ΒΑΡΚΙΖΑ: Από τη μεθοδευμένη σφαγή στη Συμφωνία (Μέρος 1ο )

Σε κείμενό μας στην ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ, φ.78, Δεκέμβριος 2008, είχαμε αναφερθεί στα ΔΕΚΕΜΒΡΙΑΝΑ 1944, που ήταν ένας από τους λεγόμενους γύρους αναμέτρησης του ΚΚΕ με το καθεστώς. Τα στοιχεία και γεγονότα που συνοπτικά έχουν παρατεθεί δεν αφήνουν κανενός είδους αμφιβολία για μια μεθόδευση, που στόχευε τόσο στην φυσική εξόντωση, αλλά κύρια στην καταρράκωση των διαθέσεων και των επιθυμιών, για ένα ελεύθερο και δημιουργικό μέλλον, που είχε ένα μεγάλο τμήμα του ελλαδικού πληθυσμού. Πρόκειται για μία από τις συνήθεις συνταγές και διαδικασίες που εφαρμόζονται από τους πολιτικούς διεκπεραιωτές των διαφόρων εξουσιαστικών ιδεολογιών, ώστε να επιτευχθεί η υποταγή όσων από τους ανθρώπους κινούνται, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, προς κατευθύνσεις αντίθετες από αυτές που έχουν ορίσει οι κυρίαρχοι. Εννοείται πως ο κομμουνισμός και η αριστερά δεν εξαιρούνται από αυτό που προσδιορίζεται ως εξουσία και κυριαρχία.

Είναι ωφέλιμο να εντείνουμε την προσοχή μας τόσο στα γεγονότα των ΔΕΚΕΜΒΡΙΑΝΩΝ όσο και στα όσα προηγήθηκαν ή επακολούθησαν και να εμβαθύνουμε στη σημασία τους, αλλά και στις επιπτώσεις που υπήρξαν στην ζωή των ανθρώπων τα μετέπειτα χρόνια.

Καθώς συμπληρώθηκαν 67 χρόνια από τη Συμφωνία της Βάρκιζας (υπογράφτηκε στις 12 Φεβρουαρίου 1945) είναι καιρός να γίνουν κάποιες απαραίτητες επισημάνσεις.

Η συμφωνία αυτή αποτέλεσε την ολοκλήρωση των προηγούμενων συμφωνιών του Λιβάνου και της Καζέρτας και υπήρξε αποκαλυπτική για τις πραγματικές προθέσεις των κομμουνιστών και των αριστερών του ελλαδικού χώρου. Ήταν συνακόλουθη της κατάρρευσης του ΕΛΑΣ κατά τη διαβόητη «μάχη της Αθήνας». Μία κατάρρευση που συμπορεύτηκε από την απερίγραπτη σφαγή του πληθυσμού της Αττικής και του Πειραιά, κυρίως.

Θα πρέπει να ειπωθεί πως οι διάφορες τοποθετήσεις και στάσεις απέναντι στη Συμφωνία αφορούν κατά βάση όσους προσπαθούν να αποκόψουν κάποια γεγονότα και να τα εξετάσουν μεμονωμένα, χωρίς δηλαδή να τα συνδέουν με τις παραμέτρους, οι οποίες έχουν ουσιαστική σχέση με αυτά.

Αυτό που χρειάζεται να επισημάνουμε είναι πως η Συμφωνία, αλλά και τα όσα προηγήθηκαν αυτής δεν αποτελούν μέρος της αναρχικής απελευθερωτικής δράσης και εννοείται πως δεν συνιστούν μέρος της ιστορίας των αναρχικών αγώνων.

Αυτό είναι καθοριστικό στοιχείο για μια σειρά από καταστάσεις που έχουν προκύψει στο απώτερο και κοντινό παρελθόν, αλλά και για όσες εμφανίζονται στις μέρες μας. Εάν ασχολούμαστε με τα ΔΕΚΕΜΒΡΙΑΝΑ, τη Βάρκιζα και άλλα γεγονότα ανάλογου περιεχομένου είναι επειδή μέσα από αυτά αναδεικνύεται η εξουσιαστική βαρβαρότητα τόσο του κομμουνισμού, όσο και της αριστεράς ευρύτερα.

