Δέστε τις ζώνες σας. Θα είναι μια ανώμαλη νύχτα!

«Όσοι λόγω πλούτου, παιδείας, ή πανουργίας, έχουν την ικανότητα, αλλά και την ευκαιρία να ηγούνται μιας κοινότητας ανθρώπων –με άλλα λόγια, όλες οι φατρίες της άρχουσας τάξης– είναι αναγκασμένοι να υποκλίνονται μπροστά στην καθολική ψήφο μόλις καθιερωθεί, και ακόμη, όταν οι περιστάσεις το απαιτούν να την καλοπιάνουν και να την ξεγελούν»

Gaetano Mosca, 1895

«Αλλά, καθώς η πρόοδος της δημοκρατίας είναι αποτέλεσμα της γενικής κοινωνικής εξέλιξης, μια προηγμένη κοινωνία, ενώ θα επιβάλλει μεγαλύτερη συμμετοχή στην πολιτική εξουσία, θα προστατεύει ταυτόχρονα το Κράτος από τις δημοκρατικές υπερβολές. Αν οι τελευταίες υπερισχύσουν κάπου, για ένα διάστημα, θα κατασταλούν στην στιγμή».

Sir T. Erskine May, 1877

 

«Αυτό που φαίνεται σε κάθε άνθρωπο, αυτό είναι αληθινό όσον αφορά αυτόν», έλεγε ο (φημισμένος σοφιστής) Γοργίας, υποστηρίζοντας ότι τίποτε δεν υπάρχει (ή είναι πραγματικό), και αν υπήρχε δεν θα μπορούσαμε να το γνωρίσουμε, και αν μπορούσαμε να το γνωρίσουμε, δεν θα μπορούσαμε να μεταδώσουμε την γνώση μας σε άλλους. Φθάνει, λοιπόν, κάτι που είναι πιθανό, να «ντυθεί» με τα κατάλληλα επιχειρήματα και ο ρήτορας φθάνει στην …εύκολη «νίκη» επί του πραγματικού.

Η ρητορική χαρακτηρίζεται ως η «κατεξοχήν δημοκρατική τέχνη», καθώς σύμφωνα με τους υποστηρικτές της δεν μπορεί να ευδοκιμήσει είτε με την δικανική είτε με την πολιτική της μορφή σε τυραννικά καθεστώτα. Η τεχνική της ρητορικής θεωρείται ότι στοχεύει στην επίτευξη της πειθούς, όχι όμως μέσω της βίας, τουλάχιστον με υλικό τρόπο. Έτσι, το πρώτο πράγμα που διδάσκει η ρητορική είναι ότι αυτό που πραγματικά ενδιαφέρει δεν είναι τα ίδια τα γεγονότα, αλλά αυτό που φαίνεται, αυτό για το οποίο μπορούν να πειστούν οι άνθρωποι, δηλαδή με άλλα λόγια το φαινόμενο, η δοξασία, η πίστη σε αντίθεση με την πραγματικότητα (έργον). Περίπου 2300 χρόνια αργότερα, ο Disraeli (βρετανός πολιτικός 1799-1869), πεισμένος ότι ο ικανότερος πολιτικός είναι αυτός που προσαρμόζει τα λόγια του σύμφωνα με τις περιστάσεις, το ακροατήριο, ή τον σωστό χρόνο, υποστήριξε ότι «η κατάλληλη στιγμή σε μια λαϊκή συνέλευση έχει μερικές φορές μεγαλύτερη επιτυχία από τις πιο σοβαρές προσπάθειες της έρευνας και της λογικής».

