συνόδου, ενώ ο μητροπολίτης Άνθιμος, προχωρά ακόμη παραπέρα, και παρουσιάζεται έτοιμος για τη διοργάνωση συλλαλητηρίων. Όπως τότε, η εκκλησία δια των εκπροσώπων της εμφανίζεται έτοιμη να υπερασπιστεί την «ακεραιότητα του έθνους».

Μόνο που αυτή τη φορά κάτι (;) άλλαξε. Στη συζήτηση, στη Βουλή, των διαχειριστών της εξουσίας στην επικράτεια του ελλαδικού χώρου, μία εβδομάδα μετά την απόφαση των ΗΠΑ για «μονομερή αναγνώριση της ΠΓΔΜ με το συνταγματικό της όνομα», καλλιεργείται ένα κλίμα συναίνεσης. Εθνικής συναίνεσης, για το «εθνικό συμφέρον». Ο Καραμανλής υπόσχεται «ενημέρωση και διάλογο πριν από κάθε βήμα», ο Παπανδρέου τονίζει ότι η δική του «συναίνεση δεν σημαίνει και λευκή επιταγή». Η αριστερά συναινεί με τον δικό της… πλάγιο τρόπο. Το ΚΚΕ διακρίνει, και σε αυτή την περίπτωση, τον αμερικάνικο εχθρό, προβλέποντας ότι «οι σχεδιασμοί τους είναι γενικότεροι για την ευρύτερη περιοχή των Βαλκανίων», ενώ ο Κωνσταντόπουλος ζητάει «η λογική του κομματικού οφέλους και τα παιχνίδια με τον εθνικό συναισθηματισμό να μην οδηγήσουν σε παρόμοια λάθη». Μέσα στο κλίμα συναίνεσης και ο Χριστόδουλος, ο οποίος ούτε τις γνωστές εθνικιστικές του κορώνες ξεστόμισε (τουλάχιστον μέχρι τώρα), ούτε τα συλλαλητήρια βλέπει ως δόκιμα τη συγκεκριμένη χρονική περίοδο (να’ ναι καλά η αγαστή συνεργασία με τη ΝΔ).

Όλα αυτά, βέβαια, σε εθνικό επίπεδο, γιατί στο εσωτερικό του ελληνικού εξουσιαστικού συμπλέγματος δεν λείπουν οι αντιπαραθέσεις και οι οξύνσεις. Στόχος η αποκόμιση πολιτικών οφελών και αν μη τι άλλο, η διατήρηση (για τους τύπους…) των «διαχωριστικών» ιδεολογικών γραμμών των διαφόρων πολιτικών σχηματισμών.

Το «Μακεδονικό ζήτημα» στηρίζεται σε δύο παραμέτρους. Αφ’ ενός στην βίαιη αλλοίωση της ιστορίας και του παρελθόντος πάνω στην οποία βασίζεται η πεποίθηση ότι «η Μακεδονία είναι ελληνική» και αφ’ ετέρου στις ανακατατάξεις που λαμβάνουν χώρα στο εξουσιαστικό στερέωμα του βαλκανικού χώρου.

Ήδη τα πρώτα σενάρια εκφράστηκαν. «Το 2005 θα κριθούν εκ νέου δύο νέα προβλήματα: αφ’ ενός το θέμα του Κοσσόβου, και ιδιαίτερα η πιθανότητα ανεξαρτησίας του, και αφ’ ετέρου αν θα συνεχίσει να υφίσταται η συνομοσπονδία Σερβίας-Μαυροβουνίου ή θα διαλυθεί και να έχουμε δύο νέα κράτη (σημ: τελικά ο διαχωρισμός έγινε). Οι Αμερικανοί, σύμφωνα με πληροφορίες, πριμοδοτούν την ίδρυση ανεξάρτητου Κοσσόβου, ώστε να ικανοποιηθεί ο αλβανικός εθνικισμός. Σε αντάλλαγμα, φαίνεται να διαβεβαιώνουν τους Σέρβους ότι η συνομοσπονδία με το Μαυροβούνιο θα συνεχίσει να υπάρχει, αλλά και ότι δεν θα εγερθεί θέμα για τη Βοϊβοντίνα (όπου υπάρχει σημαντική ουγγρική μειονότητα) και το Σάντζακ (όπου υπάρχει σημαντική αλβανική μειονότητα). Στα Σκόπια δε, προσφέρουν ως αντάλλαγμα το όνομα “Μακεδονία”, κάτι που δεν επιθυμούν αλβανικά εθνικιστικά κόμματα και κύκλοι» («Ο Κόσμος του Επενδυτή», 6-7 Νοεμβρίου 2004, σελ. 7).