Σ’ αυτά τα γεγονότα οι αναρχικοί δεν είχαν και δεν έχουν κανένα λόγο να επωμισθούν καταστάσεις, γεγονότα και ευθύνες. Η ιστορία των εξουσιαστών δεν μπορεί να συμπλέκεται (ή και να ταυτίζεται) με την αναρχική ιστορία. Παρ’ όλα αυτά, η γνώση των κοινωνικών αγώνων αλλά και του ρόλου της κυριαρχίας είναι σημαντικό εφόδιο, που βοηθά στο να αποφεύγονται οι επιβλαβείς επιδράσεις των εξουσιαστικών ιδεολογιών και των πολιτικών πρακτικών στους αγώνες των ανθρώπων για έναν ανεξούσιο κόσμο.

Είναι συνεπώς αφέλεια, αποτέλεσμα άγνοιας ή δολιότητα το να σερβίρεται η ιστορία της εξουσίας σαν αναρχική και μάλιστα σαν υπόθεση που αφορά τον συνολικό απελευθερωτικό αγώνα. Όσοι, για ιδιοτελείς σκοπούς προσπαθούν να συσχετίσουν ή να ταυτίσουν την αναρχική άποψη, θεώρηση και δράση με τα εξουσιαστικά κατασκευάσματα του κομμουνισμού και της αριστεράς είναι προφανές πως θέλουν να χρησιμοποιήσουν, ή ότι ήδη χρησιμοποιούν, ανθρώπους για διάφορους άλλους λόγους εκτός από αυτόν της συνολικής απελευθέρωσης από κάθε μορφή εξουσίας κι εκμετάλλευσης. Κι ας υποκρίνονται τους ανιδιοτελείς.

Είναι απαραίτητο να κατανοηθούν σε βάθος, όσα μέσα από συσκοτίσεις και μπλεξίματα εννοιών και καταστάσεων εμφανίζονται σαν συστατικά της προσπάθειας απελευθέρωσης των ανθρώπων, με σκοπό να κατοχυρωθούν στην συνείδηση τους, σαν τέτοια. Έτσι, ενώ πρόκειται για καταστάσεις παντελώς ξένες προς τα ουσιαστικά συμφέροντά τους, που αφορούν την απελευθερωτική προοπτική, πολλοί άνθρωποι οδηγούνται στο να τις «οικειοποιούνται», ακολουθώντας, επαναλαμβάνοντας, στηρίζοντας και υπερασπιζόμενοι εξουσιαστικές και αναμφίβολα εγκληματικές πρακτικές και καταστάσεις (π.χ. ΕΑΜ-ΕΛΑΣ-Μελιγαλάς).

Χρειάζεται να είμαστε αυστηροί απέναντι σε τέτοια θέματα. Η συνεχής ανακύκλωση εξουσιαστικών αντιλήψεων ανέκαθεν αποτελούσε και αποτελεί πρόβλημα για την ανάδειξη ουσιαστικών και συνολικών απελευθερωτικών χαρακτηριστικών στη σκέψη και τη πράξη των ανθρώπων. Επομένως, όσοι αρέσκονται να λένε ότι: «έχει περάσει ο καιρός που οι αριστεροί και οι κομμουνιστές μπορούσαν να εκμεταλλεύονται τις διαθέσεις αγωνιζόμενων ανθρώπων», οφείλουν να κάνουν τα λόγια αυτά πραγματικότητα βάζοντας οριστικά και αμετάκλητα την ταφόπλακα σ’ αυτές τις εξουσιαστικές ιδεολογίες και εμποδίζοντας τη δυσοσμία τους να μολύνει κι άλλο τους ανέμους της συνολικής απελευθερωτικής προσπάθειας.