Ο Γοργίας επιχειρηματολογούσε βασιζόμενος σε μια σχετικιστική φιλοσοφία που εν ολίγοις υποστηρίζει ότι αν υπήρχε κάποια αλήθεια που να ισχύει καθολικά και να μπορεί να μεταδοθεί σε άλλον, τότε πράγματι χωρίς καμία αμφιβολία μόνο εκείνη η αλήθεια, υποστηριζόμενη και από αναμφισβήτητες μαρτυρίες θα έπρεπε να μεταβιβάζεται: «Αν ο καθένας είχε μνήμη όλων των περασμένων, αντίληψη του τι συμβαίνει στο παρόν και πρόγνωση του μέλλοντος […] Αλλά στην πραγματικότητα δεν υπάρχει εύκολος τρόπος είτε για να αναπολήσουμε το παρελθόν είτε για να ερευνήσουμε το παρόν είτε για να προβλέψουμε το μέλλον, έτσι ώστε στα περισσότερα θέματα οι πιο πολλοί άνθρωποι δεν μπορούν να προσφέρουν στο νου ως σύμβουλο παρά μόνο τη γνώμη· και η γνώμη είναι σφαλερή και ασταθής».

Ο Γοργίας, παρ’ ότι παραδεχόταν ότι η διδασκαλία του αφορούσε το δίκαιο και το άδικο, αρνούνταν ότι διδάσκει την αρετήν, αφού πίστευε ότι δεν μπορούμε να χρεώνουμε λόγου χάρη σ’ έναν δάσκαλο πυγμαχίας το γεγονός ότι ο μαθητής του πήγε και χτύπησε τον πατέρα του. Όσο για τον Πρωταγόρα, υποστήριζε ότι η όλη αποστολή του αισθήματος που έχουμε για το δίκαιο (δίκη) είναι «να καταστήσει δυνατή την πολιτική τάξη», κλίνοντας και αυτός με σαφήνεια στο μέρος εκείνων που ταυτίζουν το δίκαιο με το νόμιμο.

Ας κρατήσουμε αυτές τις σκέψεις, όμως, για να δούμε ορισμένα θέματα, που αφορούν την επικείμενη εκλογική διαδικασία και όχι μόνο.

Το πρώτο πράγμα που απασχολεί όλες ανεξαιρέτως τις εξουσιαστικές μερίδες και τους μηχανισμούς που τις στηρίζουν, είναι να περιορισθεί η αποχή από την εκλογική διαδικασία. Ορισμένοι μάλιστα χαρακτηρίζουν ως αυτοχειρία την αποχή, ένα είδος αυτοτιμωρίας, εκδίκησης, που, όμως, όπως λένε, δεν αποτελεί διέξοδο ούτε παράδειγμα προς μίμηση, αλλά φυγή από τα προβλήματα και αφανισμό. Έτσι, η ενίσχυση του πολιτικού σκηνικού που επιδιώκεται διακαώς μέσω της εκλογικής διαδικασίας πρώτα και κυρία προϋποθέτει την μείωση της αποχής. Μνημονιακοί και αντιμνημονιακοί σκίζονται να πείσουν δήθεν με διαφορετικά επιχειρήματα για το αυτονόητο της προσέλευσης στην κάλπη. Το «φάρμακο» που χορηγείται στους «ασθενείς», οι οποίοι δεν φαίνονται διατεθειμένοι να ψηφίσουν, το αντίδοτο, δηλαδή, στις συγκεκριμένες συνθήκες στην γενικευμένη διάθεση για αποχή, λέγεται πολυκομματισμός.

Οι μνημονιακοί καλούν σε συμμετοχή γιατί η «καταστροφή παραμένει προ των πυλών», ενώ οι αντιμνημονιακοί γιατί υπόσχονται να την επαναδιαπραγματευτούν ή να την …εξαφανίσουν (την καταστροφή). Το ότι και οι μεν και οι δε είναι κοινοί απατεωνίσκοι, δεν είναι δα και κανένα περισπούδαστο συμπέρασμα. Για έναν πολύ απλό λόγο. Όλοι γνωρίζουμε ότι οι αποφάσεις έχουν ήδη παρθεί και μάλιστα για τις επόμενες δεκαετίες. Άρα όσοι συμμετάσχουν στην εκλογική διαδικασία ψηφίζοντας τον οποιοδήποτε είτε μνημονιακό είτε όχι, επικυρώνουν τα ήδη αποφασισμένα. Οι ψευδεπίγραφες αντιστασιακές κορώνες δεν αποτελούν παρά μια παγίδα πραγματικά για ηλίθιους. Αν παρατηρήσει κανείς τα «νέα» κόμματα θα διαπιστώσει εύκολα ότι είναι τόσα και με τέτοια δυναμική όσο χρειάζεται για να επιμερισθεί η κοινωνική οργή και αγανάκτηση, και να ξημερώσει μετά τις εκλογές μια «ήσυχη» μέρα για το «νέο» πολιτικό σκηνικό. Είτε χρειαστεί μια νέα προσφυγή στις κάλπες είτε συμφωνηθεί η αποφυγή μιας τέτοιας εξέλιξης.

