Η ώρα της προσαρμογής

«Το Τείχος του Βερολίνου δεν έπεσε μόνο στο Βερολίνο. Έπεσε σε Ανατολή και Δύση, Βορρά και Νότο, έπληξε χώρες όσο και εταιρείες και τις έπληξε την ίδια περίπου στιγμή. Σταθήκαμε στο Τείχος του Βερολίνου στην Ανατολή επειδή το γεγονός υπήρξε δραματικό και εντυπωσιακό: ένα τσιμεντένιο τείχος να καταρρέει στις βραδυνές ειδήσεις. Αλλά στην πραγματικότητα, παρόμοια, λιγότερο απτά τείχη, γκρεμίστηκαν σ’ όλο τον κόσμο. Κι ακριβώς αυτή η πτώση των τειχών σ’ όλο τον κόσμο έκανε εφικτή την εποχή της παγκοσμιοποίησης και την ενοποίησης.

[…] Αλλά ενώ το κράτος έχει πλέον μεγαλύτερη σημασία, και όχι μικρότερη, η αλλαγή έχει σχέση με αυτό που εννοούμε όταν λέμε κράτος. Την περίοδο του Ψυχρού πολέμου το σημαντικότερο ήταν το μέγεθος του κράτους. Χρειαζόσουν ένα μεγάλο κράτος για να πολεμάς τους κομμουνιστές, να διατηρείς τα τείχη γύρω από την χώρα σου και να στηρίζεις ένα γενναιόδωρο κράτος κοινωνικής πρόνοιας ώστε να εξαγοράζεις τους εργάτες σου για να μην γίνουν κομμουνιστές. Στην εποχή της παγκοσμιοποίησης το σημαντικότερο είναι η ποιότητα του κράτους. Χρειάζεσαι ένα μικρότερο κράτος, επειδή θέλεις να καταμερίζει το κεφάλαιο η ελεύθερη αγορά και όχι η αργοκίνητη διογκωμένη κυβέρνηση, αλλά χρειάζεσαι και ένα καλύτερο, ένα εξυπνότερο, ένα ταχύτερο κράτος, με γραφειοκράτες που μπορούν να διευθύνουν μια ελεύθερη αγορά χωρίς να την καταπνίγουν ή να τους ξεφεύγει από τον έλεγχο. Το μυστικό για τις σημερινές κυβερνήσεις είναι ν’ ανεβάσουν την ποιότητα και ταυτόχρονα να περιορίσουν το μέγεθος των κρατών τους». (Τόμας Λ. Φρίντμαν, το Lexus και η Ελιά)

Εδώ και περίπου δυόμισι χρόνια βομβαρδιζόμαστε από μια «πληροφόρηση» που «αναπτύσσεται» ή «ανανεώνεται», βασισμένη σε καμία δεκαριά περίπου λέξεις και περίπου άλλες τόσες που παλαιότερα θα απευθύνονταν αποκλειστικά σε όσους είχαν περισσότερη ή λιγότερη τριβή στους οικονομικούς όρους. Η επαναλαμβανόμενη χρήση αυτών των όρων φάνηκε λίγο-λίγο να διεκδικεί την εξασφάλιση της απουσίας οποιασδήποτε αμφισβήτησης της έννοιας τους. Λόγου χάρη, η έννοια της «κρίσης» είναι πλέον γενικά αποδεκτή και μάλιστα με τον τρόπο που τα ΜΜΕ, οι οικονομολόγοι, οι πολιτικοί ή οι εκπρόσωποι των διεθνών οργανισμών την προβάλλουν συστηματικά. Με τον ίδιο τρόπο χρησιμοποιούνται λέξεις, όπως «κερδοσκοπία», «κερδοσκόποι», «αδηφάγες αγορές», «κατάρρευση του πολιτικού συστήματος» κοκ. Με τον ίδιο τρόπο καλούμαστε να πειστούμε ότι το σύνολο των διεθνών οργανισμών και φορέων της παγκόσμιας κυριαρχίας (ΕΕ, ΔΝΤ, ΕΚΤ, ΟΗΕ, G8, ΠΟΕ, ΟΟΣΑ, ΝΑΤΟ, Τριμερής, Λέσχη Μπίλντεμπεργκ, Λέσχη του Λονδίνου ή του Παρισιού), είναι ένα συνονθύλευμα, ένα «άτακτο σύνολο», που βρίσκεται σε ανταγωνιστική σχέση με τις «αγορές», ή αλλιώς με τα χρηματοπιστωτικά δίκτυα, τα επενδυτικά κεφάλαια ή γενικότερα κάθε δίκτυο ροής κεφαλαίων.