Σχετικά με τη Συμφωνία της Βάρκιζας, διαπιστώνουμε την κατ’ αρχήν επιδοκιμασία της, για λόγους συγκεκριμένων σκοπιμοτήτων, αλλά και την μετέπειτα αποδοκιμασία της για ίδιους και πάλι λόγους. Είναι χαρακτηριστικό πως μέχρι το 1950 θεωρούνταν ένα θετικό γεγονός. Μετά άρχισε η αποδόμηση και τότε χαρακτηρίστηκε προδοσία. Η αποδοκιμασία είναι επίσης δεδομένη στο 8ο Συνέδριο του ΚΚΕ το 1961, όπου κατατάχτηκε σαν ένα από τα «σοβαρότερα λάθη».

Το ΚΚΕ της «σύγχρονης εποχής» ξαναγράφοντας την ιστορία του στρογγυλεύει τις «γωνίες». Αφού δεν παραλείπει να επαναλάβει τις συνηθισμένες ηρωικές φανφάρες του, προχωρά στην περιγραφή των σημείων της Συμφωνίας δίνοντας την εντύπωση της επιτυχίας, για να καταλήξει: «…δεν ανταποκρινόταν στο συσχετισμό των πολιτικών και στρατιωτικών δυνάμεων… Η συμφωνία που υπογράφτηκε αποτέλεσε ουσιαστικά συνθηκολόγηση με τους Βρετανούς και την ντόπια αντίδραση».[1]

Βεβαίως, αν ανατρέξει κάποιος στην πληθώρα των συγγραμμάτων που έχουν γραφτεί σχετικά με τα ΔΕΚΕΜΒΡΙΑΝΑ και τη Βάρκιζα θα διαπιστώσει πως μέσα από τα ασύστολα ψεύδη, τις παραποιήσεις γεγονότων ή τις ωμές αλήθειες ένα σταθερό και αμετακίνητο υπόβαθρο: την ομόθυμη στάση όλων των στελεχών του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ στις αποφάσεις και τις κινήσεις των οποίων η αναποτελεσματικότητα (προς τον υποτιθέμενο στόχο κατάληψης της εξουσίας) ήταν εκ των προτέρων φανερή.

Μέσα από την πληθώρα των γραπτών που έχουν παράγει οι διάφοροι πρωταγωνιστές και μη θα αντλήσουμε ένα απόσπασμα:

«Το απόγεμα προς το βράδυ της 3ης του Δεκέμβρη 1944 ήταν η πιο κατάλληλη στιγμή και έμπαινε σε μας το δίλλημα: Ή τώρα ή ποτέ! Μπορούσαμε και μόνο με τις δυνάμεις του Α΄ Σώματος Στρατού του ΕΛΑΣ Αθήνας να κάνουμε γενική έφοδο και να ΝΙΚΗΣΟΥΜΕ».[2]

Όπως αναφέρει ο συγγραφέας (κομματικός καθοδηγητής του Α΄ Σώματος Στρατού του ΕΛΑΣ Αθήνας), όταν επισκέφθηκαν την ίδια μέρα, μαζί με την Χρύσα Χατζηβασιλείου, τον Σιάντο αντιμετωπίστηκαν σαν… περαστικοί κι όχι ως αξιωματούχοι του κόμματος. Βέβαια, όλα αυτά γράφτηκαν αρκετές δεκαετίες μετά, για να συντηρήσουν τους μύθους αυτής της εγκληματικής ενέργειας τόσο ενάντια στα μέλη και τους οπαδούς του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ όσο και απέναντι στους υπόλοιπους, τους «εκτός των τειχών», αλλά κυρίως για να στηρίξουν τα αστήρικτα

Στην πραγματικότητα ο Μπαρτζιώτας και η Χατζηβασιλείου, κυριολεκτικά, έπαιξαν το ρόλο του τοποτηρητή και ελεγκτή των κινήσεων και των στρατιωτικών επιχειρήσεων στην Αθήνα, ώστε όλα να γίνουν σύμφωνα με τον προδιαγεγραμμένο καταστροφικό τρόπο. Επειδή κανείς δεν μπορεί να αμφισβητήσει πως η σφαγή είχε μεθοδευτεί μήνες πριν, απλά ο χρόνος εκδήλωσής της θα καθοριζόταν από τις «συγκυρίες».