Υπάρχει, βέβαια, η άποψη ότι ο πολυκομματισμός είναι αναμενόμενο φαινόμενο σε τέτοιες συνθήκες και απότοκο της «κατάρρευσης» του πολιτικού συστήματος. Έχουμε ήδη επιχειρηματολογήσει διεξοδικά στο προηγούμενο φύλλο της Διαδρομής Ελευθερίας, σχετικά με την πλήρη ανυπαρξία οποιουδήποτε είδους κατάρρευσης του πολιτικού συστήματος και δεν σκοπεύουμε να επανέλθουμε. Θεωρούμε, όμως, ότι ήδη τα γεγονότα που εξελίσσονται δεν αφήνουν σκιές πάνω στο ζήτημα αυτό.

Μήπως δεν συμπαγοποιείται σε σώμα η λεγόμενη Δεξιά και Ακροδεξιά ή μήπως διακρίνει κανείς την αποστασιοποίηση των ψηφοφόρων τους από την εκλογική διαδικασία; Όχι βέβαια. Και ακόμα παραπάνω, οι παραδοσιακοί πελάτες της Χρυσής Αυγής ή του Καμμένου αναμειγνύονται με πρώην ψηφοφόρους του Πασοκ ή και της αριστεράς, ή μήπως όχι;

Υπάρχει σε αυτό το γεγονός κάποιου είδους αντίφαση; Από αναρχικής σκοπιάς απολύτως καμία. Το ίδιο ακριβώς συμβαίνει και από την «αντιπέρα» αριστερή όχθη. ΚΚΕ, Συριζα και Δημ.Αρ. έχουν ανοίξει τις φιλόξενες αγκάλες τους για τους «απολωλότες» ψηφοφόρους της ΝΔ και του Πασοκ. Για ποια κατάρρευση του πολιτικού σκηνικού μπορεί να μιλά κάποιος χωρίς να είναι συνειδητός υποκριτής; Όσοι λοιπόν ψηφίσουν, απλά θα επικυρώσουν τα ήδη συμφωνημένα είτε αυτό αρέσει είτε όχι. Η περεταίρω οικονομική επιδείνωση που οι πάντες διαλαλούν, ότι θα ακολουθήσει αναπόφευκτα τα όποια εκλογικά αποτελέσματα, θα επικυρωθεί από την ψήφο του οποιουδήποτε συμμετάσχει στην εκλογική διαδικασία.

Αυταπάτες, λοιπόν, δεν μπορούν να υπάρχουν ούτε και για όσους θα επιθυμούσαν την «δράση» μιας πολιτικής κάστας που υποτίθεται δύναται να κινηθεί «αυτόνομα» και να «αντιπαρατεθεί» στις επιλογές ευρύτερων κέντρων κυριαρχίας (ΔΝΤ, Ε.Ε. κοκ). Αυτή είναι η πραγματικότητα είτε αρέσει είτε όχι.

