ΒΑΡΚΙΖΑ: Από τη μεθοδευμένη σφαγή στη Συμφωνία (Μέρος 2ο )

Προς την ήττα και την συντριβή με κάθε τρόπο

Πριν προχωρήσουμε χρειάζεται, επίσης, να αναφερθούμε στο γεγονός της αποτροπής εκ μέρους του ΕΑΜ και του ΚΚΕ κάθε προσπάθειας και δυνατότητας για μια στρατιωτική νίκη απέναντι στην αγγλοελληνικά στρατεύματα.

Τα όσα αναφέρονται από ορισμένους πρωταγωνιστές των γεγονότων, που επέζησαν και κατέγραψαν την δική τους «αλήθεια», είναι βέβαιο πως δεν μπορούν να εξακριβωθούν παρά μόνο μέσα από μια διαρκή και επίμονη σύγκριση και αντιπαραβολή γεγονότων και ντοκουμέντων από τη στιγμή που οι σημαντικότεροι απ’ αυτούς πέθαναν κάτω από περίεργες συνθήκες ή δολοφονήθηκαν (Σιάντος, Ζέβγος). Μπορούν, όμως, να γίνουν αντιληπτά τα όσα ουσιαστικά συγκαλύπτονται, αλλά και εκείνα που αποκαλύπτονται από τις κατατεθειμένες επίσημες, αλλά και προσωπικές καταγραφές.

Για ολόκληρες δεκαετίες οι χρησιμοποιημένες κατά κόρον διάφορες περιγραφές, «εξηγήσεις» και ερμηνείες δεν έχουν κατορθώσει να δώσουν τη δυνατότητα στο μεγάλο αριθμητικά κομμάτι του πληθυσμού –που βρέθηκε με άμεσο, είτε έμμεσο, τρόπο συνδεμένο με γεγονότα αλλά και πρόσωπα της περιόδου με την οποία ασχολούμαστε– ώστε να καταλάβει τί πραγματικά είχε συμβεί. Ακόμα και μέχρι τις μέρες μας οι ανάγκες για πολιτική και ιδεολογική εκμετάλλευση συνεχίζουν να απλώνουν ένα πέπλο θολούρας και παραπλάνησης. Οι στερεότυποι αφορισμοί και οι κομμουνιστικές πολιτικές ορολογίες αντί να βοηθήσουν στην κατανόηση των γεγονότων, αντίθετα τα μπερδεύουν ακόμα περισσότερο. Η ουσία σκεπάζεται διαρκώς από επιστρώσεις αντιπαραθέσεων προσωπικού χαρακτήρα και υποκειμενικών ερμηνειών, όπου οι αντιφάσεις «δίνουν και παίρνουν», συσκοτίζοντας ακόμα πιο πολύ τα μυαλά των ανθρώπων και φανατίζοντας τους μικρόνοες. Ο λόγος που γίνεται αυτό είναι απλός. Ακόμα και σήμερα τα ψήγματα αλήθειας, στο βαθμό που θα αρχίζουν να γίνονται κατανοητά από τον πολύ κόσμο, θα προκαλέσουν σοβαρά προβλήματα στην (παρά το ότι είναι παγιωμένη) εξουσιαστική πραγματικότητα.

Οπότε, ούτε τα «ανεξήγητα» λάθη διευκολύνουν την κατανόηση, ούτε η αστυνομική αντίληψη περί χαφιέδων (όχι πως δεν υπήρξαν άτομα που υπηρετούσαν διάφορα συμφέροντα και πολιτικές σκοπιμότητες και τα οποία επηρέασαν την πορεία των γεγονότων σε σημαντικό βαθμό) δίνει επαρκείς απαντήσεις, επειδή η παρουσία και δράση τους δεν είναι ανεξάρτητη από διάφορους σχεδιασμούς και συμφέροντα που διαπλέκονταν.

