ΒΑΡΚΙΖΑ: Από τη μεθοδευμένη σφαγή στη Συμφωνία (Μέρος 3ο )

Μετά από 33 ημέρες μαχών και «μαχών», –σφαγών που διενεργήθησαν και από τα δύο αντιμαχόμενα στρατόπεδα, στις οποίες, όμως, πρωτοστατεί η κτηνωδία της ΟΠΛΑ– οι συγκρούσεις τερματίζονται και τυπικά στις 4 Ιανουαρίου και την επομένη, 5 Ιανουαρίου 1945, οι δυνάμεις του ΕΛΑΣ αποσύρονται από την Αθήνα. Η ανακωχή υπογράφεται στις 11 Ιανουαρίου και η Συμφωνία της Βάρκιζας στις 12 Φεβρουαρίου, ένα μήνα αργότερα.

Είναι σαφέστατο και πέραν κάθε είδους αμφισβήτησης πως η κατάληξη της ένοπλης αντιπαράθεσης στην Αθήνα δεν ανταποκρινόταν στην Συμφωνία που επακολούθησε αν εξετάσουμε το ζήτημα από την στρατιωτική του πλευρά. Είναι πανθομολογούμενο πως ο ΕΛΑΣ, κατά το διάστημα που υπογράφτηκε η ανακωχή, κυριαρχούσε σε όλο τον υπόλοιπο ελλαδικό χώρο πλην της Πάτρας και της Θεσσαλονίκης, όπου ίσχυσε μια «ιδιόμορφη κατάσταση». Αυτή η ιδιομορφία αφορά το γεγονός πως ο ΕΛΑΣ απέφυγε να καταλάβει την Πάτρα.

Το ίδιο ίσχυε και για την Θεσσαλονίκη, όπου διοικητής της Ομάδας Μεραρχιών Μακεδονίας ήταν ο Ευριπίδης Μπακιρτζής, βαφτισμένος σαν «κόκκινος συνταγματάρχης» και καπετάνιος ο Μάρκος Βαφειάδης.

«Η δύναμις των ανταρτών ήταν ισχυρή. Υπήρχαν, όμως σημαντικά στοιχεία και μιας Ινδικής μεραρχίας [σημείωση: στην πραγματικότητα τα «σημαντικά στοιχεία» ήταν γύρω στα 180 άτομα που μπορούσαν να εξουδετερωθούν απνευστί]. Πάντως σε όλη τη διάρκεια της μάχης [της Αθήνας] ηρεμία επικράτησε μέσα στην πρωτεύουσα της βορείου Ελλάδος. Ο γενικός Διοικητής (των δυνάμεων του καθεστώτος) Γ. Μόδης παρέμεινε κλεισμένος στο ξενοδοχείο «Μεντιτεραννέ», όπου διέμενε και ο Ρώσος αντισυνταγματάρχης Τσερνίτσεφ, αργότερα επιτετραμμένος της Σοβιετικής Πρεσβείας στην Αθήνα. Αλλά η τάξις τηρήθηκε απόλυτα στην πόλι, όπου κυριαρχούσαν ο ΕΛΑΣ και η Πολιτοφυλακή»[1].

Τα ίδια επιβεβαιώνει και μάλιστα με αμεροληψία ως προς τα «σημαντικά στοιχεία» ο Κρις Γούντχάουζ: «Οι μικροσκοπικές βρετανικές μονάδες που είχαν σταλεί στις επαρχίες για να διατηρήσουν την τάξη και να μοιράσουν τα εφόδια της βοηθείας, αναγκάστηκαν ν’ αποσυρθούν σε μερικές περιπτώσεις με απώλειες από όλες τις περιοχές εκτός από τη Θεσσαλονίκη και την Πάτρα, όπου διατηρούνταν προσεκτικά οι σχέσεις μεταξύ βρετανικών αρχών και ΕΛΑΣ. Η Θεσσαλονίκη ιδιαίτερα όπου μια δεύτερη έκρηξη επαναστάσεως θα μπορούσε να σφραγίσει τη μοίρα της Αθήνας, σώθηκε από θαύμα χάρη στη διπλωματικότητα του Βρετανού γενικού προξένου και του περιφερειακού διοικητή και στη σύνεση του στρατηγού Μπακιρτζή που διοικούσε τις δυνάμεις του ΕΛΑΣ»[2]. Αναμφισβήτητα, λοιπόν, η κατάληψη αυτών των πόλεων ήταν παιχνιδάκι για τον ΕΛΑΣ. Για ποιο λόγο όμως, δεν έγινε κάτι τέτοιο; Αυτό οφείλεται σε γενικότερους λόγους αλλά και σε πιο ειδικούς.

Εδώ θα αναφερθούμε στους ειδικούς λόγους.

Όταν για την μόνη «σοβαρή» επιχείρηση, αυτή κατά των δυνάμεων του στρατηγού Ζέρβα στην Ήπειρο, πέραν του ότι απασχολήθηκαν σε επίπεδο προετοιμασιών πολλές δυνάμεις και για αρκετές μέρες και κατέληξε σε μία άνετη νίκη του ΕΛΑΣ, μέσα σε δύο μέρες 21 και 22 Δεκεμβρίου, ο οποίος κατέλαβε τα Γιάννενα στις 23 Δεκεμβρίου, τότε μοιάζει να είναι «ακατανόητη» η μη κατάληψη της Πάτρας, που διέθετε και λιμάνι και που θα εξασφάλιζε τον πλήρη έλεγχο όλης της περιοχής.

Είναι φανερό πως η γρήγορη διάλυση του ΕΔΕΣ ήταν απρόσμενη για τους επιτελάρχες του ΕΛΑΣ, αφού είχαν υποκύψει ή και καλλιεργήσει το παραμύθι μιας υποτιθέμενης σκληρής μάχης με τους αντιπάλους τους. Αυτό το παραμύθι συνδυάζεται με τον πραγματικό σκοπό τής όλης επιχείρησης.

Ποιος ήταν αυτός; Από τη στιγμή που δεν καταλαμβάνεται η Πάτρα (και η Θεσσαλονίκη) τότε ο προφανέστατος σκοπός αυτής της επιχείρησης ήταν η υπεράσπιση των Αλβανικών συνόρων από μια ενδεχόμενη επιχείρηση του Ζέρβα με την υποστήριξη των Αγγλικών στρατευμάτων. Ουσιαστικά ήταν μια πράξη στήριξης του καθεστώτος της Αλβανίας, η οποία και δεν είχε συμπεριληφθεί στη συμφωνία της Μόσχας.

Βεβαίως και απέχει από κάθε πραγματικότητα ο ισχυρισμός πως η επίθεση εναντίον των δυνάμεων του ΕΔΕΣ στην Ήπειρο σκόπευε να αποτρέψει ένα ενδεχόμενο προγεφύρωμα των άγγλων για να μεταφέρουν δυνάμεις στη «μάχη της Αθήνας». Βρίσκεται, μάλιστα, σε πλήρη αντίφαση με την στάση του ΚΚΕ και των δυνάμεων που βρίσκονταν υπό τις διαταγές του, όταν άφηναν ανενόχλητους τους Άγγλους να μεταφέρουν στρατιωτικές δυνάμεις και ενισχύσεις από τον Πειραιά στην Αθήνα μέσω της Συγγρού, τις πρώτες κρίσιμες μέρες των ΔΕΚΕΜΒΡΙΑΝΩΝ.

Για τους ίδιους λόγους γίνεται κατανοητή και η μη κατάληψη της Θεσσαλονίκης. Η εδραίωση των κομμουνιστικών καθεστώτων σε Γιουγκοσλαβία και Βουλγαρία δεν θα έπρεπε επ’ ουδενί να τεθεί σε κίνδυνο. Η κατάληψη της Θεσσαλονίκης από τον ΕΛΑΣ θα έθετε σε πλήρη αμφισβήτηση την Συμφωνία της Μόσχας του Οκτωβρίου του 1944. Εδώ, λοιπόν, θα προέκυπταν τα εξής ενδεχόμενα:

α) Η Μ. Βρετανία θεωρώντας ότι υπονομεύεται η συμφωνία Στάλιν-Τσώρτσιλ να επιχειρούσε απόβαση (πράγμα μάλλον απίθανο αν ληφθεί υπ’ όψιν ο συνεχιζόμενος πόλεμος των συμμάχων με την Γερμανία).

β) Το ξεπέρασμα κάθε είδους προσχημάτων από την πλευρά της Σοβιετικής Ένωσης και των υποταχτικών της στη Βουλγαρία. Σε αυτή την περίπτωση θα υπήρχε μια στάση σαφέστατα εχθρική και κατασταλτική (π.χ. κλείσιμο συνόρων) απέναντι στον ΕΛΑΣ και το ΚΚΕ, χάριν της διατήρησης των συμφερόντων του σταλινικού στρατοπέδου ή μια αλλαγή στάσης σε σχέση με τα ήδη συμφωνημένα μεταξύ Στάλιν και Τσώρτσιλ στη Μόσχα. Το τελευταίο ενδεχόμενο θεωρείται απίθανο, λαμβάνοντας υπ’ όψη την κατάσταση που είχε διαμορφωθεί στο συμμαχικό στρατόπεδο.

Αυτά είναι τα πραγματικά δεδομένα που κάνουν κατανοητή τη στάση της μη κατάληψης της Θεσσαλονίκης και της Πάτρας. Εννοείται πως όταν δόθηκε το πράσινο φως για να επιχειρήσει ο ΕΛΑΣ στην Θεσσαλονίκη, αυτή ήταν πλέον μια διαταγή άνευ αντικειμένου, αφού δεν υπήρχαν οι δυνάμεις για μια τέτοια δράση.

