Η ενίσχυση του πολιτικού σκηνικού και η αναρχική προοπτική

«Είμαι ο κύριός σας και κύριός μου είναι ο Τσάρος. Ο Τσάρος έχει δικαίωμα να μου δίνει διαταγές και πρέπει να υπακούω, αλλά όχι να τις δίνει σε σας. Στα κτήματά μου εγώ είμαι ο Τσάρος, είμαι ο θεός σας επί της γης και πρέπει να είμαι υπόλογος για σας ενώπιον του θεού στα ουράνια […] Πρώτα πρέπει να ξυστρίσουμε το άλογο δέκα φορές με τη σιδερένια ξύστρα κι έπειτα να το βουρτσίσουμε με τη μαλακιά βούρτσα. Θα πρέπει κι εγώ να σας ξυστρίσω πολύ άγρια, και ποιος ξέρει αν ποτέ θα φτάσω στο βούρτσισμα. Ο θεός καθαρίζει τον αέρα με κεραυνούς κι αστραπές, και στο χωριό μου θα καθαρίσω τον αέρα με κεραυνούς και φωτιά όποτε το κρίνω απαραίτητο». (Ρώσος γαιοκτήμονας προς τους δουλοπάροικους του)

«Οι εξουσιαστές, συνασπισμένοι κατά ομάδες, προσπαθούν να συμμετάσχουν ή να αντιμετωπίσουν τις συνθήκες αναδιανομής αυτού που ονομάζουν πλούτο και που στην πραγματικότητα είναι οι περιοχές, που θα ανακαταληφθούν από τους εταίρους του ήδη ενοποιημένου μπλοκ της κυριαρχίας, οι μηχανισμοί που θα στήσουν και οι σχέσεις που θα επιβάλλουν στους σύγχρονους σκλάβους ή θα καθορίσουν μεταξύ τους. Αυτό λέγεται με απλά λόγια αναδιανομή. Αναδιανομή και ισχυροποίηση. Ισχυροποίηση, όμως, σημαίνει αδυνάτισμα όσων βρίσκονται κάτω από συνθήκες σκλαβιάς. Σημαίνει χειροτέρευση των όρων επιβίωσης, λιγότεροι απασχολούμενοι σκλάβοι, ακόμα περισσότερη εξαθλίωση, αύξηση των ασθενειών, «ξεσκαρτάρισμα». Σημαίνει καταστροφή όσων υπηρεσιών δεν εξυπηρετούν τις εξουσιαστικές ανάγκες και όσων μορφών εφηρμοσμένης δουλείας θεωρούνται ατελείς. Σημαίνει, ακόμα, τη μετατόπιση στην κοινωνική διαστρωμάτωση όσων δεν μπορούν να προσαρμοστούν στις συνθήκες που ανακατασκευάζονται. Ένα τεράστιο εργοτάξιο, όπου άλλα τμήματά του ξηλώνονται και άλλα κτίζονται. Άλλοι ανεβαίνουν στις σκαλωσιές κι άλλοι τις κατεβαίνουν, ενώ άλλοι γκρεμίζονται στο κενό. Και κάποιοι από άλλα σημεία καθορίζουν όλη αυτή την κινητικότητα, προσαρμόζοντάς την στις απαιτήσεις της κυριαρχίας τους».

Αυτά, μεταξύ άλλων, περιγράφαμε στις αρχές του χρόνου, ήδη ένα μήνα πριν την «πετυχημένη» κύρωση της νέας δανειακής σύμβασης και του «νέου» μνημονίου που την συνοδεύει.

Ακολούθησε η συμφωνία της πολιτικής ελίτ, συμπεριλαμβανομένων φυσικά και των αριστερών κομμάτων, για άμεση (εκτός «απροόπτου») προσφυγή στις κάλπες, με στόχο πρώτα και κύρια την εκτόνωση των κοινωνικών αντιδράσεων, αλλά και την συνεπή διαχείριση όσων ήδη έχουν σχεδιαστεί και συμφωνηθεί.

Έχουμε ήδη, επίσης, εκτιμήσει σε προηγούμενα φύλλα της Διαδρομής Ελευθερίας, ότι η σύμπτυξη των ήδη υπαρχόντων κομματικών σχηματισμών και η κατασκευή νέων δεν συνιστά, φυσικά, σε καμία περίπτωση κάποιου είδους κατάρρευση, είτε του πολιτικού συστήματος γενικότερα, είτε των «κουρεμένων» σε ποσοστά λεγόμενων μεγάλων κομμάτων.