Όσο για τα διλήμματα που με «αγωνία» βάζουν και ξαναβάζουν οι αξιοθρήνητοι κομματάρχες και τα γνωστά και μη εξαιρετέα δημοσιογραφικά φερέφωνά τους, δεν αποτελούν παρά το τυράκι στην φάκα για ηλίθιους. Τα κάθε είδους «διλήμματα», (ευρώ ή δραχμή, Ευρώπη ή τριτοκοσμική ρευστότητα κοκ) έρχονται απλά να ρυθμίσουν το εκλογικό αποτέλεσμα, θυμίζοντας σ’ όσους εξακολουθούν να έχουν συμφέροντα που υπηρετούνται κάθε φορά από τον τρόπο που νέμεται η εξουσία, ότι το εκλογικό διακύβευμα δεν είναι «χαβαλές» ή το πεδίο τιμωρίας των «κακών ή διεφθαρμένων» πολιτικών.

Βρισκόμαστε, λοιπόν, πριν το τέλος μιας σύντομης προεκλογικής διαδικασίας με λιγοστές κατά κύριο λόγο περίκλειστες κομματικές συγκεντρώσεις, ακόμα και όταν διεξάγονται σε ανοικτούς χώρους. Το προεκλογικό φόντο αποτελούν οι εξελίξεις στην «κάθαρση» των «σκανδάλων» με την προφυλάκιση του Άκη Τσοχατζόπουλου, αλλά και προσώπων του άμεσου περιβάλλοντος του, οι αστυνομικές επιχειρήσεις επιβολής της τάξης και της ηθικής στο κέντρο της Αθήνας, και της κατασκευής στρατοπέδων συγκέντρωσης για τους μετανάστες χωρίς χαρτιά.

Η «πτώση» του Τσοχατζόπουλου είναι άκρως ενδεικτική και φωτογραφίζει όχι βέβαια την προεκλογική «στιγμή», αλλά μια ευρύτερη διαδικασία μεταβίβασης εξουσίας, που ξεκίνησε ήδη εδώ και χρόνια και αφορά τις ντόπιες εξουσιαστικές μερίδες και τους συσχετισμούς πρόσδεσης τους λόγου χάρη στο γερμανικό ή ρωσικό παράγοντα. Η «πτώση» Τσοχατζόπουλου έρχεται χρονικά επίσης να ταυτιστεί με την «πτώση» του Καντάφι, ή του Μπουμπάρακ, και τις αντίστοιχες εξελίξεις σε μια Συρία που ακόμα φλέγεται αποτελώντας ένα ακόμη «μικρό κομμάτι γης» στο οποίο κρίνονται τόσοι πολλοί και σύνθετοι συσχετισμοί ισχύος.

Όσο για τις μίζες, δεν έχουν να κάνουν, βέβαια, με την προσωπική απληστία ή αλαζονεία του παρ’ ολίγον πρωθυπουργού Τσοχατζόπουλου, δεν πρόκειται δηλαδή για έναν ακόμη κρίκο «διαφθοράς», αλλά ακριβώς για έναν από τους κανόνες λειτουργίας του πολιτικού συστήματος. Με άλλα λόγια δεν υπάρχουν «διεφθαρμένοι» και «αδιάφθοροι» πολιτικοί. Απόδειξη αποτελεί το γεγονός που όλοι γνωρίζουν, ότι τα κομματικά ταμεία όλων των πολιτικών κομμάτων, μηδενός αριστερού εξαιρουμένου, τυγχάνουν της «ευγενούς» χορηγίας και οικονομικής στήριξης είτε απ’ ευθείας από μιζαδόρικους κρυφούς ή φανερούς λογαριασμούς είτε από «νόμιμα» συμφέροντα, που αυγατίζουν βέβαια τις «προσφορές» τους, αφού ευνοούνται στις διάφορες επιχειρηματικές τους δραστηριότητες.

Θα πρέπει, λοιπόν, να θεωρείται τουλάχιστον γελοίο ακόμα και για αυτούς τους θιασώτες της «τάξης και της ηθικής», να βρίσκουν έκφραση στο πρόσωπο του «σταυροφόρου» Σαμαρά που θέλει να ανακαταλάβει τις πόλεις από τους «λαθρομετανάστες», του Χρυσοχοΐδη ή του οποιουδήποτε του ιδίου φυράματος.