Υπάρχει όμως και ένας ακόμα ιδιαίτερος λόγος που συνηγορεί στην «εγκατάλειψη» αυτών των δύο πόλεων. Η προσχεδιασμένη ήττα του ΕΛΑΣ στα ΔΕΚΕΜΒΡΙΑΝΑ θα έπρεπε να δικαιολογήσει και την γενικότερη απόφαση για την πλήρη διάλυσή του, ποντάροντας και στον ψυχολογικό παράγοντα. Μία ήττα στην Αθήνα θα ήταν ένας σοβαρός λόγος για την πτώση του ηθικού και την εκβιαστική παράδοση των όπλων, ενώ από τη στιγμή που όλος ο ελλαδικός χώρος θα βρισκόταν υπό την κυριαρχία του ΕΛΑΣ θα ήταν δυσκολότερο να πειστούν οι μαχητές του στο να παραδώσουν τα όπλα. Για να μην αναφερθούμε στις επιπτώσεις που θα επέφερε η διασάλευση της προμελετημένης τάξης που είχε αποφασισθεί από τους νοσηρούς εγκεφάλους του ΚΚΕ και των κομμουνιστικών κέντρων κυριαρχίας.

Ας έρθουμε τώρα στα επίμαχα σημεία της Συμφωνίας που είναι η πλήρης παράδοση του ΕΛΑΣ και η αμνηστία.

Κατ’ αρχήν χρειάζεται να τονισθεί το ότι είναι πέρα από κάθε είδους αμφισβήτηση η ικανότητα των στρατιωτικών στελεχών του ΕΛΑΣ. Επομένως δεν μπορεί να υπάρξει κάποιου είδους ισχυρισμός για δήθεν άγνοια των συνθηκών που υπήρχαν στον στρατιωτικό τομέα (σε ευρύτερη διάσταση) μετά την αποχώρηση των δυνάμεών του από την Αθήνα. Επειδή, όταν υπάρχει μια τόσο εμπεριστατωμένη έκθεση που «πέφτει» στα χέρια των άγγλων μέσα στις πρώτες μέρες των μαχών στην Αθήνα, δεν μπορεί να γίνει πιστευτό πως δεν ήταν εν γνώσει των δυνατοτήτων που υπήρχαν για ανασυγκρότηση των δυνάμεων και διατήρηση των θέσεων πέριξ της Αττικής.

Η ίδια δυνατότητα εκτίμησης της συνολικότερης στρατιωτικής κατάστασης (τόσο ελλαδικά όσο και σε σχέση με τον συνεχιζόμενο πόλεμο) βοούσε πως οι άγγλοι δεν είχαν τη δυνατότητα να συνεχίσουν τις στρατιωτικές τους επιχειρήσεις πέραν της Αττικής.

Άλλωστε, ο Βρετανός στρατάρχης Αλεξάντερ, έγραφε στον Τσώρτσιλ στις 21 Δεκεμβρίου του ’44: «Εάν υποθέσωμεν ότι ο ΕΛΑΣ εξακολουθεί τον αγώνα, νομίζω ότι θα είναι δυνατόν να ξεκαθαρίσομε την περιοχή Αθηνών – Πειραιώς και να την κρατήσομε σταθερά, αλλά έτσι δε νικούμε τον ΕΛΑΣ σε σημείο που να τον αναγκάσομε να συνθηκολογήση. Δεν είμαστε αρκετά ισχυροί για να κάνωμε περισσότερα και να αναλάβωμε επιχειρήσεις στην υπόλοιπη Ελλάδα…. εύχομαι να κατορθώσετε να βρήτε μια πολιτική λύση στο ελληνικό πρόβλημα γιατί έχω πεισθή ότι κάθε στρατιωτική ενέργεια, μετά την εκκαθάριση της περιοχής Αθήνας και Πειραιά θα ξεπερνούσε τις δυνατότητες των σημερινών μας δυνάμεων».

Στο ίδιο πνεύμα κινήθηκε και η θέση του Τσώρτσιλ που συμφωνούσε ότι ήταν αρκετή η εκκαθάριση της Αθήνας και του Πειραιά[3].

Επομένως, οι ιθύνοντες του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ ήδη από τη συμφωνία ανακωχής της 11ης Ιανουαρίου 1945 εγκαταλείπουν χιλιάδες ανθρώπους στην εκδικητική μανία του κράτους και των οργάνων του. Τα όσα ορίζονται σ’ αυτήν προδιέγραφαν σε αδρές γραμμές το περιεχόμενο και την έκταση της επερχόμενης συμφωνίας στη Βάρκιζα. Αυτό γίνεται ευθύς αντιληπτό, αφού ήδη με την ανακωχή ελάμβανε χώραν η εκκένωση της Θεσσαλονίκης, η μετακίνηση των δυνάμεων του ΕΛΑΣ στην Πελοπόννησο νότια της γραμμής Άργους-Πύργου και η αποχώρηση από: Ζάκυνθο, Εύβοια, Κύθηρα, Κυκλάδες και Σποράδες.

Επομένως, αυτή η «αδικαιολόγητη» κατάληξη δεν μπορεί να ερμηνευτεί με όρους του είδους: «αριστερό λάθος», «δεξιό λάθος», «οππορτουνισμός» και άλλες ψυχολογικοπολιτικού περιεχόμενου διαπιστώσεις και κριτικές.

Αυτή η «αδικαιολόγητη» και «ακατανόητη» κατάληξη έχει τη δικαιολογία της: Η βιασύνη να «κλείσει» όσο γίνεται πιο σύντομα η συμφωνία δεν είναι άσχετη με τις εξελίξεις στο τριμερές μπλοκ κυριαρχίας που είχε συγκροτηθεί ανάμεσα στην κομμουνιστική Ρωσία, την Αγγλία και την Αμερική. Εν όψει της επικείμενης συνάντησης στη Γιάλτα, έπρεπε, δηλαδή, να δοθεί με κάθε τρόπο η έμπρακτη διαβεβαίωση προς τους άμεσα ενδιαφερόμενους, (άγγλους και σοβιετικούς), ότι η υπόθεση ελλαδικός χώρος είχε στην παρούσα φάση κλείσει με την αποδοχή μιας καθολικής ήττας, η οποία όμως δεν ανταποκρινόταν στην πραγματικότητα.

Ας σημειωθεί, εν προκειμένω, πως ήδη από τις 30 Δεκεμβρίου 1944 η κομμουνιστική Ρωσία γνωστοποίησε τον διορισμό ως πρεσβευτή στην Ελλάδα του ναύαρχου Σεργκέγιεφ. Αναγνώριζε, δηλαδή, το καθεστώς της Αθήνας απέναντι στο οποίο εξακολουθούσε να μάχεται ο ΕΛΑΣ, αν και ευρισκόμενος σε κατάσταση στρατιωτικής κατάρρευσης. Την αμέσως επόμενη μέρα η Επιτροπή του Λούμπλιν (όργανο του Σοβιετικού καθεστώτος) ανακηρύσσεται ως προσωρινή κυβέρνηση στην Πολωνία και η κομμουνιστική Ρωσία την αναγνωρίζει πέντε μέρες μετά.

Είναι φανερή η στενότατη σχέση αυτών των δύο γεγονότων. Το κομμουνιστικό καθεστώς αναγνωρίζει την αγγλική επέμβαση στις «εσωτερικές υποθέσεις» του ελλαδικού κράτους και «ισοφαρίζει» επεμβαίνοντας στην Πολωνία, την οποία θεωρεί ζωτικό χώρο για την ασφάλειά του.

Το άγριο μακελειό που έγινε στη διάρκεια των ΔΕΚΕΜΒΡΙΑΝΩΝ αποσκοπούσε στην κατασκευή μιας εικόνας αμφισβήτησης της αγγλικής κυριαρχίας στον ελλαδικό χώρο, χωρίς, όμως, να υπάρχει πραγματική πρόθεση για κάτι τέτοιο. Ήταν μια πρόκληση και πρόσκληση για στρατιωτική επέμβαση, ούτως ώστε να δικαιολογηθεί η Ρωσική κομμουνιστική επέμβαση στην διαμόρφωση του καθεστώτος στην Πολωνία. Η αναταραχή στο ακρότατο αυτό σημείο της Βαλκανικής, που ορίζεται ως ελλαδικός χώρος, είναι φανερό πως διευκόλυνε τους σχεδιασμούς της κομμουνιστικής Ρωσίας και όχι μόνον αυτής.

Πρόσωπα και καταστάσεις

Έχει αναφερθεί σε διάφορα κείμενα προσωπικών εκτιμήσεων και κομματικών ντοκουμέντων η τοποθέτηση σύμφωνα με την οποία οι δύο από τους πρωταγωνιστές της Συμφωνίας ήταν άνθρωποι των Άγγλων, χαφιέδες κ.λπ. Είναι προφανές πως αυτά ειπώθηκαν εκ των υστέρων για να δικαιολογηθούν με κάποιο τρόπο τα όσα έγιναν. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν υπήρχαν «σχέσεις» της κομματικής ηγεσίας με τον αγγλικό παράγοντα. Πώς θα μπορούσε άλλωστε να αποφευχθεί κάτι τέτοιο από τη στιγμή που υπήρχε ήδη η «υψηλών προδιαγραφών» συνεννόηση μεταξύ Τσώρτσιλ και Στάλιν; Από τη μεριά μας αρνούμαστε να εμπλακούμε στη γνωστή κομμουνιστική φιλολογία περί χαφιέδων και πρακτόρων (χωρίς να αρνούμαστε το γεγονός της ύπαρξης τέτοιων καταστάσεων) που δρα αποπροσανατολιστικά αποκρύπτοντας την ουσία.