Κάπως έτσι, ούτε λίγο ούτε πολύ, οι «αγορές» είναι τα «κακά παιδιά» της παγκόσμιας κυριαρχίας που λόγω «ανωριμότητας», ή αλλιώς ασίγαστης απληστίας, δεν διστάζουν να καταστρέφουν οικονομικά τεράστια τμήματα του παγκόσμιου πληθυσμού, σε αντίθεση με τα επιμέρους κράτη ή τους συνασπισμούς των κυρίαρχων που νυχθημερόν σκέφτονται και αγωνιούν μόνο για το «καλό» μας. Και όταν δεν σκέφτονται το «καλό» μας μάλλον πρέπει να πειστούμε ότι αυτό οφείλεται σε ορισμένους «κακούς» ή διεφθαρμένους πολιτικούς, που παίζουν τα «παιχνίδια» των «αγορών».

«Ο καπιταλισμός στην παρούσα μορφή του, δεν ταιριάζει πλέον στον κόσμο που μας περιβάλλει», δήλωσε πριν μερικούς μήνες στο Νταβός ο εμπνευστής, ιδρυτής και πρόεδρος του Παγκόσμιου Οικονομικού Φόρουμ Κλάους Σουάμπ, εκτιμώντας ότι «δεν κατορθώσαμε να αντλήσουμε διδάγματα από τη χρηματοπιστωτική κρίση του 2009». Τις δηλώσεις αυτές αντιμετώπισαν, ειρωνικά μάλιστα, ορισμένα ΜΜΕ, όπως οι New York Times, με σχόλια του είδους, ότι o κ. Σουάμπ «μίλησε σαν να ήταν έτοιμος να στήσει τη σκηνή του μαζί με τους “Αγανακτισμένους”».

Στο ίδιο μήκος κύματος ήταν και οι δηλώσεις του Τζορτζ Σόρος, ο οποίος εξέφρασε την ανησυχία του για τη διεύρυνση των οικονομικών ανισοτήτων και τάχθηκε υπέρ των προτάσεων του Μπαράκ Ομπάμα για μεγαλύτερη φορολόγηση των πλουσίων στις ΗΠΑ. Στο πλευρό του σύμφωνα με έρευνα του Bloomberg, και το 1/3 των επενδυτών που ανησυχεί για τον αντίκτυπο των εισοδηματικών ανισοτήτων και ζητεί ραγδαίες αλλαγές στο καπιταλιστικό σύστημα. Ο Κλάους Σουάμπ είχε παρατηρήσει παλαιότερα, ότι «μετακινηθήκαμε από ένα κόσμο όπου ο μεγάλος έτρωγε τον μικρό σ’ έναν κόσμο όπου ο γρήγορος τρώει τον αργό». Μ’ άλλα λόγια, η ουσία της κυριαρχίας δεν άλλαξε στο παραμικρό. Ο Σουάμπ προφανώς αναφέρεται στην ιλιγγιώδη ταχύτητα με την οποία η τεχνολογία εξελίσσεται, στον αντίκτυπο των τεχνολογικών εφαρμογών στον τομέα των χρηματοπιστωτικών συναλλαγών, στις «χαοτικές» ταχύτητες που αναπτύσσονται στην διακίνηση κάθε είδους πληροφορίας και στην επίδραση του γεγονότος αυτού στην κυβερνητική, στα κινήματα εκδημοκρατισμού κοκ.