Οι διαχειριστές της εξουσίας, σε τοπικό και πλανητικό επίπεδο, χρησιμοποιούν τους εθνικιστικούς κύκλους για να διεκπεραιώσουν αλλαγές απαραίτητες για τη διαιώνιση της κυριαρχίας τους. Και οι άνθρωποι αναμένεται να βρεθούν στη δίνη των εξελίξεων. Επιπλέον, δεν πρέπει να ξεχνάμε, και με βάση τις παρούσες κοινωνικές συνθήκες, ότι «…και σε άλλες ιστορικές περιόδους τα υποτιθέμενα “εθνικά” ζητήματα έπαιξαν πυροσβεστικό ρόλο στην εξέλιξη του κοινωνικού πολέμου και στην Ελλάδα και στα Βαλκάνια και σε όλο τον κόσμο. Το ίδιο επιχειρείται να γίνει και τώρα, τη στιγμή που η φτώχεια, η εξαθλίωση και η πείνα πάνε να γίνουν καθημερινότητα, τη στιγμή που μεγάλα κομμάτια των βαλκανικών λαών βρίσκονται λίγα, μόλις, βήματα πριν την εξέγερσή τους» (Αναρχική Παρέμβαση, τεύχος 7, σελ. 6).

Εξετάζοντας την ιστορία της ευρύτερης περιοχής της Μακεδονίας μπορούμε να κάνουμε σημαντικές διαπιστώσεις για τις επιδιώξεις του ελληνικού κράτους και τη συμβολή του στην «ελληνοποίηση» της περιοχής. Στις 12 Δεκεμβρίου του 1884 ο υπουργός Εξωτερικών Κοντόπουλος ζητάει από τον ιστορικό Παπαρηγόπουλο (που τότε ήταν και πρόεδρος του «Συλλόγου προς Διάδοσιν των Ελληνικών Γραμμάτων») να υποστηρίξει με ιστορικά επιχειρήματα ότι τα γεωγραφικά όρια της «κυρίως Μακεδονίας» συμπίπτουν όσο γίνεται περισσότερο με το τμήμα εκείνο του μακεδονικού χώρου, το οποίο μπορεί να διεκδικηθεί με κάποιες αξιώσεις από την Ελλάδα. Στόχος του ελληνικού κράτους ήταν να αποκλειστούν από αυτή τη νέα οριοθέτηση της Μακεδονίας οι βορειότερες επαρχίες, που φθάνουν μέχρι το όρος Σκάρδος (Σαρ Νταγ ή Σαρ Πλάνινα), το σημερινό δηλαδή σύνορο των Σκοπίων με τη Σερβία και το Κοσσυφοπέδιο και οι οποίες κατοικούνται από συμπαγή σλαβικό και, δευτερευόντως, μουσουλμανικό, πληθυσμό. Ωστόσο, ο Παπαρηγόπουλος αρνείται να συναινέσει σε κάτι τέτοιο και εξηγεί στον υπουργό ότι «τα ιστορικά διδόμενα καθιστώσι δυστυχώς αδύνατον την απόδειξιν» της ζητούμενης νέας οριοθέτησης. Επισημαίνει ότι η αρχαία Μακεδονία, πριν από τον Φίλιππο περιορίζονταν στην ενδοχώρα μεταξύ Γρεβενών και Βιτωλίων (η σημερινή πόλη Bitola των Σκοπίων), χωρίς να φτάνει μέχρι τις ακτές του Αιγαίου, ενώ στα χρόνια μετά τον Φίλιππο επεκτάθηκε μέχρι τη Θράκη και τα σημερινά βόρεια σύνορα των Σκοπίων. Όλα τα παραπάνω, μάλιστα, περιλαμβάνονται στα ίδια τα κρατικά αρχεία, του υπουργείου Εξωτερικών και βεβαίως όχι στα βιβλία της «επίσημης» ιστορίας του ελληνικού κράτους («Ιός της Ελευθεροτυπίας», 24 Φεβρουαρίου 2001).