Είναι κατανοητή, βέβαια, η παραπάνω εκτίμηση στην περίπτωση, όταν εκείνοι που υιοθετούν την συγκεκριμένη «εξήγηση» βρίσκονται στην πλευρά εξουσιαστικών μερίδων, που κατευθύνονται στην ανανέωση των «ευκαιριών» για μια συνολικότερη πολιτική ανάκαμψη.

Έτσι, η «πιστοποιημένη κατάρρευση» του πολιτικού συστήματος εμφανίζεται ως μια σημαντική «παθογένεια», η «γιατριά» της οποίας δικαιολογεί την κατάσταση εκτάκτου ανάγκης, που έχει επιβληθεί ως αναγκαία, αλλά και διαρκής συνθήκη και μάλιστα με ορίζοντα πολλών δεκαετιών, λόγω της «χρεοκοπίας», της διεθνούς επιτήρησης ή της «απώλειας της εθνικής κυριαρχίας».

Αν, λοιπόν, έχουμε κατάρρευση του πολιτικού συστήματος, η οποία «κατοχυρώνεται» από την σημαντική μείωση της εκλογικής πελατείας, γιατί αυτή δεν περιλαμβάνει τα κόμματα της αριστεράς; Κάτι τέτοιο θα ίσχυε μόνο, αν δεχόμασταν ότι τα κόμματα της αριστεράς δεν αποτελούν, εδώ και δεκαετίες, αναπόσπαστο μέρος του πολιτικού συστήματος, πραγματικά σωσίβια στις κρίσιμες στιγμές. Κάτι τέτοιο, θα ίσχυε μόνο αν πρεσβεύαμε ότι το πολιτικό σύστημα ταυτίζεται με τον δικομματισμό, την εναλλαγή δηλαδή στην εξουσία των δύο μεγάλων κομμάτων. Κάτι τέτοιο, μπορεί να ισχυριστεί υποκριτικά μόνο κάποιος, που θέλει να εξαφανίσει την συνεισφορά της αριστεράς στην εμπέδωση της κυρίαρχης ιδεολογίας, όχι μόνο μέσω της κατοχύρωσης των πολιτικών δικαιωμάτων, αλλά και της ενίσχυσης και της αναπαραγωγής των ποικίλων μηχανισμών κοινωνικής κινητικότητας.

Τα παραμυθάκια, όμως, ότι η αριστερά δεν κυβέρνησε και ως εκ τούτου, εκτός των άλλων, δεν είναι συνυπεύθυνη για την συνεχώς επιδεινούμενη κοινωνική εξαθλίωση, δεν είναι μόνο φτηνά, αλλά και κακόγουστα. Μήπως η αριστερά με υποδειγματική πράγματι συνέπεια μεταπολιτευτικά δεν ενίσχυε με κάθε τρόπο κάθε προσπάθεια για «εκσυγχρονισμό», «παραγωγικοποίηση» και «εξευρωπαϊσμό» της κοινωνίας; Η αριστερή ιδεολογία και μάλιστα πριν την διάσπαση του ΚΚΕ διακατεχόταν, ή όχι, από ένα θαυμασμό και ένα δέος για ορισμένες από τις θεμελιακές «αστικές» αντιλήψεις; Ήταν και παραμένει, ή όχι, ήδη από το τέλος του εμφυλίου, θέση του ΚΚΕ η «αναγκαιότητα» σύναψης συμμαχιών με τα προοδευτικά τμήματα της «αστικής τάξης»; Νουθετούσε, ή όχι, την «άρχουσα τάξη» η ΕΔΑ «αντιτιθέμενη» στο ξένο κεφάλαιο και την ΕΟΚ από την πλευρά της υπεράσπισης των γηγενών καπιταλιστών; Μπήκαν, ή όχι, οι ιδεολογικές βάσεις για την λεγόμενη εθνική συμφιλίωση από την αριστερή διανόηση, αυτήν την παχιά αγελάδα, που έθρεψε και τράφηκε από το κράτος, αλλά και το κεφάλαιο στην λεγόμενη μεταπολίτευση; Είναι ή δεν είναι εξωφρενικό, η πάλαι ποτέ λεγόμενη «ανανεωτική» αριστερά, που μιλούσε για ευρωπαϊκή ολοκλήρωση και της έτρεχαν τα σάλια, να παριστάνει τώρα την ανίδεη για το «έγκλημα»; Ήταν, ή δεν ήταν, όλοι αυτοί οι γνωστοί και μη εξαιρετέοι αριστεροί καθηγητάδες χωμένοι μέχρι τα μπούνια σε κάθε ευρωπαϊκό πανεπιστημιακό πρόγραμμα; Ήταν, ή όχι, αυτή η ίδια η αριστερή διανόηση που εξύψωνε σαν «ποιοτικό», «καλλιεργημένο» και «προοδευτικό» κάθε τι «ευρωπαϊκό»;