Είναι προφανές, πως για το αποτέλεσμα της Βάρκιζας δεν ήταν αποκλειστικά υπαίτια η στάση των Τσιριμώκου, Σιάντου και Παρτσαλίδη. Βεβαίως και δε παραγνωρίζεται η σημασία που έχει η επιλογή των προσώπων σε τέτοιες καταστάσεις, όμως αυτή συνδέεται με την γενικότερη κατάσταση που υπάρχει τη δεδομένη στιγμή. Συνεπώς υπάρχει πραγματική σύνδεση ανάμεσα στα πρόσωπα και την αποστολή που αυτά έχουν αναλάβει να εκτελέσουν. Άλλωστε, γι’ αυτό το λόγο και επιλέγονται οι μεν αντί για τους δε.

Τα συγκεκριμένα άτομα είχαν επιλεγεί για να διεκπεραιώσουν με τον καλύτερο δυνατό τρόπο το έργο που τους είχε ανατεθεί. Το αν ο Τσιριμώκος «υπερέβαλλε» κάνοντας μυστικές συνεννοήσεις με τους Άγγλους, αυτό δεν θα μπορούσε να μην έχει γίνει αντιληπτό. Δεν είναι δυνατόν να μην ήξεραν τις επαφές του με τον Μπάλφουρ (που ήταν επικεφαλής του κλιμακίου της Ιντέλιτζενς Σέρβις στην Αθήνα), με τον «άνθρωπο» του αρχιεπίσκοπου Δαμασκηνού Ι. Γεωργάκη ή με τον Μακ Μίλλαν. Μόνο ηλίθιοι θα έχαφταν το πρόσχημα της δήθεν άρρωστης γιαγιάς του Τσιριμώκου, με το οποίο έφυγε από τη Βάρκιζα για να κάνει τις τελευταίες συνεννοήσεις με τους Άγγλους. Συνεπώς, δεν μπορεί να ξεπεραστεί με ένα επιπόλαιο τρόπο ο ισχυρισμός του Τσιριμώκου, ότι οι κομμουνιστές και ιδιαίτερα ο Σιάντος περίμεναν από αυτόν να πάρουν πληροφορίες για τις κινήσεις και τις διαθέσεις των Άγγλων.

«Για να διερευνηθεί αυτή ακριβώς η «ηθική ευθύνη» και για να συζητηθεί παρασκηνιακά η ειλικρίνεια των βρετανικών υποσχέσεων, ο Γ. Σιάντος (αν θυμάμαι καλά, ο Τσιριμώκος μου είχε αναφέρει και τον Σαράφη) παρότρυνε τον Τσιριμώκο να κατέβει στην Αθήνα, για να προσπαθήσει να εξακριβώσει τις προθέσεις της αγγλικής πλευράς. Και τις διαβεβαιώσεις για την «ειλικρίνεια» των βρετανικών υποσχέσεων έδωσε ο ίδιος ο καθηγητής Γεωργάκης, ο αρχιεπίσκοπος Δαμασκηνός και οι επίσημοι Βρετανοί παράγοντες. Το πρόσχημα για την άρρωστη γιαγιά, κλπ., ήταν για τους δημοσιογράφους, επειδή η ΕΑΜική αντιπροσωπεία δεν ήθελε να γνωσθεί η παρασκηνιακή αυτή κίνηση (ούτε ήσαν τόσο αφελείς ο Σαράφης, ο Σιάντος και ο Παρτσαλίδης εάν επρόκειτο να τους ξεγελάσουν με τέτοια κόλπα). Μάλιστα, ο Σιάντος, που ήθελε με πάθος την ειρήνευση, ρωτούσε επίμονα κατά την επιστροφή του στη Βάρκιζα τον Τσιριμώκο, τι απεκόμισε από τις συνομιλίες του με τους Άγγλους κι εκείνος τα αφηγήθηκε όλα λεπτομερώς στους άλλους»[4].

Αυτό που προκύπτει είναι πως και οι δύο πλευρές θεωρούσαν τον Τσιριμώκο «δικό τους» άνθρωπο. Αυτή είναι η πραγματικότητα. Δικός τους άνθρωπος, κατά πλήρη ομολογία και των δύο πλευρών, ήταν και ο Ευριπίδης Μπακιρτζής (ο «κόκκινος συνταγματάρχης»), δικός τους και ο Σαράφης και τόσοι άλλοι. Άλλωστε οι πλέον βρώμικες και εγκληματικές ενέργειες γίνονται από «δικούς».

Κάτω από το πρίσμα αυτής της πραγματικότητας, της κοινής, δηλαδή, γραμμής της αριστεράς και του ΚΚΕ έγινε δεκτό το άρθρο 3 της Συμφωνίας σύμφωνα με το οποίο: «Αμνηστεύονται τα πολιτικά αδικήματα τα τελεσθέντα από της 3ης Δεκεμβρίου 1944 μέχρι της υπογραφής του παρόντος. Εξαιρούνται της αμνηστίας τα συναφή κοινά αδικήματα κατά της ζωής και της περιουσίας, τα οποία δεν ήσαν απαραιτήτως αναγκαία για την επιτυχίαν του πολιτικού αδικήματος».

Ισχυρίζονται διάφορα στελέχη του ΚΚΕ ότι η εντολή που είχε δοθεί στην αντιπροσωπεία που θα πήγαινε στην Βάρκιζα ήταν να μην υπογράψει καμία συμφωνία που δεν θα περιλάμβανε την γενική αμνηστία. Όμως η συμφωνία υπογράφτηκε και κανείς δεν την αμφισβήτησε έμπρακτα, αφού ήταν εκτός των συμφωνημένων.

Τι ήταν εκείνο που έκανε την αντιπροσωπεία να επισπεύσει την υπογραφή σύμφωνα με τις απαιτήσεις των άγγλων και των εδώ συνεταίρων τους;

Πριν απαντηθεί αυτό το ερώτημα, ας δούμε πως πάρθηκαν κάποιες αποφάσεις.

Κατά τη σύγκληση του ΠΓ που συγκροτήθηκε για να αποφασίσει τη στάση του σε σχέση με την κατάσταση που προέκυψε μετά την ανακωχή, η πλειοψηφία που ήταν υπέρ της συνθηκολόγησης κατέφυγε σε μια απάτη. Σύμφωνα με τον Θανάση Χατζή, γραμματέα του ΕΑΜ, κάλεσε σε συνεδρίαση 4 μέλη της Κεντρικής Επιτροπής (Α. Τζήμα, Καίτη Ζέβγου, Σπ. Καλοδίκη, Κώστα Καραγιώργη) που βρίσκονταν στην έδρα εκείνη τη στιγμή. Έτσι παρουσίασε την απόφαση, του «διευρυμένου» Πολιτικού Γραφείου, για συνθηκολόγηση σαν «ομόφωνη» απόφαση της ΚΕ.

Σημειώνουμε πως κατά την συνεδρίαση αυτή: «Η Χρύσα Χατζηβασιλείου για πρώτη φορά ανέπτυξε τις αντιλήψεις της για το αδύνατο της δημιουργίας μιας Ελλάδας λαοκρατούμενης από την γεωγραφική της θέση και ότι κάναμε εγκλήματα που μας έχουν εκθέσει διεθνώς και εσωτερικά.

Ο Καραγιώργης ζήτησε τουλάχιστον να μην υπογράψουμε καμμία συμφωνία μέχρι που να συνέλθει η τριμελής Συνδιάσκεψη των αρχηγών των Μεγάλων δυνάμεων, όπου αν βρεθούμε σε ανακωχή και σε επανάληψη των εχθροπραξιών, ασφαλώς θα μπει στα θέματα συζήτησης και το Ελληνικό. Με μεγάλη επιμονή υποστήριζε την άμεση συνθηκολόγηση ο Αντρέας Τζήμας, όπως ο ίδιος έγραψε αργότερα σε μια από τις εκθέσεις του»[5].

Σε αυτή του την έκθεση προς την ΚΕ του ΚΚΕ, ο Ανδρέας Τζήμας, αναφερόμενος στην επίμαχη «συνεδρίαση της ΚΕ» ανάμεσα σε άλλα αναφέρει: «Παράταση της αντίστασης: Από τη μια μεριά θα μπορούσε κανείς να απαντήσει ότι θα μπορούσαμε να την παρατείνουμε τόσο, ώστε στρατιωτικά να υπάρχει μια άμεση συνέχεια με τον Δημοκρατικό Στρατό. Αλλά πολιτικά, τόσο εσωτερικά όσο και εξωτερικά (σχέσεις μας πάν’ απ’ όλα με τις Λαϊκές Δημοκρατίες στα Βαλκάνια) θα βλέπαμε την πολιτική μας επιρροή να περιορίζεται στο μίνιμουμ και η διαρκής αυτή ένοπλη αντίσταση δεν θα ήταν απαλλαγμένη, στην πρώτη περίοδο από γενικώτερες περιπλοκές στα Βαλκάνια».

Τα σημεία, λοιπόν, που αναφέραμε για την περίπτωση που ο ΕΛΑΣ καταλάμβανε τη Θεσσαλονίκη επισείει ο Τζήμας ως υπαρκτούς κινδύνους, αλλά και απειλές οι οποίες θα έπαιρναν σάρκα και οστά τόσο από την πλευρά της «σοβιετικής πατρίδας», όσο και από τα «αδελφά κόμματα» (Βουλγαρίας και Γιουγκοσλαβίας), στην περίπτωση που θα συνεχιζόταν η ένοπλη αναμέτρηση. Που σημαίνει: καλώς έγιναν όλα αυτά επειδή θα υπήρχαν επιπτώσεις (υποθετικές, αλλά και πραγματικές).