Ούτε, βέβαια, οι εκ των υστέρων παιανισμοί για δήθεν νικηφόρα επανάσταση που «χάθηκε» (Θ. Χατζής) είχαν την αντοχή να σηκώσουν το βάρος της αλήθειας που, καθώς αποκαλύπτεται, σαρώνει όλο το υπόβαθρο της αριστερής και κομουνιστικής ιδεολογίας, αλλά και την υποκρισία που υπάρχει στον εσώτερο πυρήνα αυτών των θεωριών. Επειδή στις περιπτώσεις που εκδηλώνεται μια επανάσταση, η ήττα της μπορεί να προέλθει από ένα ή για να είμαστε επιεικείς από δύο –το πολύ– λάθη. Όταν χρειάζονται πάρα πολλά «λάθη», απανωτά και πάντα σε κρίσιμες περιστάσεις τότε, (όπως στην προκειμένη περίπτωση των ΔΕΚΕΜΒΡΙΑΝΩΝ και μετέπειτα) έχουμε μια διαρκή και συντονισμένη προσπάθεια για να συντριβούν οι χιλιάδες ανθρώπων που πίστεψαν σε ένα καλύτερο αύριο.

Οι λόγοι που συνέβησαν όλα αυτά δεν είναι τόσο αφανείς, παρ’ όλες τις προσπάθειες που αποσκοπούν να εμφανιστούν ως τέτοιοι. Θα προσπαθήσουμε να τους κάνουμε να γίνουν κατανοητοί εκθέτοντας κάποια χαρακτηριστικά γεγονότα και καταστάσεις, από την πληθώρα αυτών που είναι διαθέσιμα και στα οποία μπορούν να ανατρέξουν όσοι επιθυμούν να εμβαθύνουν στην πραγματική διάσταση των συμβάντων. Εκεί, γίνεται αντιληπτή και περισσότερο κατανοητή η καταστροφικότητα της εξουσίας, ιδιαίτερα αυτής που προέρχεται από μια υποτιθέμενη απελευθερωτική θεωρία, όπως η κομμουνιστική.

Μια και είπαμε για τους πρωταγωνιστές, ας μην ξεχνάμε έναν από τους πλέον αδίστακτους της κομμουνιστικής κλίκας, που έπαιξε καθοριστικό ρόλο στην καταστροφική έκβαση των γεγονότων. Πρόκειται για τον β΄ γραμματέα της ΚΕ του ΚΚΕ Γ. Ιωαννίδη του οποίου οι εκ των υστέρων λεονταρισμοί μπορεί, πλέον, να έχουν σχετική σημασία, όμως κάποια από τα λεγόμενά του[1], καθώς συνδυάζονται και αντιπαραβάλλονται με τα γεγονότα, τις παρεμβάσεις του, αλλά και τη δράση των υπολοίπων, δίνουν μια ικανοποιητική εικόνα των κατευθύνσεων που δίνονταν στις «κρίσιμες» καταστάσεις και ξεδιαλύνουν ασάφειες που υπήρχαν σε σχέση με τα αποτελέσματα που επήλθαν.

Δεν πρέπει να μας διαφεύγει μια «λεπτομέρεια»: Η θέση του β΄ γραμματέα είναι αυτή που παίζει συνήθως τον καθοριστικό ρόλο και ήταν γνωστό και δεδομένο πως λόγω της απουσίας του Ζαχαριάδη, ο Ιωαννίδης ήταν ένας από τους κατ’ εξοχήν κομιστές και εκφραστές των θέσεων της ΕΣΣΔ και πιο συγκεκριμένα του Στάλιν.

«Λίγο πριν συναντήσει τον Σβώλο είχε και αυτός (ο Ζέβγος), όπως και άλλα μέλη του ΠΓ που βρίσκονταν στην Αθήνα, πολύωρη συνεργασία με τον Ιωαννίδη, που χωρίς να έχει αποθεραπευτεί βγήκε από το Νοσοκομείο για να ξαναφέρει το Κόμμα και το κίνημα στο «σωστό δρόμο». Είχε δεχτεί μια τρομερή κριτική, ότι αφέθηκε να παρασυρθεί από τους «τυχοδιωκτισμούς» του Σιάντου. Ο Ζέβγος δεν πείστηκε, αλλά μπήκε σε βαθιά συλλογή.