Κατασκευάζει, λοιπόν, η «παγκοσμιοποίηση» πηγές ισχύος που σε πολλές περιπτώσεις αντικαθιστούν τις κλασσικές στρατιωτικές επεμβάσεις; Αναμφισβήτητα, η απάντηση είναι θετική. Το ζήτημα, όμως, δεν είναι αυτό. Γιατί, πολύ απλά, οι στρατιωτικές επεμβάσεις συνεχίζουν να συνοδεύουν κάθε κυριαρχική ενέργεια υποδούλωσης ή κοινωνικής εξαθλίωσης. Πλήθος «περιφερειακών» στρατιωτικών «κρίσεων» τείνουν να πάρουν την θέση εμπόλεμων καταστάσεων, όπως εκείνες του περασμένου αιώνα με παγκόσμιο χαρακτήρα, αλλά ποιος μπορεί σοβαρά να αρνηθεί ότι κάθε μια τους συνδέεται ολοφάνερα με όλες τις υπόλοιπες, είτε εκδηλώνεται στην Ρουάντα, είτε στο Ιράκ και στο Αφγανιστάν; Το 1996 η «κρίση» Ταϊβάν-Κίνας επηρεάσθηκε από μια κοινή ενέργεια των ΗΠΑ και των «Υπεραγορών». Οι ΗΠΑ προχώρησαν στην αποστολή αεροπλανοφόρου στα ανοικτά των ακτών της Ταϊβάν και οι «Υπεραγορές» έστειλαν το δικό τους πολεμικό «σινιάλο» μέσω της κατακόρυφης πτώσης των χρηματιστηρίων της Ταϊβάν και του Χονγκ-Κονγκ.

Κάτω από αυτό το πρίσμα, μπορούμε να δούμε ότι το «χρεωκοπημένο» καθεστώς της Συρίας στέκει στα πόδια του μέχρι νεωτέρας, την ίδια στιγμή που συνεχώς «καταρρέει» λόγω της οικονομικής «κρίσης» το καθεστώς ή το κομματικό σύστημα που διαχειρίζεται τις εξουσιαστικές υποθέσεις στον ελλαδικό χώρο.

Η πραγματικότητα, λοιπόν, απέχει παρασάγγας από όσα εμφανίζονται ως αυτονοήτως πειστικά. Έχει λεχθεί με εύγλωττο τρόπο, ότι η «κρίση» στον ελλαδικό χώρο προβάλλεται καθημερινά με ένα λεξιλόγιο που παραπέμπει ευθέως σε μια κλασσική εμπόλεμη κατάσταση. Μπορεί να λείπουν οι βομβαρδισμοί, αλλά οι χιλιάδες πλέον άνθρωποι που έχουν αυτοκτονήσει είναι περισσότεροι ίσως από τον αριθμό των νεκρών παλαιστινίων σε περιόδους ιδιαίτερα δύσκολες για τους πληθυσμούς της Λωρίδας της Γάζας ή της Δ. Όχθης. Ακριβώς με τον ίδιο τρόπο ήδη έχουμε συνηθίσει στο άκουσμα των ονομάτων αλλά και των θέσεων λόγου χάρη του γερμανού υπουργού οικονομικών, της επικεφαλής του ΔΝΤ, αξιωματούχων ακόμα και της αντιπολίτευσης στο γαλλικό, γερμανικό ή ιταλικό κοινοβούλιο κοκ.

Η ενοποιητική διαδικασία, λοιπόν, εξελίσσεται, τα «εμπόδια», όταν δεν παρακάμπτονται πρόσκαιρα, απλά ισοπεδώνονται, με άλλα λόγια οι «καθυστερημένοι» πληθυσμοί καλούνται να πληρώσουν ακριβά για αυτήν τους την «καθυστέρηση». Οι διάφοροι θιασώτες της «παγκοσμιοποίησης» παραδέχονται με ωμότητα ότι τα μοναδικά σύννεφα που βλέπουν στον ορίζοντα είναι εκείνα που μπορούν να εμφανιστούν αν το «σύστημα» αποδειχθεί τόσο καλολαδωμένο, ώστε να σφίγγει ανυπόφορα τον κόσμο με αποτέλεσμα να απειληθεί όλο το οικοδόμημα από τέτοιου είδους «υπερβολές». Εδώ ακριβώς έρχονται να εξασφαλίσουν «σταθερότητα» στο «χάος» κάθε είδους διορθωτικές κινήσεις. Το τελευταίο διάστημα που αφορά τις σύντομες προεκλογικές περιόδους αλλά και τις «εξελίξεις» στην διευθέτηση της «κρίσης» στον ελλαδικό χώρο είναι άκρως διδακτικό.