Αυτό που δεν κατάφερε το ελληνικό κράτος με την «διπλωματική οδό» επιχείρησε να το φέρει σε πέρας, σε διαφορετικές χρονικές περιόδους, χρησιμοποιώντας βίαιες μεθόδους. Μία από αυτές ήταν και η εκστρατεία «εξελληνισμού» των πόλεων και των χωριών που βρίσκονται σε «ευαίσθητες» περιοχές του ελλαδικού χώρου. Στον χώρο της Μακεδονίας, η μετονομασία των πόλεων έγινε μέσω προκαθορισμένων διαδικασιών. Πρώτα θα γινόταν μετάφραση των ονομάτων στην αρχαία γεωγραφία, τη βυζαντινή γεωγραφία, μήπως και αποκαλυφθεί ότι έχουν κάποια ελληνική ρίζα και τέλος θα μεταφράζονταν στα ελληνικά. Για παράδειγμα, ενώ προτείνονταν να δοθεί στην υποδιοίκηση Γρεβενών το όνομα της αρχαίας Ελιμείας, το Κιλκίς λόγω της σημασίας του κατά τους Βαλκανικούς πολέμους μπορούσε να διατηρηθεί, αλλά έπρεπε να μετατραπεί «επί το ελληνικότερoν» σε θηλυκό (η Κιλκίς, της Κιλκίδος), κατά το η Χαλκίς. Η μετατροπή εξ άλλου του Ζίχνα σε Ίχναι και της Ζηλιαχώβης σε Ζήλεια αποτελούν παραδείγματα «εξελληνισμού» της ίδιας της λέξης μέσω μίας παρήχησής της, που να είναι κάπως οικεία και στους ντόπιους («Ιός της Ελευθεροτυπίας», 31 Μαρτίου 1996).

Ο «εξελληνισμός» πόλεων και χωριών στον γεωγραφικό χώρο της Μακεδονίας δεν μπορούσε να εξασφαλίσει την «καθαρότητα» και «ελληνικότητα» της περιοχής. Γι’ αυτό και το ελληνικό κράτος επεφύλασσε μία ιδιαίτερη… μεταχείριση στους πολιτικούς πρόσφυγες και μετανάστες που αναγκάστηκαν να ξενιτευτούν με το τέλος του εμφυλίου πολέμου. Η απόφαση των ελληνικών αρχών όριζε ότι «μπορούν να επιστρέψουν στην Ελλάδα όλοι οι Έλληνες το γένος, που κατά τη διάρκεια του Εμφυλίου Πολέμου 1946-1949 και λόγω αυτού κατέφυγαν στην αλλοδαπή ως πολιτικοί πρόσφυγες έστω και αν αποστερήθηκαν της Ελληνικής Ιθαγένειας» («Ιός της Ελευθεροτυπίας», 31 Μαρτίου 1996).