Όλη τη νύχτα στις 6 προς 7 του Δεκέμβρη ο Ιωαννίδης δεχόταν ξεχωριστά τα μέλη του ΠΓ, που βρίσκονταν στην Αθήνα και τις πρωινές ώρες έφυγε, με ένα ένοπλο τμήμα για τη Χασιά, μαζί με τον Ζέβγο. Από κει έστειλε την Χρύσα Χατζηβασιλείου στην έδρα της ΚΕ του ΕΛΑΣ να ειδοποιήσει τον Σιάντο.

…Πραγματικά η συνεδρίαση του ΠΓ της ΚΕ του ΚΚΕ ήταν σκληρή και απογοητευτική για τον Σιάντο. Ο Ιωαννίδης τον κατηγόρησε ότι αφέθηκε να παρασυρθεί από το εξαγριωμένο πλήθος και μόνος του πήρε την απόφαση να συγκρουστούμε με την αντίδραση ένοπλα, παρ’ όλο που ήταν βέβαιο πως θα βρισκόμαστε αντιμέτωποι και με τα αγγλικά τμήματα. Ότι με τις πρωτοβουλίες του έφερε το ΠΓ του ΚΚΕ μπροστά σε αδιέξοδο και την ΚΕ του ΕΑΜ σε αναταραχή, με κίνδυνο να βρεθεί το ΚΚΕ απομονωμένο την πιο αποφασιστική στιγμή. Έπλεξε εγκώμιο στον Σβώλο, τον Τσιριμώκο και τους άλλους υπουργούς του κινήματος, που ενώ τους φέραμε μπροστά σε μια τόσο ανεπιθύμητη και δύσκολη κατάσταση, δεν διαχώριζαν τις ευθύνες τους από το Κόμμα μας και παραμένουν στο λαοκρατικό στρατόπεδο. Ότι ο αγώνας που άρχισε και συνεχίζεται στην Αθήνα, και αν ακόμα τελειώσει με νίκη του κινήματος είναι επιζήμιος για τον γενικό πόλεμο που κάνουν οι σύμμαχοι. Για τον λόγο αυτό και μόνο –τόνισε ο Ιωαννίδης– θα πρέπει να προσανατολιστεί η ηγεσία προς μια πολιτική λύση, με οποιαδήποτε θυσία, για να μην απομονωθεί το ΚΚΕ διεθνώς και εσωτερικά να μην διασπαστεί το ΕΑΜ. Απέρριψε κατηγορηματικά κάθε σκέψη για γενική εξόρμηση στο κέντρο της πόλης, που είχε προετοιμαστεί από την ΚΕ του ΕΛΑΣ….

…Όταν κατάλαβε (ο Σιάντος) πως δεν μπορούσε να πείσει το ΠΓ, ζήτησε να αντικατασταθεί από Γραμματέας της ΚΕ του ΚΚΕ και της ΚΕ του ΕΛΑΣ. Ο Ιωαννίδης όμως θεώρησε πως μια αντικατάσταση του Γραμματέα του Κόμματος τις κρίσιμες κείνες στιγμές θα έφερνε αναστάτωση και θα ζημίωνε το κίνημα.

…Το ΠΓ αποφάσισε να εισηγηθεί ο Σιάντος στην ΚΕ του ΕΛΑΣ να δώσει διαταγή που να αναστείλει τη γενική επίθεση στο Κέντρο, όπου βρισκόταν ο Σκόμπυ και το επιτελείο του, για να διευκολυνθεί μια προσπάθεια για πολιτική λύση της κρίσης»[2]. Την ίδια μέρα, όμως, (7.12.1944) η ΚΕ του ΕΛΑΣ με διακήρυξή της προς τον λαό της Αθήνας, του Πειραιά και των περιχώρων καλούσε σε «γενική μάχη για την λευτεριά και την ολοκληρωτική ανεξαρτησία της Ελλάδας»!!!.