Είναι προφανές, πως ένα «σχέδιο κατάληψης της εξουσίας» που είχε εκπονηθεί από το καλοκαίρι του 1944, (και υποτίθεται πως επικυρώθηκε στις 22 Νοεμβρίου 1944) ήταν μια πρόφαση, ένα χαρτί για να ριχτεί «στάχτη στα μάτια» ή καλύτερα για να γίνει το δόλωμα ώστε να τεθεί σε εφαρμογή η εκτεταμένη σφαγή, που ακολούθησε, η οποία δεν αποσκοπούσε στην κατάληψη της εξουσίας, αφού αυτή είχε δοθεί ανεπιστρεπτί στους «δικαιούχους» με τις συμφωνίες που είχαν προηγηθεί των ΔΕΚΕΜΒΡΙΑΝΩΝ.

Εννοείται πως αυτό το σχέδιο δεν εφαρμόστηκε στη βάση υποταγής σε μια τελείως διαφορετική βασική διαταγή της ΚΕ του ΕΛΑΣ (Σιάντος, Χατζημιχάλης, Μάντακας), που κι αυτή δεν τέθηκε σε πράξη, αλλά ούτε και παραβιάστηκε για να εφαρμοστεί το αρχικό σχέδιο, μολονότι οι παραβιάσεις αποφάσεων και οι καταλήψεις θέσεων ήταν συνηθισμένη πρακτική. [Ο Μπαρτζιώτας ισχυρίζεται πως πήρε τη θέση τού καθοδηγητή του Α΄ Σώματος Στρατού του ΕΛΑΣ «αυτοβούλως». Συμπτωματικά(!!!) λίγο πριν ξεσπάσει το «κίνημα». Αλλά δεν παραβίασε αυτοβούλως την καταστροφική, όπως ισχυρίζεται, διαταγή του Σιάντου. Ο καθένας μπορεί να βγάλει τα συμπεράσματά του].

Δεν χρειάζεται να αναλωθούμε σε λεπτομερείς περιγραφές των μαχών, που με τον τρόπο που εξελίχθηκαν αποδεικνύουν πως ο σκοπός όλης αυτής της σφαγής ήταν να διευθετηθούν εκκρεμότητες και να διασφαλιστούν ισορροπίες, να υπάρξουν αντερείσματα στις κυριαρχικές επιδιώξεις της Σοβιετικής Ένωσης ανάμεσα στις οποίες περιλαμβανόταν και η εγκαθίδρυση της κομμουνιστικής κυριαρχίας σε αμφισβητούμενες περιοχές, όπως η Πολωνία. Για τον ελλαδικό χώρο η «γραμμή» ήταν να χρησιμοποιηθεί ο κόσμος σαν «γκαμπί», όπου μέσα από την συντριβή των μάχιμων δυνάμεων του ΕΛΑΣ στην Αθήνα και ένα όργιο σφαγών, να υπάρξει ένα «ξεκαθάρισμα» με πολλές προεκτάσεις.

Κανένας από τους πρωταγωνιστές αυτού του εγκλήματος που συντελέστηκε στη διάρκεια των ΔΕΚΕΜΒΡΙΑΝΩΝ του 1944, δεν αντιτάχθηκε έμπρακτα στην εφαρμογή του. Όλα όσα ειπώθηκαν εκ των υστέρων αποτελούν «προφάσεις εν αμαρτίαις». Λόγια προς αφελείς οι παλληκαρισμοί του Ιωαννίδη, ασύστολα ψεύδη είναι επίσης και όλα όσα ειπώθηκαν σχετικά με την περίπτωση να καταληφθεί η εξουσία από τους κομμουνιστές. Απλά, με τα «εάν» και «εάν» ετοίμαζαν τον δεύτερο γύρο εξόντωσης. Μια εξόντωση που θα έβαζε στο περιθώριο τα πλέον δυναμικά κομμάτια του πληθυσμού.

Η αγριότητα των εγκλημάτων της ΟΠΛΑ και η τρομοκρατία που άσκησε κατά τις 33 μέρες που διήρκεσε η «μάχη της Αθήνας» δεν άφηνε κανένα περιθώριο για επιστροφή σε κάποιου είδους «ηρεμία» μετά την μεθοδευμένη στρατιωτική ήττα.