Μπορούσε, όμως, να συνεχιστεί η ένοπλη αναμέτρηση;

Σε σχετικού περιεχομένου ερώτηση του Γιάννη Ιωαννίδη προς τον επιτελάρχη του ΕΛΑΣ Θ. Μακρίδη (αν δηλαδή σε περίπτωση αποτυχίας των διαπραγματεύσεων στη Βάρκιζα, υπήρχε δυνατότητα συνέχισης των στρατιωτικών επιχειρήσεων και για πόσο χρονικό διάστημα) η απάντηση που πήρε ήταν: «Δύο χρόνια και με μεγάλη επιτυχία, Το εγγυώμαι με το κεφάλι μου». Ζήτησε, μάλιστα, από τα μέλη της αντιπροσωπείας που θα πήγαινε στη Βάρκιζα να τραινάρουν τις διαπραγματεύσεις τουλάχιστον μέχρι τις 5 Φεβρουαρίου, διάστημα κατά το οποίο θα βρισκόταν στη φάση ολοκλήρωσης η αναδιάταξη των δυνάμεων του ΕΛΑΣ[6].

Η απάντηση, συνεπώς, στο ερώτημα για ποιο λόγο υπήρξε η βιασύνη να υπογραφεί η Συμφωνία της Βάρκιζας βρίσκεται στα αποσπάσματα που παραθέσαμε. Αρχίζοντας από το τελευταίο, μπορεί να αντιληφθεί κάποιος τί θα επακολουθούσε εάν, μετά την άρνηση των Άγγλων και της κυβέρνησης Πλαστήρα για παροχή γενικής αμνηστίας, που, σύμφωνα με τα λεγόμενα των κομμουνιστών, υποτίθεται πως ήταν καθοριστική προϋπόθεση για την υπογραφή της Συμφωνίας στη Βάρκιζα, αποχωρούσε από τις συζητήσεις η ΕΑΜική αντιπροσωπεία.

Το δεύτερο σημείο είναι η Τριμελής Συνδιάσκεψη των Αρχηγών των μεγάλων δυνάμεων στη Γιάλτα. Οι υπολογισμοί και τα στριφογυρίσματα του Σιάντου, για ώρες πριν υπογράψει, δεν είχαν σχέση με το καταστροφικό περιεχόμενο της Συμφωνίας και ενδεχόμενους ενδοιασμούς (όπως θα μπορούσε να υποθέσει κάποιος καλόπιστος) αλλά με αυτούς τους δύο παράγοντες που προαναφέραμε. Και κυρίως με την συνάντηση των Στάλιν, Τσώρτσιλ και Ρούζβελτ, η οποία πραγματοποιήθηκε από τις 4 έως τις 11 Φεβρουαρίου 1945 στο μέγαρο Λιβάντια της Κριμαίας, κοντά στη Γιάλτα, που κατέληξε στη γνωστή ως Συμφωνία της Γιάλτας.

Άλλωστε, οι ερωτήσεις προς το Μακρίδη και οι όροι περί δήθεν γενικής αμνηστίας που υποτίθεται πως ήταν «εκ των ουκ άνευ» (sine qua non), αποδείχτηκαν άνευ σημασίας ή είχαν τεθεί για να ρίξουν στάχτη στα μάτια εκείνων που δεν γνώριζαν με ποιο τρόπο παιζόταν το παιχνίδι. Όπως συνηθίζουν να λένε οι κομμουνιστές, «το ποτάμι δεν γυρίζει πίσω». Το αποτέλεσμα της Συμφωνίας, ήταν προδιαγεγραμμένο όχι μόνο με βάση το αποτέλεσμα της «Μάχης της Αθήνας», αλλά και με την συμφωνία ανακωχής που προαναφέραμε.

Ισχυρίζονται κάποιοι από τους κομμουνιστές συγγραφείς και απομνημονευματογράφους πως δεν ήξεραν πως το ίδιο ακριβώς χρονικό διάστημα γινόταν η Συνδιάσκεψη της Γιάλτας. Ένας από τους πρωταγωνιστές της Συμφωνίας της Βάρκιζας, ο Δ. Παρτσαλίδης, υποστήριξε πως δεν υπήρχε γνώση για το ότι πραγματοποιούνταν η Γιάλτα.

Είναι δύσκολο να δεχτεί κάποιος ότι δεν υπήρχε γνώση αυτού του γεγονότος. Είναι προφανές, πάντως, πως αυτή ήταν αναμενόμενη, αν λάβουμε υπ’ όψιν μας και την τοποθέτηση του Κώστα Καραγιώργη που παραθέσαμε προηγουμένως.

Αλλά ακόμα και αν δεν ήταν επακριβώς γνωστή η ημερομηνία της Συνδιάσκεψης, είναι δεδομένο πως η μη υπογραφή της συμφωνίας και η αναμονή ήταν η μόνη σωστή στάση με βάση τα δεδομένα που υπήρχαν. Αλλά είπαμε: το νερό είχε μπει ήδη στο αυλάκι…

Παρά το ότι ακόμα και σήμερα οι κομμουνιστές και τα φερέφωνά τους εξακολουθούν να μην δέχονται κανενός είδους σχέση ανάμεσα στα δύο αυτά γεγονότα η πραγματικότητα, είτε από την αντικειμενική είτε από την υποκειμενική της πλευρά τούς διαψεύδει.

«Το ελληνικό ζήτημα –που τότε χαρακτηριζόταν από την απροκάλυπτη βρετανική στρατιωτικοπολιτική επέμβαση και κατοχή– δεν απασχόλησε τη Διάσκεψη της Γιάλτας. Τέτοιο θέμα δεν υπήρχε, καν, στην ατζέντα των εργασιών της. Στο περιθώριό τους, όμως, η σοβιετική πλευρά βρήκε την ευκαιρία να κάνει τις απαραίτητες νύξεις, υποδηλώνοντας με αυτόν τον τρόπο ότι δεν αδιαφορούσε για ό,τι συνέβαινε στη χώρα μας. Λέγεται ότι στις 8/2/1945 ο Στάλιν ρώτησε τον Τσώρτσιλ να τον πληροφορήσει τι συνέβαινε στην Ελλάδα, κάτι που επιβεβαιώνεται ως αληθινό ιστορικό γεγονός, αφού ο Βρετανός ηγέτης έστειλε μία μέρα μετά στον Σοβιετικό ηγέτη υπόμνημα πληροφοριακού χαρακτήρα για τις ελληνικές εξελίξεις»[7].

Σταλινοκομμουνιστικές κουτοπονηριές! Το ότι δεν υπήρχε στην ατζέντα δεν σημαίνει ότι δεν συζητήθηκε. Το «αδιάφορο» ενδιαφέρον του Στάλιν και οι διάφορες νύξεις του δεν έδειχναν κανενός είδους συμπάθεια για το μακελειό στον ελλαδικό χώρο και την συντριβή των αγωνιζόμενων «συντρόφων». Όλα αυτά αποσκοπούσαν στο να υπενθυμίσουν με τον κατάλληλο διπλωματικό (και μη) τρόπο, ότι αυτή η «επέμβαση» των άγγλων στην Ελλάδα θα εξισορροπούνταν (θα ήταν το «πάτσι») με την διαδικασία ένταξης της Πολωνίας στο Σοβιετικό μπλοκ, κάτι το οποίο και έγινε, τελικά. Εξ άλλου, ακόμα και οι ελάχιστα κατέχοντες τα περί της πολιτικής τεχνικής γνωρίζουν πως όταν δεν συζητείται επίσημα ένα γεγονός, σημαίνει πως έχει συζητηθεί και, πολλές φορές, επιλυθεί ανεπίσημα.

Παρ’ όλα αυτά, στις 9 Φεβρουαρίου έγινε στη Γιάλτα ουσιαστική συζήτηση και αναφορά στην Ελλάδα, στη διάρκεια της συζήτησης για το (ένα από τα κυρίαρχα στη Διάσκεψη) πολωνικό ζήτημα. Η συζήτηση αυτή έλαβε χώρα την ίδια μέρα που η ΕΑΜική αντιπροσωπεία είχε δεχθεί, πλέον, όλους τους ελληνοαγγλικούς όρους και συνεπώς το θέμα για τους συμμετέχοντες στη Γιάλτα θεωρείται και τυπικά λυμένο.

«Ο Τσώρτσιλ είπε πως έπρεπε “να διαβεβαιώσει τη Βουλή των Κοινοτήτων ότι θα γίνουν στην Πολωνία ελεύθερες εκλογές”.

Ο Ρούσβελτ παρατήρησε ότι οι εκλογές στην Πολωνία ήταν “η ουσία του όλου ζητήματος”.

Ο Στάλιν είπε ότι ο Μολότωφ έχει να κάνει «μια μικρή προσθήκη στη δήλωση των τριών μελών για την απελευθερωμένη Ευρώπη», η οποία έλεγε: “Θα δοθεί πλατιά υποστήριξη (από τους συμμάχους) στους πολιτικούς ηγέτες εκείνων των χωρών που έχουν λάβει ενεργό μέρος στον αγώνα εναντίον των γερμανών εισβολέων”.

Ήταν μια “μικρή τροπολογία” με την οποία –όπως είπε ο Στάλιν– θα αποδεχόταν τη δήλωση των τριών νικητριών δυνάμεων για τις απελευθερωμένες ευρωπαϊκές χώρες, διευκρινίζοντας αμέσως ότι ο Τσώρτσιλ “δεν χρειάζεται να ανησυχεί” πιστεύοντας, ίσως, ότι “η τροπολογία Μολότωφ είχε στόχο να εφαρμοστεί στην Ελλάδα”, οπότε ακολούθησε η εξής συζήτηση:

Ο Τσώρτσιλ είπε ότι “δεν ανησυχούσε σχετικά με την Ελλάδα”.

Ο Στάλιν παρατήρησε ότι “θα ήταν πολύ επικίνδυνο αν (ο Τσώρτσιλ) επιτρέψει σε άλλες δυνάμεις, εκτός από τις δικές του, να πάνε στην Ελλάδα”.