Πως προσδιορίζεται ετυμολογικά η φράση «Έλληνες το γένος»; Αυτός που ζητούσε να επαναπατριστεί ή να επισκεφτεί την Ελλάδα έπρεπε στα χαρτιά του να ακολουθείται η επίσημη ελληνική ονομασία, ενώ σε περίπτωση που αναφέρονταν τα παλιά σλαβικά τοπωνύμια ο πολιτικός πρόσφυγας θεωρούνταν «αλλογενής» και συνεπώς για αυτόν δεν ισχύει ο προαναφερθείς νόμος. Σε τι αποσκοπούσε αυτή η κίνηση του ελληνικού κράτους; Η απάντηση έρχεται από τον (πρώην) πρόεδρο της Ελληνικής Δημοκρατίας Στεφανόπουλο, ο οποίος τότε ήταν υπουργός Εσωτερικών της κυβέρνησης Καραμανλή. Σε αγόρευσή του στη Βουλή (20.1.1978) δηλώνει «δεν είμαι σύμφωνος ότι υπάρχουν Σλαβομακεδόνες, αλλά πιστεύω ότι υπάρχουν θέματα πληθυσμιακής συνθέσεως. Και πιστεύω ότι υπάρχουν περιοχαί του τόπου μας λίαν ευαίσθητοι και με πρόσφατον και με απώτεραν ιστορίαν. Και πιστεύω ότι υπάρχουν άνθρωποι διασπασταί της Ελληνικής και Εθνικής Αλληλεγγύης. Αυτούς τους ανθρώπους δεν τους επιθυμούμεν και τους αποκλείομεν από το να έλθουν εις την Ελλάδα. Και αυτός είναι ένας από τους κυριώτερους λόγους, δια τον οποίον χρειάζεται ο ατομικός επαναπατρισμός», για να συμπληρώσει λίγα χρόνια αργότερα, στις 14 Απριλίου του 1980: «Ξέρετε ότι υπάρχουν περιοχές εις την χώραν μας με ευαίσθητες πληθυσμιακές συνθέσεις. Ξέρετε ότι υπάρχουν περιοχές εις την χώραν μας με απώτερη και σύγχρονη ιστορία, και ξέρετε ότι υπάρχουν σ’ αυτές τις περιοχές άνθρωποι με μειωμένη εθνική συνείδηση. Ο νοών νοείτω. Δεν ημπορώ να ειπώ τίποτε περισσότερο και φαντάζομαι ότι εννοείτε πάντες τι εννοώ. Εάν επιτρέπετο ο ομαδικός επαναπατρισμός θα εδημιουργείτο κίνδυνος σε ωρισμένες εθνικώς ευαίσθητες περιοχές» («Ιός της Ελευθεροτυπίας», 21 Νοεμβρίου 1999). Εξ αιτίας αυτής της πολιτικής του ελλαδικού κράτους χιλιάδες άνθρωποι δεν είχαν την δυνατότητα να επιστρέψουν στα μέρη όπου μεγάλωσαν και έζησαν.

Σκοπός των παραπάνω προσεγγίσεων μας δεν είναι να καταδείξουμε αν η Μακεδονία είναι «ελληνική» ή «σκοπιανή». Ούτε είναι στις προθέσεις μας να προωθήσουμε ως λύση του όλου ζητήματος την «αυτοδιάθεση των λαών». Πεποίθησή μας είναι ότι από τη στιγμή που οι καταπιεζόμενοι του βαλκανικού χώρου δεν συνειδητοποιούν την κατάστασή τους, κάθε απόπειρα αυτοδιάθεσης παράλληλα με την καλλιέργεια και διατήρηση «εθνικής συνείδησης», δεν μεταβάλλει τη θέση τους στον κοινωνικό πόλεμο, δεν αποτελεί βήμα για την κοινωνική απελευθέρωση.

Οι παραπάνω επισημάνσεις απλά συμβάλλουν στο να έχουμε μία συνολικότερη εικόνα για το ρόλο του ελληνικού κράτους γύρω από το λεγόμενο «Μακεδονικό ζήτημα», αλλά και για μία πληρέστερη προσέγγιση καταστάσεων στις οποίες το ιστορικό παρελθόν, που περικλείεται σε αυτές, έρχεται να γίνει βίωμα του παρόντος. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η δήλωση του (τέως) προέδρου της Ελληνικής Δημοκρατίας Στεφανόπουλου ότι «πρέπει την ιστορία μας να την αποκαθάρουμε ενδεχομένως από ορισμένες υπερβολές, οι οποίες σήμερα δεν μας χρειάζονται».