Να παρατηρήσουμε μόνο, ότι η εξέλιξη στην «κρίση», που εμφανίζεται ότι αφορά οικονομικά το 2% της Ευρωζώνης που αντιστοιχεί στο ελληνικό ΑΕΠ, συνεχώς τονίζεται ότι κρίνει ή ότι θα κρίνει το μέλλον της παγκόσμιας οικονομίας. Υπερβολές, υποστηρίζουν κάποιοι. Τα απόνερα της «παγκοσμιοποίησης» ή της ευρύτερης ενοποιητικής διαδικασίας, θα πούμε εμείς. Προσθέτοντας, όμως, ότι η διαπίστωση αυτή δεν μπορεί να ειδωθεί με την στενή της έννοια αλλά με το συνακόλουθο συμπέρασμα της «ανάγκης» που προβάλλουν σημαντικά κυριαρχικά κέντρα για προχώρημα της πολιτικής ενοποίησης της ΕΕ κοκ. Έτσι, τα «προβλήματα», η «παρακμή», οι «δυσλειτουργίες», τα κινήματα των «αγανακτισμένων», η εθνική προσήλωση μερίδων εξουσίας αλλά και κοινωνικών συμφερόντων στην προηγούμενη κατάσταση, αποτελούν απλά την μεταβατική κατάσταση και σε καμία περίπτωση δείγματα γενικότερης στασιμότητας ή οριστικής οπισθοδρόμησης. Τα γκέμια τραβήχτηκαν για την ώρα όσο εκτιμήθηκε ότι είναι αρκετό. Θα τραβηχτούν και άλλο. Η βιαιότητα των κινήσεων, η ταχύτητα που επιβάλλεται στην υλοποίηση των κυριαρχικών σχεδιασμών είναι τέτοια που δεν μπορεί να αφήνει περιθώρια κανενός είδους αυταπάτης.

Και οι τοπικοί άρχοντες; Τι θα απογίνουν τώρα που ξαναμοιράζεται η πίττα; Να το ξαναπούμε. Άλλοι θα εξαφανιστούν από προσώπου γης ως «διεφθαρμένοι», άλλοι το έχουν κάνει προ πολλού, γιατί ήταν οι πλέον επιτήδειοι και διορατικοί. Και οι υπόλοιποι θα μοιραστούν την πίττα, όση βέβαια έμεινε, παίρνοντας μέρος στην ανανέωση και στην ανασυγκρότηση του πολιτικού σκηνικού.

«Οι διαφωνίες, επομένως, και οι αντιθέσεις ανάμεσα στις εξουσιαστικές μερίδες, πολλές φορές και αυτές από επάνω μέχρι κάτω πλασματικές, όχι μόνο δεν διαταράσσουν την ενότητα των κυριαρχικών επιλογών, αλλά την ισχυροποιούν πολύ περισσότερο από τις συμφωνίες. Οι διαφοροποιήσεις την κατάλληλη στιγμή, οι «αποσχίσεις» ακόμα και οι πιο θορυβώδεις και μακροχρόνιες, το ξεσκαρτάρισμα των «καμένων» χαρτιών, ακόμα και αν πρόκειται για πρόσωπα, που λίγο πριν προβάλλονταν ως αναντικατάστατα στον κομματικό ή κυβερνητικό καμβά, ως κύριο στόχο έχουν να κατασιγάσουν την κοινωνική οργή και να γεμίσουν τα κενά πολιτικής εκπροσώπησης». Αυτά γράφαμε μεταξύ άλλων στις αρχές του περασμένου Απριλίου, τονίζοντας ακόμη, ότι η σύμπτυξη των ήδη υπαρχόντων κομματικών σχηματισμών και η κατασκευή νέων δεν συνιστά, φυσικά, σε καμία περίπτωση κάποιου είδους κατάρρευση, είτε του πολιτικού συστήματος γενικότερα, είτε των «κουρεμένων» σε ποσοστά λεγόμενων μεγάλων κομμάτων. Τι έφερε, όμως, το εκλογικό αποτέλεσμα της 6η Μάη;