Ο Τσώρτσιλ έκανε τη δική του παρατήρηση: “Για την Ελλάδα δεν υπάρχει ζήτημα δημιουργίας μιας διασυμμαχικής επιτροπής, αλλά, αν ο στρατάρχης Στάλιν επιθυμούσε να στείλει στρατιωτικούς παρατηρητές, μπορούσαν να πάνε οπουδήποτε επιθυμούσαν”.

Ο Στάλιν ξεκαθάρισε τη θέση του λέγοντας ότι “είχε απόλυτη εμπιστοσύνη στη βρετανική πολιτική για την Ελλάδα”.

Ο Τσώρτσιλ έκλεισε την (περί Ελλάδας) συζήτηση εκφράζοντας “την ευγνωμοσύνη του γι’ αυτή τη δήλωση” (του Στάλιν)»[8].

Βεβαίως και δεν παραμένει ανεξήγητη, μετά από τα όσα έχουμε αναφέρει, η διαρκής αναφορά του ΚΚΕ στη Συμφωνία της Γιάλτας και μάλιστα σε συνδυασμό με αυτή της Βάρκιζας: «Οι συμφωνίες της Βάρκιζας και της Γιάλτας αποτελούν σοβαρό πολιτικό έρεισμα στον αγώνα κατά του φασισμού και την ομαλή δημοκρατική εξέλιξη της χώρας»[9].

Αλλά δεν λείπουν και τα «μπαλώματα» σε σχέση με αυτές τις δύο συμφωνίες. Έτσι, ο Σιάντος, σε συνέντευξη που έδωσε στο Ριζοσπάστη, ένα μήνα μετά τις Συμφωνίες υποκρίνεται πως δεν ξέρει ή κάνει πως δεν καταλαβαίνει το πνεύμα των συμφωνιών της Γιάλτας: «Το ζήτημα της αντιπροσωπευτικής κυβέρνησης το αφήσαμε ανοικτό στη Βάρκιζα. Η συμφωνία της Γιάλτας το θέτει σαν βασικό ζήτημα για όλες τις απελευθερωμένες χώρες. Το βασικό του νόημα είναι ένας προσωρινός τρόπος διακυβέρνησης, ο καταλληλότερος στη συγκεκριμένη στιγμή για ένα ομαλό πέρασμα στα δημοψηφίσματα και στις εκλογές». Για την αντιπροσωπευτική κυβέρνηση, όπως ήδη αναφέρθηκε, ο «πατερούλης» ήταν σαφέστατος σε ό,τι αφορά τον Ελλαδικό χώρο.

Το «υπέροχο» γλυκό της Βάρκιζας

Πώς αλλιώς θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν τα όσα συνόδευσαν την συμφωνία της Βάρκιζας αν όχι σαν ένα γλυκό βουτηγμένο στο αρσενικό;

Πάντως, από την πρώτη στιγμή μετά την υπογραφή της συμφωνίας, η αριστερά αποδύθηκε σε μια γιγαντιαία προσπάθεια για την πλήρη εφαρμογή της, γνωρίζοντας πως θα προκαλούνταν αντιδράσεις, αφού η ουσία της ήταν η καθολική παράδοση. Ο Σιάντος δήλωνε με τον πλέον κατηγορηματικό τρόπο: «Είμαστε ευχαριστημένοι για την υπογραφή της συμφωνίας και πιστεύουμε ότι ολόκληρος ο ελληνικός λαός είναι επίσης ευχαριστημένος, πλην, εννοείται ελαχίστων, που έχουν συμφέροντα κομματικά και πολιτικά»[10].

Να αναφερθούμε και πάλι στη συνέντευξη του Σιάντου στο Ριζοσπάστη, όπου ισχυριζόταν ότι: «Η Βάρκιζα είναι μια συμφωνία ίσου προς ίσον».

Αυτή η διατύπωση έχει διπλή ανάγνωση.

Η πρώτη έχει σχέση με ένα ψέμα που επιχειρήθηκε να «περαστεί» στα μέλη και τους οπαδούς του ΚΚΕ για να τους αναπτερώσει το ηθικό μπρός στον πανικό που υπήρχε (ας σημειωθεί πως ήδη ο αριθμός των μελών του κόμματος στους επόμενους μήνες συρρικνώθηκε καθώς 140.000 μέλη –κυρίως εξ αιτίας των αγριοτήτων και των δολοφονιών που έγιναν από την ΟΠΛΑ κατά την διάρκεια των ΔΕΚΕΜΒΡΙΑΝΩΝ– αποχώρησαν από το κόμμα.

Η δεύτερη έχει σχέση με την επιζητούμενη ισότητα μέσα στο μπλοκ της εξουσίας. Πρόκειται γι’ αυτή τη σχέση που «ελαφρά τη καρδία» παρέδωσε χιλιάδες ανθρώπους (ανάμεσά τους και κάποιους βασανιστές και δολοφόνους της ΟΠΛΑ), βορά στα χέρια των καθεστωτικών συμμοριών.

Κι εδώ ερχόμαστε στο πολυσυζητημένο θέμα της αμνηστίας των «αδικημάτων» που διαπράχθηκαν.

Είναι ξεκάθαρο πως η αμνηστία προστάτευε τα ανώτερα και κάποια από τα μεσαία στελέχη του κόμματος. Για όλους τους υπόλοιπους ίσχυε ο όρος του ποινικού αδικήματος. Όμως, αυτό το άρθρο είχε και διασταλτική ερμηνεία. Περιλάμβανε κατά περίπτωση και όσα εγκλήματα είχαν γίνει πριν από τα ΔΕΚΕΜΒΡΙΑΝΑ. Έτσι, για παράδειγμα, για τον Βελουχιώτη ασκήθηκε δίωξη για το φόνο του Μαραθέα (την περίοδο που ξεκινούσε τη δράση του), καθώς και για τα εγκλήματα στο Μελιγαλά.

Εννοείται πως η προστασία των «εκλεκτών» του κομματικού μηχανισμού δεν ήταν κάτι το καινούργιο και δεν θα ήταν το τελευταίο συμβάν αυτής της ατέλειωτης αλυσίδας θυσιών, από τις οποίες, όμως, οι «περιούσιοι» ήταν απόντες.

«Στην Ακροναυπλία τον Απρίλη του 1941 θα μπορούσαμε να δραπετεύσουμε και οι 600 κρατούμενοι. Το απαγόρευσε ή “ηγεσία”. [….] Όταν είχαν αρχίσει οι εκτελέσεις ομήρων όλοι ή οι περισσότεροι βρίσκονταν ακόμα στα στρατόπεδα και στις φυλακές. Κανείς ποτέ από αυτούς δεν εκτελέστηκε. Από τους εφτά που είχαν εκτελεστεί στην Ακροναυπλία, οι τέσσερεις ήταν αυτοί πού θα τούς εκτελούσε και η ίδια η ηγεσία. Ήταν αυτοί πού είχαν από καιρό τεθεί σε απομόνωση (σημ.: από το κόμμα). Ο Σεϊτανίδης, ο Θωΐδης, ο Καστανιάς και ο Τσουρτσούλης. Οι άλλοι τρεις ήταν ο Κοσκινάς, ο Μπερκέτης, και ο Αναγνωστόπουλος. Και ενώ κανείς από τα ηγετικά στελέχη του ΚΚΕ δεν εκτελέστηκε, οι Τροτσκιστές και οι Αρχειομαρξιστές, εκτός από πολύ λίγους πού είχαν κατορθώσει να δραπετεύσουν, όλοι όσοι βρίσκονταν στα στρατόπεδα, όλοι μέχρι ενός εκτελεσθήκανε.

Πρόκειται για συνεχείς συμπτώσεις; Ποιοι καταρτίζανε τούς καταλόγους εκείνων που θα εκτελούνταν για τα “ηρωικά κατορθώματα” του ΕΑΜ; Κανονικά πρέπει να ήταν ή Γκεστάπο, ή η Καραμπινερία με την ελληνική ασφάλεια και με πρώην Κομμουνιστές καταδότες. Υπήρχαν κριτήρια και ποιά; Πώς και γιατί ποτέ σε κανέναν κατάλογο δεν πέρασε το όνομα ηγετικού στελέχους του ΚΚΕ;

Να λένε τίποτα αυτά[11].

Μπορούμε, όμως, να ρίξουμε μια ματιά και σε ορισμένα ακόμα σημεία της Συμφωνίας, που ήταν: α) Μονομερής αποστράτευση του ΕΛΑΣ και συγκρότηση εθνικού στρατού μέσα από κανονική στρατολογία, β) Εκκαθάριση του κρατικού μηχανισμού από δοσίλογους και φασιστικά στοιχεία και γ) Διενέργεια δημοψηφίσματος και στη συνέχεια εκλογών μέσα στο 1945.

Αλλά, δεν προβλεπόταν η συγκρότηση αντιπροσωπευτικής κυβέρνησης, ούτε και γινόταν κάποιου είδους μνεία για την παρουσία των βρετανικών στρατευμάτων στον Ελλαδικό χώρο. Και όλα αυτά δεν ήταν τυχαία, δεν ήταν παραλείψεις, δεν συνιστούσαν αφέλεια. Ακόμα και ο πλέον άσχετος με τέτοιες καταστάσεις δεν θα άφηνε στη διακριτική ευχέρεια του αντιπάλου του να εκπληρώσει τους όρους μιας συμφωνίας χωρίς την παραμικρή εγγύηση. Οπότε, ή ο αντίπαλος δεν ήταν πραγματικά αντίπαλος ή κάτι άλλο υπήρχε πίσω απ’ όλα αυτά. Όπως θα δούμε στη συνέχεια ίσχυαν και οι δύο συνθήκες.