Αναφέρθηκε, μάλιστα, «στον Βασίλειο Β΄ τον Μακεδόνα, τον Βυζαντινό αυτοκράτορα, τον οποίο οι Έλληνες συνεχίζουν να ονομάζουν Βουλγαροκτόνο. Την ώρα που οι σχέσεις μας με την Βουλγαρία είναι πολύ θερμές και που η πράξις του αυτοκράτορα ιστορικώς δεν ήταν η πλέον ηθική, η πλέον αξιοπρόσεκτη, εκείνη η οποία πρέπει να μνημονεύεται στην ιστορία μας και στα ιστορικά βιβλία, στις επισκέψεις μου στις βαλκανικές χώρες προσπαθώ να συμφωνήσω με τους αντίστοιχους αξιωματούχους των χωρών αυτών ότι αρχής γενομένης από τα δικά μας ιστορικά βιβλία αυτά πρέπει να υπηρετούν τη σημερινή πραγματικότητα». Από τη βίαιη εξουσιαστική αλλαγή της ιστορικότητας γεωγραφικών περιοχών στη βίαιη αλλαγή του παρελθόντος που περιλαμβάνει τις θηριωδίες εξουσιαστικών πολέμων. Ο βυζαντινός αυτοκράτορας, που μετά τη μάχη του Κλειδίου, διέταξε να τυφλωθούν 14.000 Βούλγαροι αιχμάλωτοι στρατιώτες του Σαμουήλ, «εμποδίζει» τη διπλωματία του ελληνικού και βουλγαρικού κράτους. Κάπου εδώ, η θεώρηση ότι ο αγώνας της μνήμης ενάντια στη λήθη είναι αγώνας ενάντια στην εξουσία, καταθέτει τη δική της συμβολή στον αγώνα για καταστροφή κάθε εξουσίας, κράτους, συνόρων και «εθνικών πεποιθήσεων».

«Δεν υπάρχει τίποτα πιο παράλογο και συνάμα πιο βλαβερό, πιο θανατηφόρο για το λαό, από να υποστηρίζει την πλασματική αρχή της εθνικότητας σαν το ιδανικό όλων των λαϊκών πόθων» (Μ. Μπακούνιν). Ο εθνικισμός αποτελεί ένα συστατικό στοιχείο της ιδεολογίας της κυριαρχίας. Εκείνο που έχει σημασία δεν είναι ο αγώνας ενάντια σ’ ένα μερικό στοιχείο της ιδεολογίας της κυριαρχίας, αλλά ενάντια στο σύνολο των μεθοδεύσεων και των σχεδίων της. Ενάντια στο κράτος και τον καπιταλισμό, ενάντια στον εξουσιασμό και την υποτέλεια, την καταπίεση και την εκμετάλλευση, σ’ όλο αυτό το απάνθρωπο σύμπλεγμα δομών και θεσμών, που καταπνίγουν κάθε διάθεση κι αγώνα για ελευθερία και μετατρέπουν συνεχώς τους ανθρώπους σε άβουλα υπηρετικά ζώα ή σε θαυμαστές κι ακολουθητές των συμφερόντων και των επιδιώξεων αυτών που έχουν πάψει να είναι άνθρωποι, από τη στιγμή που η θέση, η στάση και η δραστηριότητά τους ενάντια στην ανθρώπινη υπόσταση και την ελεύθερη δημιουργικότητα είναι και παραμένει εγκληματική (Αναρχική εφημερίδα «Εξέγερση», τεύχος 11, σελ. 5).

Από την αναρχική εφημερίδα ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ, φ.32, β΄ 15νθήμερο 2004
Both comments and trackbacks are currently closed.