Προφανώς, όμως, δεν διανύουμε κανενός είδους προεπαναστατική περίοδο. Η αγανάκτηση, ο θυμός και η οργή, αλλά και η πείνα δεν αρκούν για να πάρει κανείς μια απόφαση, για να γκρεμίσει τις γέφυρες μ’ όσα τον καθιστούν με τον έναν ή τον άλλον τρόπο δέσμιο σε εξουσιαστικές λογικές. Οι εξουσιαστές από την πλευρά τους, και αυτό πρέπει να γίνει πλήρως κατανοητό, ανασυγκροτούνται με γρήγορους ρυθμούς.

Η περίοδος «διάλυσης», οικονομικής «κατάρρευσης» αποτελεί το μεταβατικό γεγονός και όχι την κατάληξη. Αποτελεί το πρόσχημα για να προστεθούν αλυσίδες, για να ενισχυθεί η εξουσία σε βάθος χρόνου. Μικρή σημασία έχει για τους δυνάστες μας εάν σε αυτήν την κατεύθυνση κάποιοι από το σινάφι τους παροπλιστούν, εάν άλλοι χάσουν μερίδιο της ισχύος που κατείχαν και αναγκαστούν να το μοιραστούν, αν «χαθούν» ή μεταβιβαστούν τεράστια οικονομικά μεγέθη εικονικά ή μη από την μια μεριά του πλανήτη στην άλλη και το αντίθετο.

Και ακόμα πιο μικρή σημασία έχει γι’ αυτούς αν χαθούν ανθρώπινες ζωές από τον οδοστρωτήρα που στρώνει το έδαφος για να εξασφαλιστούν τα συμφέροντά τους. Σημασία για εμάς έχει το γεγονός, ότι εξακολουθούν να καταστρέφουν και να μολύνουν συστηματικά και μεθοδικά το περιβάλλον, να εξοντώνουν πλήθος ανθρώπων σε πολέμους ή επειδή τους επιβάλλουν την ανέχεια, να αλλοτριώνουν συνειδήσεις, να αναγκάζουν με την βία εκατομμύρια ανθρώπους να μετακινούνται από τις εστίες τους, ενώ τα κυριαρχικά «σύνορα» ανοίγουν και κλείνουν κατά το δοκούν. Πρόσφατες –και διόλου βέβαια τυχαίες– είναι οι «απειλές» λόγου χάρη αξιωματούχων του γαλλικού κράτους για την επαναφορά ελέγχων στα σύνορα εντός της Ε.Ε., «απειλές» που, εκτός των άλλων, προφανώς συνδέονται με έναν νέο αναμενόμενο πληθυσμιακό «κύμα» που κατευθύνεται από την Αφρική και την Ασία προς τα εδάφη ευρωπαϊκών κρατών, αλλά και για πρώτη φορά ίσως αποτελούν την ασπίδα προστασίας για ανεξέλεγκτες μετακινήσεις πληθυσμών στο εσωτερικό της ΕΕ (Ισπανία, ιταλικός νότος, Ελλάδα).

Σ’ αυτές τις συνθήκες μας καλούν να διαλέξουμε για μιαν ακόμη φορά τους δυνάστες μας, μεγάλους ή μικρούς. Μας συνιστούν να δείξουμε ψυχραιμία και σύνεση, γιατί, κατά πως λένε, ο θυμός, η οργή και η διάθεση εκδίκησης δεν είναι καλοί σύμβουλοι. Ενώ δείχνουν μια συνεχή διάθεση κατάκτησης, που συνοδεύεται, όπως πάντα εξ άλλου, από τις καταστροφικές της συνέπειες, φανερές ή μη, καθιστούν εμάς υπεύθυνους σε περίπτωση, που δεν τους διευκολύνουμε όσο μπορούμε στα σχέδια τους.