Ας δεχθούμε ότι το δίκτυο των σχέσεων ανάμεσα στους κομματικούς σχηματισμούς ονομάζεται κομματικό σύστημα. Η μετάβαση από το ένα κομματικό σύστημα σε ένα άλλο δεν γίνεται βέβαια με το πάτημα ενός κουμπιού, εκτός αν κάποιος υιοθετεί τις ανοησίες που διαφημίζουν την «κατάρρευση» της προηγούμενης κατάστασης. Επειδή, όμως, το «νέο» συνδέεται άρρηκτα με το «παλιό», γρήγορα κανείς επιβεβαιώνει ότι η ανασυγκρότηση του πολιτικού σκηνικού στερείται έστω και της οποιασδήποτε πρωτοτυπίας και έμπνευσης. Είναι εύκολο, βέβαια, να αντικρύζει κάποιος το ποτήρι είτε μισογεμάτο είτε μισοάδειο, κατά πως τον ωφελεί σε κάθε περίπτωση. Η αλήθεια, όμως, δεν κρύβεται για πολύ. Οι φορείς του «νέου» πολιτικού σκηνικού, όχι μόνο δεν αποτελούν προϊόν παρθενογένεσης, αλλά ήταν βασικά και αναπόσπαστα κομμάτια της «παρηκμασμένης» προηγούμενης πολιτικής κατάστασης. Είναι επίσης σημαντικό να θυμηθούμε ότι ήδη πριν τις εκλογές του 2009 ο Σύριζα και πάλι διαφημιζόμενος εμφανιζόταν στις δημοσκοπήσεις να αγγίζει ακόμα και το 18%. Η δοκιμή, λοιπόν, είχε γίνει σε «ανύποπτο» χρόνο. Η αποσυμπίεση της κοινωνικής δυσαρέσκειας τελικά τότε δεν επιλέχθηκε να πάρει αυτόν τον δρόμο, δηλαδή της ενίσχυσης του συγκεκριμένου κομματικού σχηματισμού.

Και δυο λόγια για τα εκλογικά αποτελέσματα. Το ποσοστό του πρώτου κόμματος, δηλαδή της ΝΔ, έφθασε μόλις στο 9,5% στο σύνολο εκείνων που είχαν δικαίωμα ψήφου, ενώ του δεύτερου κόμματος, του Σύριζα, στο 8,5%. Το ποσοστό της αποχής δηλαδή, ακόμα και αν δεχθούμε ότι το 35% δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα λόγω μη εκκαθάρισης των εκλογικών καταλόγων, εξακολουθεί να υπερκαλύπτει το ποσοστό που αθροίζουν και τα τρία πρώτα κόμματα από κοινού. Δεδομένης της εκρηκτικής κοινωνικής κατάστασης, όπως επίσης και της δυνατότητας να επιλέξει κανείς ανάμεσα σε δεκάδες κόμματα, είναι αναμφισβήτητη η δυναμική αυτής της καταγεγραμμένης αποχής. Έτσι, από πού και ως που μπορεί κανείς να υποστηρίζει ότι ο «σοφός λαός επέλεξε την συνεργασία των κομμάτων»; Απλά πανικόβλητοι, τόσο οι ίδιοι θλιβεροί κομματάρχες όσο και τα γνωστά φερέφωνά τους και με έκδηλο άγχος βαφτίζουν το κρέας ψάρι.