Κι αυτά είναι ένα μικρό μέρος από πολλά ακόμη γεγονότα που αποδεικνύουν την ύπαρξη σχεδίου χρησιμοποίησης αλλά και εξόντωσης του πλέον δυναμικού τμήματος του ελλαδικού κοινωνικού χώρου. Πολλά είναι ακόμα τα γεγονότα που ενισχύουν αυτή την άποψη αν ανατρέξει κάποιος στις πηγές που αναφέρονται στο χρονικό διάστημα που εξετάζουμε. Δεν είναι κάτι δύσκολο και μπορεί όποιος το επιθυμεί να εμπλουτίσει τη γνώση και τις εμπειρίες του σχετικά με την εξουσιαστική κτηνωδία.

Χρειάζεται, όμως, να σταθούμε και σε ένα ακόμα «κρίσιμο» περιστατικό το οποίο δεν θα πρέπει να περάσει απαρατήρητο, αφού συνδέεται με ένα, επίσης, κρίσιμο σημείο της «μάχης της Αθήνας».

«Την 17ην ώραν της 11ης Δεκεμβρίου, ο Νεοζηλανδός αντισυνταγματάρχης ΕΫΚΕΤ, Σύνδεσμος παρά τη Ταξιαρχία, προσεκόμισεν, εν αντιγράφω, εκτίμησιν της καταστάσεως, συντεταγμένη υπό ανωτέρου αξιωματικού του ΕΛΑΣ με ημερομηνίαν 11 Δεκεμβρίου, ώρα 11, ο οποίος εφαίνετο ότι κατείχε πλήρως την στρατιωτική τέχνην. Απεδίδετο εις ένα εκ των τεσσάρων αξιωματικών του ΕΛΑΣ Μάντακαν, Σαράφην, Πυριόχον, Λαγκουράνην. Εις το έγγραφον τούτο εξετίθετο με πάσαν ειλικρίνειαν και αντικειμενικότητα η κατάστασις του στρατού του ΕΛΑΣ εν Αθήναις και αι μέγισται δυσκολίαι αι οποίαι παρουσιάζοντο λόγω της ηρωϊκής αντιστάσεως της ΙΙΙ ταξιαρχίας και της συνεχούς ενισχύσεως των Βρεταννικών στρατευμάτων. Και κατέληγεν με την πρότασιν, ότι είχε ανάγκη να ζητηθή ειρηνική διευθέτησις διότι δεν υπήρχε δυνατότης ενόπλου επικρατήσεως»[3].

Χρειάζεται να ληφθεί, σοβαρά υπ’ όψιν αυτή η αναφορά του Τσακαλώτου στη διαρροή ενός σημαντικού εγγράφου στα χέρια των άγγλων σε μια στιγμή που αυτοί βρίσκονταν σε απελπιστική κατάσταση και σκέφτονταν να υποχωρήσουν από την λεγόμενη ελευθέρα ζώνη. Η γνώση του περιεχομένου αυτού του εγγράφου (έξι(!!!) μόλις ώρες από την κοινοποίησή του) αναπτέρωσε το ηθικό των επιτελών των καθεστωτικών δυνάμεων, οι οποίες και εξαπέλυσαν αντεπίθεση. Έτσι, την ίδια μέρα η Ορεινή Ταξιαρχία από το Γουδί συνεπικουρούμενη από την μαζική επέμβαση της Αγγλικής αεροπορίας, κατόρθωσε να επιτύχει την κατάληψη του Σανατόριου «Σωτηρία» και την πλήρη εκμηδένιση ενός ολόκληρου τάγματος της ΙΙ Μεραρχίας του ΕΛΑΣ[4].