Όλα όσα ισχυρίζονται οι ιθύνοντες του ΚΚΕ, αλλά και οι λοιποί αριστεροί κοντυλοφόροι και συνοδοιπόροι, αποσκοπούν στο να δικαιολογήσουν την εξουσιαστική και εγκληματική τους στάση απέναντι τόσο στον κόσμο που τους εμπιστεύθηκε, όσο και στους «άλλους». Μέσα σ’ αυτούς τους «άλλους» περιλαμβάνονται οι ιδεολογικοί και πολιτικοί αντίπαλοι του ΚΚΕ, («οι εχθροί του λαού»), αλλά υπάρχει και ένας μεγάλος αριθμός από διαφωνούντες με το κόμμα αγωνιστές, υπάρχουν αυτοί που στιγματίστηκαν σαν δήθεν συνεργάτες των κατοχικών δυνάμεων και εξοντώθηκαν, υπάρχει ένας σημαντικός αριθμός ανθρώπων που τους «πήρε η μπάλα», καθώς και όσοι εξοντώθηκαν για λόγους που δεν είχαν σχέση με κάποια απελευθερωτική διαδικασία.

Για το προμελετημένο σχέδιο σφαγών που πραγματοποιήθηκαν κατά την περίοδο των ΔΕΚΕΜΒΡΙΑΝΩΝ, ο Ιωαννίδης (της Κ.Ε. του ΚΚΕ) λέει:

«Εμείς είχαμε επισημάνει μαζί με τον Στέργιο τον Αναστασιάδη (της ΟΠΛΑ), τα πρόσωπα εκείνα που με την πρώτη ρήξη θα ‘πρεπε να πιάσουμε και να εξουδετερώσουμε…

…Θα πιάσουμε πέντε έξι χιλιάδες ανθρώπους στην Αθήνα και τον Πειραιά και μια αντίστοιχη αναλογία στη Θεσσαλονίκη και σε μερικές άλλες μεγάλες πόλεις. Θα τους πιάσουμε ξαφνικά με μια έφοδο, εφ’ όσον θα ξέρουμε πού κάθεται ο καθένας από αυτούς. Θα τους πιάσουμε, θα τους εξουδετερώσουμε και έπειτα αυτοί θα μείνουν ξεκρέμαστοι. Γιατί δεν θα ‘χουν με ποιους να τους αντικαταστήσουν.

… Όταν κάνεις εμφύλιο πόλεμο θα εξουδετερώσεις τον εχθρό με όλα τα μέσα. Πιο σκληρός πόλεμος από τον εμφύλιο δεν υπάρχει».[3]

Στην πραγματικότητα οι όμηροι ξεπέρασαν τις 15.000. Όσο γι’ αυτούς που «εξουδετερώθηκαν», οι μετριοπαθείς υπολογισμοί θεωρούν πως ξεπέρασαν τις 4.000.

Βέβαια, η υποκρισία των εξουσιαστών, είναι απερίγραπτη. Επειδή, ενώ αποδοκίμασαν την πρακτική της σύλληψης ομήρων, την επανέλαβαν με την ίδια αγριότητα κατά τον λεγόμενο δεύτερο γύρο, του 1946-1949.

Χρειάζεται να σημειωθεί πως την ίδια τακτική της σύλληψης ομήρων εφάρμοσε και ο Ζέρβας. Κατά την διάρκεια των επιχειρήσεων του ΕΛΑΣ στην Ήπειρο και προκειμένου να μπορέσει να διαφύγει με ασφάλεια, συνέλαβε ως ομήρους 500 κομουνιστές, αριστερούς και συμπαθούντες.