Μας καλούν να διαλέξουμε καταρχήν κάποιον ανάμεσά τους. Ποιον; Μα τον ποιο κατάλληλο, διευκρινίζουν όλοι, αριστεροί, δεξιοί και λοιποί συγγενείς, για να σωθούμε… Η Δημοκρατία, λένε ορισμένοι, αποθεώνεται από την όσο το δυνατόν μεγαλύτερη συμμετοχή στις εκλογές, από την πληθώρα κομμάτων. Μη το παρακάνουμε λένε άλλοι –δημοκράτες και αυτοί–, δεν χρειάζονται τόσα κόμματα, η πατρίδα χρειάζεται σταθερότητα, ότι έγινε-έγινε, τώρα η «κρίση» δίνει την ευκαιρία να τα «αλλάξουμε όλα, να φτιάξουμε ένα πραγματικό κράτος».

Και εμείς ως αναρχικοί τι λέμε;

Να μη τους παραδοθούμε, να μην συμμετάσχουμε στο εκλογικό πανηγυράκι πρώτα απ’ όλα ως μια ελάχιστη ένδειξη αυτοσεβασμού, ως μια ελάχιστη ένδειξη και προειδοποίηση σ’ όλα τα κόμματα «νέα» και «παλιά» ότι δεν είμαστε και ούτε θα γίνουμε του χεριού τους. Ως μια ελάχιστη ένδειξη ότι δεν είναι ανεκτή η κατάσταση που επιβάλλουν με τους δεκάδες χιλιάδες άστεγους και πεινασμένους, τους εξαρτημένους, με όλους αυτούς που στοιβάζονται στα κρατικά κολαστήρια, τους εκατοντάδες χιλιάδες ανθρώπους που εξαθλιώνονται καθημερινά, που αυτοκτονούν είτε από απόγνωση είτε για οποιοδήποτε άλλο λόγο.

Η εκλογική απεργία, όπως καταλαβαίνει ο καθένας αυτή την φορά και με δεδομένη την συμμετοχή πολλών κομμάτων στο εκλογικό πανηγυράκι, έχει μια ιδιαίτερη βαρύτητα. Να επιμείνουμε, λοιπόν, να ξεκαθαρίσουμε με κάθε τρόπο ότι δεν επιθυμούμε να αντικαταστήσουμε μια κυβέρνηση με μια άλλη, και ότι δεν θα δώσουμε την παραμικρή στήριξη στην αριστερά, γιατί δεν σκοπεύουμε να δυναμώσουμε το κράτος και την εξουσία με κανένα τρόπο. Θέλουμε, αντίθετα, με κάθε τρόπο να δυναμώσει η θέληση των ανθρώπων, να διευκολυνθεί η απόφαση τους να μην πισωγυρίζουν όταν κερδίζουν κάτι.

Και «κέρδος» για εμάς δεν είναι τα ψίχουλα που πετούσαν κάποτε οι εξουσιαστές από το τραπέζι τους. Η συμμετοχή, τα τελευταία τουλάχιστον δύο χρόνια, πλήθους κόσμου σε δυναμικές συγκεντρώσεις και πορείες που κύκλωναν το κοινοβούλιο θα εκτιμηθεί πλέον –και το γνωρίζουμε όλοι– και μέσα από το εκλογικό αποτέλεσμα στο οποίο σημαντικό «λόγο» έχει η μη συμμετοχή στην εκλογική διαδικασία. Η γοργή επαναδραστηριοποίηση των αγωνιζόμενων ανθρώπων δεν είναι απλά κρίσιμη για το επόμενο διάστημα, αλλά θα αποβεί και καθοριστική, όσον αφορά τις δυνατότητες τους να αντιταχθούν και να αντιπαλέψουν τους εξουσιαστικούς σχεδιασμούς.

Το τί θα γυρέψουν οι συμμετέχοντες σε έναν αυριανό ξεσηκωμό, είναι φανερό ότι ακόμη είναι υπό διαμόρφωση. Ας αγωνιστούμε μέχρι εκείνη την στιγμή, ώστε οι καταπιεσμένοι να μην αναζητήσουν απλά καλύτερες συνθήκες δουλείας…

 Συσπείρωση Αναρχικών

  Από τη ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ, φ. 116, Μάιος 2012
Both comments and trackbacks are currently closed.