Και για όσους συνεχίζουν να έχουν επιλεκτική μνήμη, θα θυμίσουμε ότι την πρώτη τετραετία του Πασοκ (1981-1984) οι απεργιακές κινητοποιήσεις μειώθηκαν κατακόρυφα λόγω της αγαστής συνεργασίας των συνδικαλιστών του Πασοκ και του ΚΚΕ με αποτέλεσμα το 1980 οι απεργίες, που καταγράφηκαν ήταν 726 και οι απεργοί 1.407.400, ενώ το 1985 οι απεργίες μειώθηκαν σε 453 και οι απεργοί στους 785.700. Θα θυμίσουμε, ακόμη, την ευρεία συμμαχία του Πασοκ του ΚΚΕ και του ΚΚΕ εσ. στις αυτοδιοικητικές εκλογές του 1982 …, «για να μην ξαναγυρίσει η Δεξιά».

Η ανανέωση της κυβερνητικής θητείας του Πασοκ το 1985 στηρίχτηκε, λοιπόν, από την αριστερά με κάθε τρόπο, με αποτέλεσμα να παραμείνει σταθερή η εκλογική πελατεία του, που αποτελούνταν κυρίως από εργάτες, και αγρότες, αλλά και εμποροϋπάλληλους, μικροαστούς και φυσικά δημόσιους υπάλληλους. Η σταθεροποίηση του Πασοκ στην εξουσία για δεύτερη τετραετία άνοιξε τον δρόμο, όχι μόνο για την όξυνση της κρατικής καταστολής, αλλά και για την επιβολή ενός «γενναίου» σταθεροποιητικού προγράμματος.

Οι διαφωνίες, επομένως, και οι αντιθέσεις ανάμεσα στις εξουσιαστικές μερίδες, πολλές φορές και αυτές από επάνω μέχρι κάτω πλασματικές, όχι μόνο δεν διαταράσσουν την ενότητα των κυριαρχικών επιλογών, αλλά την ισχυροποιούν πολύ περισσότερο από τις συμφωνίες. Οι διαφοροποιήσεις την κατάλληλη στιγμή, οι «αποσχίσεις» ακόμα και οι πιο θορυβώδεις και μακροχρόνιες, το ξεσκαρτάρισμα των «καμένων» χαρτιών, ακόμα και αν πρόκειται για πρόσωπα, που λίγο πριν προβάλλονταν ως αναντικατάστατα στον κομματικό ή κυβερνητικό καμβά, ως κύριο στόχο έχουν να κατασιγάσουν την κοινωνική οργή και να γεμίσουν τα κενά πολιτικής εκπροσώπησης.

Και μιας και αναφερθήκαμε στα μέσα της δεκαετίας του ’80, ας θυμηθούμε τι έλεγε τότε η, δακρύζουσα πριν λίγους μήνες από την συγκίνηση, Βάσω Παπανδρέου, την στιγμή που ψήφιζε το μεσοπρόθεσμο τον Ιούνιο.

Στις 26-9-1985 η τότε υφυπουργός Βιομηχανίας Βάσω Παπανδρέου δηλώνει σε συνέντευξή της στο περιοδικό Οικονομικός Ταχυδρόμος: «[…] είναι προτιμητέα μια μεσοπρόθεσμη αύξηση της ανεργίας, με το κλείσιμο των μη βιώσιμων επιχειρήσεων, που δεν ανήκουν στους στρατηγικούς τομείς της οικονομίας, προκειμένου να αντιμετωπιστεί, ουσιαστικά, το ζήτημα μέσα από μελλοντικές επενδύσεις». Μα αυτό ακριβώς ισχυρίζονται και πάλι οι «μνημονιακοί» στην δήθεν κόντρα τους με τους «αντιμνημονιακούς» και τίποτα διαφορετικό.