Σχετικά, τώρα, με το γεγονός της υποτιθέμενης απόπειρας κατάληψης της εξουσίας, υπάρχει ένας επίσης σοβαρός λόγος για τον οποίο το ΚΚΕ δεν ήθελε να πάρει την εξουσία. Αν αναλογισθεί κάποιος πως το 1941 τα μέλη του ΚΚΕ έφταναν μετά βίας τις 2.000 πανελλαδικά και το 1944 είχαν φτάσει τις 450.000 συνολικά (ΕΑΜ-ΕΛΑΣ), εύκολα γίνεται αντιληπτό το τί θα επικρατούσε μετά από την κατάληψη της εξουσίας. Άλλωστε, σε όλες τους τις αποφάσεις οι κομμουνιστές ομολογούν με χίλιους δυο τρόπους πως αυτός ο κόσμος δεν θα μπορούσε με κανένα τρόπο να ελεγχθεί.

Σ’ τέτοιες περιπτώσεις η διατύπωση είναι ιδιαίτερα προσεγμένη. Υπήρχε «έλλειψη προετοιμασίας, πολιτικής-ιδεολογικής-οργανωτικής-στρατιωτικής, της καθοδήγησης του Κόμματος για την μάχη του Δεκέμβρη, που μας επέβαλαν (sic!) οι άγγλοι ιμπεριαλιστές και οι υποταχτικοί τους».[4]

Άλλα, όμως, ισχυρίζεται ο Μπαρτζιώτας, όπως είδαμε προηγουμένως.

Απέναντι στην πραγματικότητα αυτή, δηλαδή της αδυναμίας ελέγχου του κόσμου, υπάρχει καταγραμμένη και η άποψη του αγωνιστή Σπύρου Πρίφτη (Άγι Στίνα): «Σ’ αυτόν τον κόσμο που ήταν πολύς και οπλισμένος δεν θα ήταν εύκολο στους ηγέτες του ΕΑΜ να του πούνε: “Τους ζυγούς λύσατε”.

Από το άλλο το μέρος, η λαϊκή δύναμη του ΕΑΜ, οι εργαζόμενες μάζες είχαν αρχίσει να απογοητεύονται. Στο πρόσωπο των εαμικών υπουργών βλέπουν τους πιο δουλικούς υπηρέτες των εκμεταλλευτών τους. Από το στόμα τους όπως και από το στόμα όλων των ηγετών τους δεν ακούν, αντίθετα απ’ ό,τι υπόσχονταν στην κατοχή, παρά συστάσεις για δουλειά, πειθαρχία και τάξη για την ανόρθωση της χώρας.

Υπήρχε κίνδυνος μιας αυθόρμητης «ανεύθυνης» εξέγερσης των ανταρτών και των εργατών».[5]

Επομένως η απάντηση στο ερώτημα για ποιο λόγο ασκήθηκε όλη αυτή η βία και η τρομοκρατία κατά τη διάρκεια των ΔΕΚΕΜΒΡΙΑΝΩΝ είναι ευνόητη και συμπορεύεται με την πάγια εξουσιαστική λογική και πρακτική: Ό,τι δεν μπορεί να ελεγχθεί πρέπει να καταστραφεί.

Να καταστραφεί είτε με άμεσο τρόπο, είτε με έμμεσο. Κι αυτός ο έμμεσος τρόπος έχει πολλά ποδάρια…

Συσπείρωση Αναρχικών

Από τη ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ, φ.113, Φεβρουάριος 2012

Παραπομπές:

1. Παναγιώτης Βενάρδος, Η ΣΥΜΦΩΝΙΑ ΤΗΣ ΒΑΡΚΙΖΑΣ, εκδ. «Το ΠΟΝΤΙΚΙ», Ιανουάριος 1995, σελ. 115.
2. Βασίλης Γ. Μπαρτζιώτας, ΕΘΝΙΚΗ ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ ΚΑΙ ΔΕΚΕΜΒΡΗΣ 1944, έκδ. Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 1979, σελ. 355.
3. Γιάννης Ιωαννίδης, Αναμνήσεις, εκδ. Θεμέλιο, Αθήνα 1979, σελ. 289 επ.
4. 8ο συνέδριο του ΚΚΕ, 1961.
5. Άγις Στίνας, ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ, Ύψιλον/ΒΙΒΛΙΑ, Αθήνα 1985, σελ. 417.

anarchy.gr

Advertisements
Both comments and trackbacks are currently closed.