Το γεγονός αυτό σημαίνει ότι όχι μόνο από τις πρώτες μέρες των ΔΕΚΕΜΒΡΙΑΝΩΝ ήταν προκαθορισμένο και αναμενόμενο το αποτέλεσμα, αλλά και ότι υπήρχε ισχυρή καθοδήγηση προκειμένου να υλοποιηθεί. Όταν, δηλαδή, μετά από μία εβδομάδα μαχών οι αγγλοελληνικές δυνάμεις βρέθηκαν στα πρόθυρα της ήττας, εμφανίστηκε ο «από μηχανής θεός» [το εν λόγω κείμενο, στην προκειμένη περίπτωση, αλλά και το γεγονός που περιγράφεται στη συνέχεια]. Παρ’ όλα αυτά η ανθρωποθυσία στο βωμό των εξουσιαστικών σκοπιμοτήτων συνεχίστηκε για άλλες 25 μέρες και παρά το γεγονός πως υπήρξε σε τρεις διαδοχικές περιπτώσεις (στις 18, 25 και 31 Δεκεμβρίου) η δυνατότητα να σταματήσει το μακελειό. Είναι δεδομένο και αδιαμφισβήτητο, επίσης, πως στην πράξη μπλοκαριζόταν κάθε δυνατότητα, που προέκυπτε, για στρατιωτική νίκη.

Ακόμα και σε εκείνες τις περιπτώσεις, δηλαδή, όπου ο έλεγχος των μαχών ξέφευγε από τον καθορισμένο σχεδιασμό και δινόταν η δυνατότητα υπερφαλαγγισμού των αγγλοελληνικών στρατιωτικών δυνάμεων, που βρίσκονταν στο κέντρο της Αθήνα, ακολουθούσε μια αναστολή των επιθέσεων, δίνοντας τον απαραίτητο χρόνο ανασυγκρότησης και ενδυνάμωσης των αντιπάλων του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ.

Ας δούμε τί γράφει, εν προκειμένω, ένας ακόμα από το αντίπαλο στρατόπεδο: «…Την 12η Δεκεμβρίου απεσταλμένος του ΕΛΑΣ ρώτησε τον Σκόμπυ υπό ποίους όρους θα δεχόταν να υπογράψει συμφωνία αναστολής των εχθροπραξιών. Η απάντηση του Βρετανού στρατηγού υπήρξε λακωνική: Να εκκενωθεί η Αττική!

Η ανταπάντηση του ΕΛΑΣ υπήρξε κατ’ άλλον τρόπον σπαρτιατική την ίδια ημέρα, λίγες ώρες αργότερα, μια θυελλώδης επίθεση των τμημάτων του τού επέτρεψε να καταλάβει διάφορα άλλα κτίρια. Η βρετανοελληνική ελευθέρα ζώνη περιοριζόταν αισθητά. Κατέβαινε περίπου στα τρία τετραγωνικά χιλιόμετρα ή ίσως και κάτω από αυτά.

Την επομένη, η επίθεση υπήρξε ευρύτερη και σκληρότερη. Μεγάλος αριθμός ολμοβόλων και πενήντα περίπου πυροβόλα, όπως και διάφορα μέσα δολιοφθοράς ετέθησαν σε ενέργεια.

Όλες οι μονάδες του ΕΛΑΣ, χωρίς να περιμένουν ενισχύσεις που κατέφθαναν, ανέλαβαν σφοδρές επιθέσεις…