Στο συνοδευτικό, μεταξύ των άλλων, της Συμφωνίας της Βάρκιζας, το «Πρωτόκολλον Συμφωνίας Δια Στρατιωτικά Ζητήματα», μπορεί τα διαπιστωθεί το μέγεθος της παράδοσης των πάντων και όχι απλά των όπλων, αλλά και των αγωνιστών.

Υπό το πρόσχημα της υποτιθέμενης δημιουργίας εθνικού στρατού και από συμμετέχοντες στον ΕΛΑΣ στο άρθρο 7 του πρωτόκολλου διαπιστώνει κάποιος το μέγεθος του απερίγραπτου χαφιεδισμού.

«7. Υπό του Γενικού Στρατηγείου του ΕΛΑΣ θα παραδοθώσιν εις το Γενικόν Επιτελείον Στρατού εντός 30 ημερών από της υπογραφής της παρούσης αι κάτωθι καταστάσεις:
α) Των μονίμων αξιωματικών κατά κατηγορίας και των εφέδρων εκ μονίμων.
β) Των 1500 εφέδρων ονομασθέντων προ της 28 Απριλίου 1941.
γ) Των 1270 εφέδρων ονομασθέντων υπό του ΕΛΑΣ.
δ) Των 1001 καπεταναίων του ΕΛΑΣ.
ε) Των αναπήρων και φονευθέντων Εφέδρων Αξιωματικών των ονομασθέντων υπό του ΕΛΑΣ.

Εις τας καταστάσεις των Εφέδρων Αξιωματικών και των καπεταναίων θα εμφαίνονται και τα στρατολογικά των στοιχεία».

Και ύστερα, το ΚΚΕ «διαμαρτυρόταν» για διωγμούς, όταν ήταν αυτό που προηγούμενα είχε συμφωνήσει να «δώσει» στο κράτος και τις συμμορίες του, με «χαρτί και καλαμάρι», χιλιάδες μαχητές του ΕΛΑΣ.

 Η αδέξια δεξιοτεχνία

Έχουν ειπωθεί και γραφτεί πολλά για την απειρία του ΚΚΕ, για αδέξιους και λαθεμένους χειρισμούς και άλλες παρόμοιου είδους εξηγήσεις της ήττας των ΔΕΚΕΜΒΡΙΑΝΩΝ. Ούτε βέβαια μπορεί να δοθεί πειστική ερμηνεία με την χρήση της θεωρίας των πρακτόρων, των χαφιέδων και της «διάβρωσης», άσχετα με το εάν αυτά ίσχυαν σε κάποιο βαθμό. Θεωρούμε πως, μετά από τα όσα αναφέραμε, δεν τίθεται, στο ελάχιστο, ζήτημα αποδοχής τέτοιων εξηγήσεων.

Αναφερθήκαμε μέχρι τώρα σε ειδικούς λόγους που εξηγούν την χρησιμοποίηση ενός τεράστιου δυναμικού της κοινωνίας του ελλαδικού χώρου, για την υπεράσπιση των συμφερόντων της κομμουνιστική Ρωσίας, αλλά και των «αδελφών» κομμουνιστικών κομμάτων της Αλβανίας, Γιουγκοσλαβίας και Βουλγαρίας.

Καταλαβαίνουμε, όμως, πως και πάλι αυτοί οι λόγοι δεν είναι αρκετοί να εξηγήσουν αυτή την «αυτοκαταστροφική» μανία που είχε κυριεύσει τους ιθύνοντες του ΚΚΕ. Είναι κατανοητή η εγκληματική πονηριά του Στάλιν και των άλλων εξουσιαστών κομμουνιστών. Είναι, επίσης, δεδομένη η πλήρης δουλικότητα του ΚΚΕ προς την ΕΣΣΔ. Όμως, για να επιτευχθεί αυτός ο άθλος της τεράστιας καταστροφής χρειάζεται να υπάρχουν δύο ακόμα συνθήκες: α) η δυναμική του κόσμου που βρίσκεται σε κατάσταση διαρκούς ξεσηκωμού, και β) ο ιδεολογικοπολιτικός προσανατολισμός που καθορίζεται από την γεωπολιτική σημασία που αποδίδεται σε ένα χώρο από τις δυνάμεις της κυριαρχίας.

Εδώ, λοιπόν, υπάρχει το «μυστικό» που διατυμπάνιζαν όλες οι πλευρές με τις πράξεις τους. Είναι το «ανήκομεν εις την Δύσιν», που διατύπωσε ο Καραμανλής, ο πρεσβύτερος, ήταν ήδη γεγονός πολλές δεκαετίες πριν. Αυτό προφανέστατα ήταν γνωστό στους εξουσιαστές ηγέτες του ΚΚΕ. Μόνο που τότε δεν θα τολμούσαν να ξεστομίσουν αυτό που διδάχθηκαν στην ΚΟΥΤΒ (Κομμουνιστιτσέσκαγια Ουνιβερσιτάτ Τραβαγιέρσκι Βαστόκ-KUTV= Κομμουνιστικό Πανεπιστήμιο Εργαζομένων της Ανατολής), επειδή, μετά, δεν θα μπορούσαν να πουλήσουν τα επαναστατικά και απελευθερωτικά τους φούμαρα στους καταπιεσμένους ανθρώπους του ελλαδικού χώρου, που ένα σημαντικό τμήμα τους ήταν παθιασμένο με την ιδέα ενός ελεύθερου και δημιουργικού μέλλοντος. Ούτε, βέβαια, θα μπορούσε να ειπωθεί ξεκάθαρα και στους υπόλοιπους του κόμματος, που δεν ανήκαν στην κάστα των «μυημένων». Εκεί χρησιμοποιούσαν τα διάφορα ιδεολογικοπολιτικά ακροβατικά τους κόλπα, όπως (για παράδειγμα) αυτό των Λαϊκών Μετώπων.

Είδαμε προηγουμένως την τοποθέτηση της Χρύσας Χατζηβασιλείου για το αδύνατο της δημιουργίας μιας Ελλάδας λαοκρατούμενης λόγω της γεωγραφικής της θέσης.

Ας δούμε τώρα και τις εντυπώσεις ενός Γουγκοσλάβου κομμουνιστή, του Μπουκμάνοβιτς-Τέμπο (ενάμιση χρόνο πριν) ύστερα από τις συζητήσεις που είχε με τον Τζήμα (Σαμαρινιώτη) και τον Σιάντο: «Η συζήτηση αυτή με τον Τζήμα έφερε τότε στο νου μου τις οδηγίες που είχαμε πάρει από την Κομμουνιστική Διεθνή, στις αρχές ακόμα του αντιστασιακού αγώνα. Σύμφωνα με τις οδηγίες εκείνες ο αγώνας έπρεπε να αφορά μόνο την απελευθέρωση της χώρας από τον κατακτητή. Από τα όσα μου έλεγε ο Α. Τζήμας γινόταν για μένα φανερό, ότι οι Έλληνες σύντροφοι τηρούν κατά γράμμα τις οδηγίες εκείνες. Εμείς δεν συμφωνήσαμε. Γιατί ένας τέτοιος προσανατολισμός θα είχε σαν αποτέλεσμα να αγωνισθεί ο λαός και να δρέψουν στο τέλος άλλοι τους καρπούς».

Τα ίδια προβλήματα ο Τέμπο τα συζήτησε με το Σιάντο.

«Με τον Γ. Σιάντο συναντήθηκα τον Αύγουστο του 1943 σ’ ένα χωριό της Λάρισας. Ήταν μαζί του και οι Ιωαννίδης και Καραγεώργης. Η συζήτηση κράτησε μια νύχτα ολόκληρη… Στο ζήτημα της εξουσίας διαπίστωσα για μιαν ακόμα φορά ότι ακολουθούσαμε εντελώς διαφορετικούς δρόμους. Ο Σιάντος μου είπε: “Όταν η χώρα μας απελευθερωθεί, ο λαός θα αποφανθεί με ελεύθερες εκλογές τι είδους εξουσία θέλει να οικοδομήσει. Οι εκλογές θα πρέπει να διεξαχθούν από κυβέρνηση συνασπισμού στην οποία να συμμετέχουν και οι κομμουνιστές…”. Του απάντησα: “Μ’ άλλα λόγια αποκαθιστάτε τις δυνάμεις του παλιού κόσμου που στην πραγματικότητα έχουν πάψει να υπάρχουν. Τι αντάλλαγμα θα πάρετε γι’ αυτό; Κανένα. Οι δυνάμεις αυτές σήμερα δεν έχουν καμιά επιρροή στο λαό. Αλλά αν εσείς τις αποκαταστήσετε και συνεργαστείτε μαζί τους στην οργάνωση της εξουσίας, τότε αυτές ίσια-ίσια οι δυνάμεις θα γίνουν αύριο ο επικρατέστερος παράγων. Και δεδομένου ότι θα έχουν την συμμαχική υποστήριξη, δεν θα είναι δύσκολο να συμβεί και τούτο: Να σας εξουδετερώσουν, έστω και αν σήμερα έχετε εσείς την κύρια επιρροή στο λαό…”.

“Εσείς οι Γιουγκοσλάβοι –είπε ο Σιάντος– λύνετε όλα τα ζητήματα με τη δύναμη των όπλων. Εμείς χρησιμοποιούμε πολιτικά μέσα. Ο δικός μας δρόμος είναι ευκολότερος”»[12].