Στόχος της όποιας κυβέρνησης προκύψει, είναι ο έλεγχος των ανεξέλεγκτων κοινωνικών αντιδράσεων που είναι βέβαιο ότι θα εκδηλωθούν, αργά ή γρήγορα, μετά την διευθέτηση της δήθεν «ακυβερνησίας» που ταλανίζει την χώρα. Σ’ αυτήν την κατεύθυνση έρχεται να λειτουργήσει ως ασφαλιστική δικλείδα ο Σύριζα, στον οποίο έχει βρει στέγη ένα σημαντικό μέρος του «παλιού» Πασοκ (μεσαία, μικρά ή μεγάλα συνδικαλιστικά στελέχη, αλλά και συνεργαζόμενα κομματικά στελέχη). Η «δυσφήμηση» του Σύριζα ως «τρελής» αριστεράς εδώ και μήνες από τον ΔΟΛ, ή πρόσφατα καθώς «κατηγορείται» για «αντιφατικές» ή «επικίνδυνες εθνικά» θέσεις, του προσφέρουν απλά την κατάλληλη ώθηση για να σταθεροποιηθεί ως ένας σημαντικός κομματικός πόλος στην «νέα» εποχή των «κουρεμένων μεγάλων» κομμάτων. Και αυτό γίνεται με πολύ απλό τρόπο. Ο Σύριζα ανταποκρίνεται στις υποδείξεις και διορθώνει τις θέσεις του, ώστε να είναι με κάθε τρόπο έτοιμος την επομένη των εκλογών να ανταποκριθεί στα όποια νέα του καθήκοντα. Ταυτόχρονα, η δήθεν «δυσφήμηση» του τον πριμοδοτεί συνεχώς με νέες ψήφους, καθώς όχι μόνο οι διάφοροι Πρετεντέρηδες είναι προ πολλού κοινωνικά ανυπόληπτοι, αλλά και οι εκπρόσωποι του ΔΝΤ ή του γερμανικού κράτους που υπονοούν την αντίθεση τους με την εκλογική αύξηση του Σύριζα επίσης δεν χαίρουν, αν μη τι άλλο, κανενός είδους κοινωνικής εκτίμησης…

Κάθε ψήφος, λοιπόν, στον Σύριζα δεν στηρίζει μόνο τους ντόπιους καθεστωτικούς, για να χρησιμοποιήσουμε έναν όρο που ίσως κουνήσει το μυαλό ορισμένων συριζόπληκτων, αλλά και τα σχέδια των δανειστών δηλαδή ΕΕ και ΔΝΤ, που επιθυμούν διακαώς ηρεμία στους δρόμους και δεν τους κακοπέφτει καθόλου η «ιδέα» ενός αριστερού άλλοθι στην όποια συνέχεια, εντός ή εκτός ευρώ δεν έχει σημασία. Εύκολα, άλλωστε, τις τελευταίες ημέρες διαπιστώνεται ότι οι φτιασιδωμένες θέσεις του Σύριζα δεν αντιτίθενται απολύτως σε τίποτε με τις γενικότερες επιδιορθωτικές διαθέσεις της ευρωπαϊκής πολιτικής και οικονομικής ελίτ.

Πάμε, λοιπόν, στη συνέχεια-επανάληψη, εκτός απροόπτου βέβαια πάντα, της εκλογικής διαδικασίας η οποία ήδη χαρακτηρίζεται από τις αναμενόμενες συμπτύξεις δυνάμεων (επιστροφή Μπακογιάννη, ενσωμάτωση βουλευτών του ΛΑΟΣ και των Ανεξάρτητων Ελλήνων), για τις οποίες ήδη έχουμε γράψει εδώ και μήνες, την απόσυρση άλλων πολιτικών δυνάμεων, αλλά και διόρθωση του ποσοστού όπου κατεγράφησαν «υπερβολές» (βλ. περίπτωση Χρυσής Αυγής, Καμμένου ή ΚΚΕ).

Μια επανάληψη της εκλογικής διαδικασίας, που θα διεξαχθεί στο πλέον εκβιαστικό κλίμα με τα συνεχόμενα δημοσιεύματα και δηλώσεις να μιλούν για την ολική καταστροφή που θα σηματοδοτήσει η ενδεχόμενη επιστροφή στην δραχμή, με την «απειλή» γιγάντωσης ενός «εμφυλιοπολεμικού» κλίματος που πασχίζουν, απ’ ότι φαίνεται, όλες οι ενδιαφερόμενες πλευρές να ξεθάψουν. Μόνο που αυτό το «πτώμα» έχει θαφτεί προ καιρού με την συναίνεση όλων αριστερών, δεξιών και κεντρώων γεγονός που ίσως βολεύει να ξεχνούν οι χρήσιμοι ηλίθιοι κάθε εξουσίας…

Συσπείρωση Αναρχικών

Από τη ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ, φ. 117, Ιούνιος 2012
Both comments and trackbacks are currently closed.