… Έπειτα, αιφνιδίως, για λίγες μέρες επεκράτησε σχετική ησυχία. Αντηλλάσσοντο πυροβολισμοί. Γίνονταν μικρές αψιμαχίες, ερρίπτοντο μερικοί όλμοι, αλλά δεν σημειώνονταν αξιόλογες συγκρούσεις. Ηρεμία ανεξήγητη. Αν η επίθεση είχε συνεχισθεί με την ίδια ορμή και άνευ διακοπής, είναι άγνωστο αν η «ελευθέρα ζώνη», τόσο αδύνατη τότε, θα είχε κατορθώσει να αντισταθεί. Η ερμηνεία ήταν ακόμη περισσότερο ανεξήγητη, καθόσον από της πλευράς του ΕΛΑΣ «τη μάχη των Αθηνών» την διηύθυνε ο Στρατηγός Μάντακας, που ήταν άλλοτε μόνιμος αξιωματικός και ο οποίος ήταν γνωστός ως άξιος και μαχητικός στρατιώτης. Επρόκειτο λοιπόν πιθανότατα για αναστολή των μεγάλης κλίμακος επιχειρήσεων, την οποίαν επέβαλε ο πολιτικός παράγων. αναστολή που υπήρξε σωτηρία για τους κυβερνητικούς, δυσμενής, αν όχι ολεθρία, για τους επαναστάτες»[5]. Και δεν είναι, εννοείται, αυτή η μοναδική περίπτωση τέτοιου είδους, κατά την διάρκεια των ΔΕΚΕΜΒΡΙΑΝΩΝ.

Η βασική διαπίστωση που μπορεί να κάνει όποιος ασχοληθεί με τα γεγονότα της περιόδου 1944-1949 είναι πως η συμφωνία της Βάρκιζας αποτελεί τον ενδιάμεσο σταθμό μιας προδιαγεγραμμένης πορείας με καθορισμένο, μάλιστα, τέλος.

Μέσω αυτής επικυρώνονται όλες οι συμφωνίες που έγιναν στο προσκήνιο (Λίβανος, Καζέρτα) και στο παρασκήνιο, του κεντρικού θεάτρου που λέγεται κυριαρχία, και αποκαλύπτονται, μέσα από την διερεύνηση των γεγονότων, οι συναλλαγές ανάμεσα στις εξουσίες «Ανατολής» και «Δύσης», ανάμεσα στο ΚΚΕ και τους κρατιστές του ελλαδικού χώρου. Γίνονται φανεροί οι λόγοι της «εκτροπής» που οδήγησαν στα αποτρόπαια εγκλήματα που πραγματοποιήθηκαν τόσο στον τομέα των στρατιωτικών επιχειρήσεων όσο και σε εκείνον των εκκαθαρίσεων.

Άλλωστε, η Συμφωνία αυτή εκτός από τον επικυρωτικό της χαρακτήρα προετοίμασε και τα βήματα που ακολούθησαν, με κύριο στόχο την διάλυση και καθυπόταξη ενός ρωμαλέου και ανυπόταχτου τμήματος του κοινωνικού χώρου που είχε αναδειχτεί στη διάρκεια των τριών δεκαετιών που προηγήθηκαν. Μια ανάδειξη που προήλθε μέσα από πολύμορφες διεργασίες σαν απόρροια πολιτικών, οικονομικών και γεωγραφικών αναδομήσεων και διαδικασιών τις οποίες επέβαλαν οι εξουσιαστές της περιοχής αλλά και η κυριαρχία της εποχής εκείνης.

Με ωμότητα και χωρίς τον παραμικρό ενδοιασμό οι ιθύνοντες του ΚΚΕ και της Αριστεράς (Τσιριμώκος και λοιποί) παρέδωσαν τους ανθρώπους που εξουσίαζαν (και όχι μόνο αυτούς) στα χέρια της αντίπαλης κλίκας. Αυτή είναι η πραγματική αλήθεια, όσο πικρή κι αν είναι η γεύση της για όσους εξακολουθούν, ακόμη, να ζουν μέσα στις επαναστατικές κομμουνιστικές φαντασιώσεις.