Είναι εξηγήσιμη, συνεπώς, η όλη στάση του ΚΚΕ που οδήγησε στις συμφωνίες του Λιβάνου, της Καζέρτας και της Βάρκιζας. Όπως είναι εξηγήσιμες και οι παλινδρομήσεις σ’ όλη τη διάρκεια της δεκαετίας του 1940 που αποδίδονται τάχα σε απειρία, ενώ οφείλονται σε μια προ πολλού χαραγμένη πορεία. Ο Σιάντος επιβεβαιώνει αυτήν την πορεία: «Για μας η συμφωνία της Βάρκιζας αποτελεί συνέχεια της πολιτικής του ΚΚΕ και του ΕΑΜ για μια πραγματικά ομαλή δημοκρατική εξέλιξη στην Ελλάδα»[13]. Ο ελλαδικός χώρος ήταν και θα παρέμενε «εις την Δύσιν». Το πλήθος των καταπιεσμένων θα χρησιμοποιούταν για να εξυπηρετηθούν οι ανάγκες του κομμουνιστικού κινήματος, αλλά τελικά και της κυριαρχία γενικότερα, αφού κάτω από την καθοδήγηση του ΚΚΕ και της αριστεράς θα οδηγούνταν στη συντριβή και την ταπείνωση. Τα πολιτικά μέσα (εξαπάτησης) και οι ακροβασίες του ΚΚΕ και των αριστερών συμμάχων του αποτέλεσαν και αποτελούν τα εργαλεία για τον αποπροσανατολισμό και τη χειραγώγηση.

Έτσι, ο «φασιστικός κίνδυνος» έγινε το κατ’ εξοχήν εργαλείο για την εμπέδωση του κρατισμού στο πλήθος των ανθρώπων που είχε στην επιρροή του, προκειμένου να τους μετατρέψει σε υποταχτικούς, σε πειθήνια όργανα που θα παλέψουν για να στυλωθεί το σύστημα που θα συνεχίσει να τους συντρίβει.

Στο όνομα του αντιφασισμού έγιναν τα μύρια όσα εγκλήματα στης διάρκεια της Κατοχής, των Δεκεμβριανών και μετέπειτα. Στο όνομα του αντιφασισμού στήθηκε το μετακατοχικό κράτος, με τον αγώνα για δημοκρατικές ελευθερίες και άλλα Μαρξιστολενινιστικά κουραφέξαλα που δυνάμωναν τις επιδιώξεις των κυρίαρχων. Άλλωστε την εκπλήρωση των υποχρεώσεών του, το ΚΚΕ, την ντύνει δια στόματος Σιάντου με τον αντιφασιστικό μανδύα: «Η μάχη της Αθήνας έθεσε το μεταπολεμικό πρόβλημα μέσα κι έξω από την Ελλάδα, βοήθησε τον αγώνα τον αντιφασιστικό στα γειτονικά και σε όλα τα άλλα κράτη»[14].

Το φόβητρο του φασισμού είναι ακόμα και στις μέρες μας το εργαλείο για να περάσουν, στους εξουσιαζόμενους, οι εκάστοτε επιδιώξεις των κυρίαρχων.

Ήταν δεδομένη και αποδεκτή η γεωπολιτική θέση και η ένταξη του ελλαδικού χώρου στο παραδοσιακό κομμάτι της κυριαρχίας. Επρόκειτο για ένα status quo, το οποίο το νεόδμητο κομμουνιστικό τμήμα της κυριαρχίας –που πρωτορίζωσε στη Ρωσία και κατόπιν έγινε το κέντρο ελέγχου των ανά τον κόσμο εξεγερμένων– όφειλε να αναγνωρίσει και να σεβαστεί. Αυτή η αποδοχή κάνει κατανοητό τον ρόλο που είχε ανατεθεί στο ΚΚΕ. Αυτός συνίσταται στην συμπόρευση με τους σχεδιασμούς των εξουσιαστών του ελλαδικού χώρου και του στυλοβάτη του κρατισμού στις δύσκολες περιστάσεις. Μια στάση που, κατά βάση, παραμένει αναλλοίωτη από τη δεκαετία του 1940 μέχρι και τις μέρες μας. Μπορούμε ενδεικτικά να αναφέρουμε τη στήριξη που πρόσφερε στο κράτος μέσω του αριστερού μετώπου της ΕΔΑ, αναδεικνύοντας την Ένωση Κέντρου με τον Παπανδρέου (των ΔΕΚΕΜΒΡΙΑΝΩΝ), την στάση του κατά τα Ιουλιανά του 1965 και την περίοδο της Δικτατορίας, το ρόλο του κατά τα πρώτα χρόνια της μεταπολίτευσης, την σύμπτυξη του μετώπου και την συγκυβέρνηση με τη ΝΔ στο «βρώμικο 1989», μέχρι και την πρόσφατη μνημονιακή στάση του.

Τα εξουσιαστικά «αγαθά» χρειάζεται διαρκής προσπάθεια για να έρθει κάποια στιγμή να αποκτηθούν και να αποδοθούν τα εύσημα και οι ανάλογες αμοιβές που θα υπάρξουν με την ένταξη στο σύστημα κυριαρχίας κι εκμετάλλευσης. Το ΚΚΕ πλέον είναι μία ακόμα ισχυρή μερίδα του εξουσιαστικού μπλοκ που νέμεται τους καρπούς που πριν από 80 και πλέον χρόνια ήταν «απαγορευμένοι» γι’ αυτό.

Οπότε, γίνεται κατανοητή η «ακατανόητη» αποδοχή της Συμφωνίας της Βάρκιζας σε όλες της τις πτυχές και εφαρμογές, που όρισαν οι παραδοσιακοί φορείς της κυριαρχίας με την ολόπλευρη υποστήριξη του κομμουνιστικού κέντρου.

Συνεπώς, τα όσα λέγονται για δήθεν απόπειρα κατάληψης με σκοπό την μονόπλευρη άσκηση της εξουσίας, μπορεί να αφορούν ορισμένα φανατισμένα, αδαή και απληροφόρητα στοιχεία του κομματικού μηχανισμού και της βάσης του ΚΚΕ, αλλά δεν ανταποκρίνονται στην κατεύθυνση που πραγματικά υπήρχε και η οποία θα τηρούνταν απαρέγκλιτα (όπως και έγινε) εφ’ όσον μπορούσαν να ελεγχθούν τα εκατοντάδες χιλιάδες μέλη και οπαδοί.

Το εύλογο ερώτημα που μπορεί να διατυπωθεί είναι: «Καλά, η άρνηση εκ μέρους των ιθυνόντων του ΚΚΕ να προχωρήσουν (στις 18, 25, αλλά και στις 31 Δεκεμβρίου 1944, όταν ο ΕΛΑΣ της Αθήνας είχε αρχίσει να καταρρέει), σε πολιτική διευθέτηση δεν είναι απόδειξη της επαναστατικής αδιαλλαξίας του ΚΚΕ; Και κομμάτι της αδιαλλαξίας αυτής δεν ήταν η εξόντωση των αντιπάλων του;».

Η απάντηση σε ένα τέτοιου είδους ερώτημα έχει σχέση όχι μόνο με την προηγούμενη ερμηνεία των γεγονότων, αλλά και με τον ρόλο που έπρεπε να παίξει, ούτως ώστε να κερδίσει μία θέση στον μπλοκ της εξουσίας. Είναι γεγονός πως η πλημμυρίδα που κατέκλυσε τις γραμμές του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ (420.000 μέλη) μέσα σε λίγα χρόνια (1941-1944), προκαλούσε αλληλοσυγκρουόμενες καταστάσεις και προβλήματα στα υψηλόβαθμα στελέχη του ΚΚΕ.

Επειδή, αφ’ ενός μεν απέκτησαν την δύναμη που προσφέρει το πάθος και η αφοσίωση χιλιάδων ανθρώπων και αφ’ ετέρου καταλήφθηκαν από το δέος μπροστά στο ενδεχόμενο να αποκαλυφτεί πως ο σκοπός της κομμουνιστικής πολιτικής και θεωρίας δεν είναι το υπεσχημένο καλύτερο μέλλον για μια ελεύθερη και δημιουργική ζωή των ανθρώπων, αλλά το συνταίριασμα με μια ήδη διαμορφωμένη εξουσιαστική κλίκα, με τα υπόλοιπα, δηλαδή, τμήματα των εξουσιαστών του πολιτικού και οικονομικού φάσματος. Αυτό, όμως, προϋπέθετε την καθολική και συστηματική διάλυση των κομματιών της κοινωνίας που βρίσκονται σε διεργασίες ανυποταξίας. Εδώ είναι που καλείται ο εξουσιαστής (στην περίπτωσή μας ο κομμουνιστής) να αποδείξει πόσο αδίστακτος είναι απέναντι στους εξουσιαζόμενους και πόσο ευπειθής και υποτακτικός είναι σ’ αυτούς προς τους οποίους προσβλέπει.

Στην πορεία για την ολοκλήρωση αυτού του σκοπού, που είναι η ένταξή του ΚΚΕ στο ευρύτερο εξουσιαστικό μπλοκ, χρειάζεται να επιδειχθεί η μέγιστη δυνατή ωμότητα, να επιτευχθεί η δυνατότητα ελέγχου και χρησιμοποίησης όλων αυτών των εκατοντάδων χιλιάδων ανθρώπων προς τους σκοπούς της εξουσίας. Τα εύσημα και οι απολαβές έρχονται με τον καιρό και κομματιαστά. Για την επίτευξη αυτού του σκοπού είναι καθοριστικό το πέρασμα από την επαναστατική αδιαλλαξία στην απόλυτη υποταγή. Αυτός είναι ο λόγος που δεν επιδιώχθηκε κάποια συμφωνία στη διάρκεια των ΔΕΚΕΜΒΡΙΑΝΩΝ. Επομένως, προκειμένου να αποφύγει να έρθει το ΚΚΕ άμεσα αντιμέτωπο με τους χιλιάδες αγωνιστές, οι οποίοι άλλα προσδοκούσαν, έπρεπε να τους οδηγήσει στη σφαγή, στην ήττα και την καταστροφή. Η πορεία μετά τη Βάρκιζα είναι, σε γενικές γραμμές, γνωστή.

Και δεν χρειάζεται να απορούμε γι’ αυτό το γεγονός. Για την εξουσία, ανεξάρτητα από το ποια μορφή αυτή παίρνει, οι άνθρωποι είναι αναλώσιμοι, είτε πρόκειται για τους κοντινούς είτε για τους «περισσευάμενους». Το πότε θα καταναλωθούν οι μεν και πότε οι δε, είναι θέμα χρόνου, συγκυριών και αποφάσεων.

Η απόφαση πάρθηκε όταν διακυβεύονταν τεράστια συμφέροντα και των δύο τμημάτων της κυριαρχίας. Και ο λόγος για τον οποίο έπρεπε όλες αυτές οι χιλιάδες ανθρώπων να κατατροπωθούν βρίσκεται στο ενδεχόμενο να έχαναν στον στρατιωτικό τομέα οι Αγγλοελληνικές δυνάμεις. Τότε πραγματικά οι εμπειρίες που θα αποκομίζονταν θα ήταν καταλυτικές για την πορεία των πραγμάτων. Ο κόσμος θα γύριζε προς στιγμήν(;;) ανάποδα και σίγουρα τα πράγματα θα ήταν πολύ διαφορετικά στις μέρες μας. Από πολλές απόψεις…

Ερχόμαστε, τώρα, στο δεύτερο σκέλος του ερωτήματος που διατυπώθηκε προηγουμένως. Κατ’ αρχήν, εννοείται πως όλος αυτός ο σχεδιασμός από το κομμουνιστικό μπλοκ της κυριαρχίας δεν θα μπορούσε παρά να ήταν γνωστός σε ελάχιστα μέλη του κόμματος. Όλοι οι υπόλοιποι ακολουθούσαν τις εντολές και έκαναν τις κριτικές τους εκ των υστέρων. Αυτός είναι και ο λόγος που η έκταση των θηριωδιών από τις κομμουνιστικές συμμορίες της ΟΠΛΑ και της Εθνικής Πολιτοφυλακής, από τη μία πλευρά, καθώς και των αγγλοελληνικών στρατευμάτων, από την άλλη, δεν γνώριζαν όρια. Αυτό ήταν και το σημείο του χαώδους βαθέματος των αντιθέσεων, οι οποίες δύσκολα θα μπορούσαν να ξεπεραστούν μετά την λήξη των εχθροπραξιών. Αλλά είναι και το σημείο που βοηθούσε στο γενικό και ειδικό «ξεσκαρτάρισμα». Ακόμη, δεν θα πρέπει να περνά απαρατήρητο το γεγονός, πως ήταν σημαντικός και ο αριθμός των ανθρώπων που δολοφονήθηκαν επειδή ανήκαν στο αιρετικό στρατόπεδο του κομμουνισμού (κυρίως τροτσκιστές, Αρχειομαρξιστές, καθώς και άλλοι που είχαν, κατά καιρούς, διαφωνήσει με το ΚΚΕ).

Σαν συμπλήρωμα της πρώτης φάσης εκπλήρωσης των καθηκόντων και των υποχρεώσεων του ΚΚΕ, και προς τις δύο πλευρές της κυριαρχίας, ήρθαν και οι εκκαθαρίσεις, το «ξεσκαρτάρισμα», προετοιμάζοντας, έτσι, τον επόμενο γύρο με το πιο «αφοσιωμένο» και εκβιασμένο από τις συνθήκες κομμάτι, που βρισκόταν υπό τον έλεγχο του κόμματος. Χαρακτηριστικό των διαδικασιών που ακολουθήθηκαν είναι και το απόσπασμα έκθεσης που έστειλε το Κ.Κ.Ε. προς το ΚΚΣΕ τον Σεπτέμβριο του 1946, όπου αναφέρονται τα παρακάτω:

«Στη διάρκεια του απελευθερωτικού αγώνα το Κόμμα μας έγινε Κόμμα μαζικό. Δημιούργησε παντού οργανώσεις και στο τελευταίο χωριό. Ο αριθμός των μελών του έφτασε στο Δεκέμβρη του 1944 στα 420.000 μέλη. Σ’ αυτή την περίοδο δημιουργήθηκαν πολλές χιλιάδες κατώτερα και μεσαία στελέχη. Σήμερα ο αριθμός των μελών του Κόμματος είναι 45.000 περίπου.

Η διαφορά αυτή οφείλεται στους εξής λόγους:

α) Ύστερα από την απόφαση του 7ου Συνεδρίου του Κόμματος (Οκτώβρης, 1945) για την πραγματοποίηση της πολιτικής ενότητας στο χωριό, πέρασαν στο Αγροτικό Κόμμα περίπου 250.000 μέλη, μαζί με όλα τα αγροτικά στελέχη.

β) Με την εκκαθάριση που έγινε στο Κόμμα μας ύστερα από τη Συμφωνία της Βάρκιζας αποκλείστηκαν 20 – 25.000 μέλη και

γ) Τα υπόλοιπα διέρρευσαν μετά τον Δεκέμβρη του 1944.

Σήμερα έχουμε 7 – 8.000 έμπειρα, κατώτερα και μεσαία στελέχη στις καθοδηγήσεις των Κομματικών οργανώσεων της Βάσης, στις Αχτιδικές Επιτροπές Πόλης, στα Συνδικάτα και στις άλλες εσωκομματικές οργανώσεις»[15].

Τα Δεκεμβριανά αποτέλεσαν το ξεκίνημα μιας διαδικασίας με σκοπό το ξεθεμελίωμα του πλέον εύρωστου και ανυπότακτου τμήματος του ελλαδικού κοινωνικού χώρου.

Οι κολασμένοι του Μπούλκες, οι χιλιάδες φυγόδικοι, οι άγριες συνθήκες τρόμου και αλληλοεξοντώσεων, τα 20.000 κρυμμένα όπλα προετοίμαζαν τον επόμενο γύρο. Αυτόν που μετά από ένα χρόνο και μερικούς μήνες θα έβαζε στην τελική ευθεία την ολοκλήρωση μιας πορείας που θα περνούσε μέσα από τις κατά βάση συνθήκες ομηρίας στη Ρωσία και τις υπόλοιπες χώρες του λεγόμενου ανατολικού μπλοκ, τις εξορίες, τους διωγμούς, τη μετανάστευση, το χρυσωμένο χάπι της ρεφορμιστικής αριστεράς (ΕΔΑ) και τέλος την υποταγή στους ορισμούς της κυριαρχίας και τη χρησιμοποίηση των υποτακτικών του ΚΚΕ σαν ασπίδα για την κάθε περίπτωση, όπου θα εκδηλωνόταν από τον μη ελεγχόμενο κοινωνικό χώρο κάποια ουσιαστική και έμπρακτη αμφισβήτηση της καθεστηκυίας τάξης πραγμάτων…

Συσπείρωση Αναρχικών

Από τη ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ, φ. 115, Απρίλιος 2012

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ:
1. Σόλων Γρηγοριάδης, Ιστορία της Συγχρόνου Ελλάδος 1941-1967, εκδ. Κ. Καπόπουλος τ. β΄, σ. 411.
2. Κρις Γούντχάουζ, το «Μήλον της Έριδος», σελ. 327.
3. Ουίνστον Τσώρτσιλ: «2ος Παγκόσμιος Πόλεμος, Απομνημονεύματα», εκδ. Ελληνική Μορφωτική Εστία, μτφ. Α. Σαμαράκης, τ. 6ος, σ. 336.
4. Απόσπασμα της επιστολής του ιστορικού Γ. Λεονταρίτη, που δημοσιεύτηκε στον Ριζοσπάστη, Αφιέρωμα για το ΔΣΕ, 14-11-1996.
5. Θ. Χατζής, Η νικηφόρα επανάσταση που χάθηκε, έκδ. ΔΩΡΙΚΟΣ, τ. Δ΄, Αθήνα 1983, σ. 376-377.
6. Γρηγόρης Φαράκος, Ο ΕΛΑΣ και η εξουσία, έκδ. Μορφωτικό Ινστιτούτο ΑΤΕ, Αθήνα 1989, τ. Β΄, σ. 247.
7. Ριζοσπάστης, Κυριακή 10 Φεβρουαρίου 2002, σελ. 12.
8. Π. Βερνάρδος, Η ΣΥΜΦΩΝΙΑ ΤΗΣ ΒΑΡΚΙΖΑΣ, εκδ. «ΤΟ ΠΟΝΤΙΚΙ», Ιανουάριος 1995, σ. 54-55.
9. Απόφαση της 11ης Ολομέλειας της ΚΕ του ΚΚΕ, 5-10 Απριλίου 1945.
10. Π. Βενάρδος, Η ΣΥΜΦΩΝΙΑ ΤΗΣ ΒΑΡΚΙΖΑΣ, σελ. 73.
11. Α. Στίνας, ΕΑΜ-ΕΛΑΣ-ΟΠΛΑ, έκδ. Διεθνής Βιβλιοθήκη, Αθήνα 1984, σελ. 94.
12. Περικλής Ροδάκης, Δεκέμβρης 1944, εκδ. Επικαιρότητα, Αθήνα 1984, σ. 37.
13. Συνέντευξη στο Ριζοσπάστη, 20 Μαρτίου 1945.
14. Γ. Σιάντος στην 11η Ολομέλεια της ΚΕ του ΚΚΕ.
15. Η κατάσταση στην Ελλάδα και τα επείγοντα προβλήματα του κινήματός μας, 12/9/46, Αρχείο ΚΚΕ-ΑΣΚΙ, Κ383/Φ: 20/33/1.

anarchy.gr

Advertisements
Both comments and trackbacks are currently closed.