Αυτές οι φαντασιώσεις που κατατρύχουν όσους διακατέχονται από τη ασθένεια που λέγεται εξουσιαστική μανία (που την καλύπτουν πίσω από διάφορες μάσκες ελευθεριακού χαρακτήρα) τους κάνουν να ξεπερνούν την αλήθεια κατηγοριοποιώντας της σαν «ψιλά γράμματα». Φαίνεται πως δεν γίνεται κανενός είδους προσπάθεια να κατανοηθεί πως η συγκρότηση των κινημάτων, είτε ντύνονται τον μανδύα του αναρχισμού, είτε αυτόν του κομμουνισμού στην πραγματικότητα αποτελούν μια τεράστια παγίδα για τους εξουσιαζόμενους.

Ανάμεσα στους πολλούς τρόπους που διαθέτουν οι εξουσιαστές και μέσα από τους οποίους προσπαθούν να παραπλανήσουν τους ανθρώπους και να τους εντάξουν σε πολιτικούς σχηματισμούς και μηχανισμούς, προκειμένου να επιτύχουν τα σχέδια τους, είναι και οι συγκροτήσεις διαφόρων κινημάτων που συνιστούν ένα πολύ χρήσιμο τρόπο για να εξυπηρετούν τους σκοπούς τους, αφού με αυτά μπορούν να κινητοποιούν τεράστιες αριθμητικά δυνάμεις μέσα από πολιτικά προτάγματα, αλλά χωρίς να δίνεται η δυνατότητα σ’ αυτούς που κινητοποιούνται να κατανοήσουν το τί ακριβώς επιδιώκεται. Χρησιμοποιούνται σαν μια μάζα που δουλεύεται από μια κάστα ειδικών και εμπειρογνωμόνων.

Τα διάφορα κινήματα αποτελούν την άλλη εκδοχή ενός κόμματος ή κομματικών παρατάξεων και οδηγούν στη συντριβή ανθρώπων, στο γκρέμισμα των ονείρων τους και την θριαμβευτική πορεία των εξουσιαστών.

Οι αναρχικοί έχουν πικρή εμπειρία των καταστροφικών συνεπειών που επιφέρουν τα κινήματα και οι κινηματικές διαδικασίες. Την προηγούμενη δεκαετία από αυτήν στην οποία αναφερόμαστε -και μόλις έξι χρόνια πριν- έλαβε χώρα η συντριβή των αναρχικών στην Ισπανία που ενταγμένοι στο αντιφασιστικό δημοκρατικό κίνημα οδηγήθηκαν σαν πρόβατα στη σφαγή. Το ίδιο συνέβη και με το εθνικοαπελευθερωτικό κομμουνιστικό κίνημα του ελλαδικού χώρου. Αυτές είναι εμπειρίες και διδάγματα που δεν θα πρέπει να παραβλέπουμε ή να ξεχνάμε. Πρόκειται για εικόνες από το παρελθόν που πλασάρονται –με κάθε ευκαιρία– και ετοιμάζεται να προβληθούν και να πάρουν υλικές διαστάσεις, που μπορούν να έχουν την μορφή της τραγωδίας ή της ιλαροτραγωδίας.

Συσπείρωση αναρχικών

Από τη ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ, φ.114, Μάρτιος 2012

Παραπομπές:

1. Γιάννης Ιωαννίδης, Αναμνήσεις, εκδ. Θεμέλιο, Αθήνα 1979.
2. Θανάσης Χατζής, Η νικηφόρα Επανάσταση που χάθηκε, εκδ. ΔΩΡΙΚΟΣ, Αθήνα 1983, σελ. 245 επ..
3. Θ. Τσακαλώτος, 40 χρόνια στρατιώτης της Ελλάδος, Αθήναι 1960.
4. Σολ. Γρηγοριάδης, Ιστορία της Συγχρόνου Ελλάδος 1941-1967, εκδ. Κ. Καπόπουλος, τόμος 3, σελ. 393 επ..
5. Ευάγγελος Αβέρωφ-Τοσίτσας, «Φωτιά και Τσεκούρι!», έκδ. Βιβλιοπωλείον της ΕΣΤΙΑΣ, Αθήνα 2010, σε. 133 επ..

anarchy.gr

Advertisements
Both comments and trackbacks are currently closed.