Με ακριβώς τα ίδια επιχειρήματα, όπως και τώρα, η περιβόητη αναδιάρθρωση στα εργασιακά που επαγγέλθηκε τότε στην δεύτερη τετραετία του το Πασοκ περιελάμβανε την μερική απασχόληση, την τέταρτη βάρδια, την δουλειά με το κομμάτι, την σύνδεση αμοιβής και παραγωγικότητας, την εργασία κατόπιν κλήσης του εργαζομένου, που από τότε θα έπρεπε να περιμένει υπομονετικά την σχετική ειδοποίηση εκ μέρους της εργοδοσίας κ.ο.κ.. Να προσθέσουμε ακόμη την μεγάλη αύξηση, τότε, της γυναικείας εργασίας, που βέβαια κοστολογούνταν πολύ λιγότερο, την δικαστική παρέμβαση στην ΓΣΕΕ, τις επιστρατεύσεις των απεργών και την ποινικοποίηση της απεργίας. Η απάντηση των αριστερών ψηφοφόρων του Πασοκ στις δημοτικές εκλογές του 1986 σ’ όλα αυτά, ήταν η στροφή τους προς την ΝΔ, αλλά και ο επαναπατρισμός τους στα κλασικά αριστερά λημέρια, γεγονός που αντανακλάται το 1987 τόσο στις εκλογές των συλλόγων των δικηγόρων, των γιατρών, των μηχανικών και άλλων επιστημόνων, όσο και στους δημόσιους υπαλλήλους, όπου πλέον στην ΑΔΕΔΥ η εκλογική του δύναμη συρρικνώνεται την ίδια χρονιά στο 28,2% από το 52,9% του 1983. Σ’ αυτήν την διαδικασία ανακύκλωσης της εκλογικής πελατείας, η αριστερά όχι μόνο καρπώθηκε τα δέοντα, αλλά πρόσφερε τα μάλα στην ιδεολογική ενσωμάτωση της κοινωνικής βάσης των κομμάτων στα γενικότερα εξουσιαστικά προτάγματα. Είναι χαρακτηριστική η σαρωτική νίκη το 1985 της ΟΝΝΕΔ στους φοιτητικούς χώρους, με το λάιφ στάιλ να προωθείται κατά κόρον μέσα από περιοδικά, όπως το …πρωτοπόρο Κλικ, εμπνευσμένα από αριστερόφρονες τύπου Κωστόπουλου.

 … η τεχνική της ανασυγκρότησης

Σύμφωνα με τον γάλλο καθηγητή πολιτικών επιστημών J. C. Coliard, ο οποίος μελέτησε τους κυβερνητικούς συνασπισμούς σε 20 δυτικές δημοκρατίες, τα πρώτα 33 χρόνια που ακολούθησαν την δεύτερη παγκόσμια ανθρωποσφαγή, από τις 170 πλειοψηφικές κυβερνητικές συμμαχίες που εντόπισε, οι 118 ανταποκρίνονται στο κριτήριο της «ελάχιστης ιδεολογικά συνεχούς νικηφόρας συμμαχίας» (Minimal Connected Winning Coalition), ενώ από αυτές στις 99 η απουσία ενός οποιουδήποτε κυβερνητικού εταίρου θα είχε σαν συνέπεια να μην υπάρχει κοινοβουλευτική πλειοψηφία (Minimal Winning Coalitions). Παρατηρείται, όμως, ότι σε 19 περιπτώσεις μετέχουν κόμματα, επειδή διασφαλίζουν το ιδεολογικό συνεχές της κυβερνήσεως, παρ’ ότι αυτά δεν ήταν απαραίτητα για την διασφάλιση κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας. Στις υπόλοιπες περιπτώσεις μετέχουν επί πλέον κόμματα, που δεν ήταν αναγκαία ούτε για τον σχηματισμό κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας, αλλά ούτε για την επίδειξη κάποιου είδους ιδεολογικής συνέχειας, όμως η παρουσία τους διεύρυνε τον κυβερνητικό συνασπισμό. Αξίζει να σημειώσουμε, επίσης, ότι τις περιόδους 1919-1939 και 1945-1974, η μέση ζωή των συμμαχικών κυβερνήσεων στην Ευρώπη ήταν 25 μήνες έναντι 55 των μονοκομματικών.

Ας κάνουμε, όμως, μια τελευταία παρατήρηση, που αφορά τους λεγόμενους «διπολικούς δικομματισμούς». Οι τελευταίοι μπορούν να σχηματισθούν, είτε από την «αντιπαράθεση» μιας κομματικής συμμαχίας εναντίον ενός ενιαίου κόμματος, είτε από την συγκρότηση δυο αντιπάλων κομματικών σχηματισμών.

Η ιστορική εμπειρία καταγράφει επίσης και μια άλλη εκδοχή

Το 1956 σχηματίσθηκε μεγάλος αντικαραμανλικός συνασπισμός με την ονομασία Δημοκρατική Ένωση και την συμμετοχή επτά κομμάτων, με διακηρυγμένο στόχο την «στιγμιαία» κατάληψη της εξουσίας ώστε να αλλαχθεί ο ισχύον εκλογικός νόμος και στην συνέχεια να προκηρυχθούν νέες εκλογές. Στην Δημοκρατική Ένωση συνασπίστηκαν υπό την ηγεσία του Γεωρ. Παπανδρέου από το Λαϊκό Κόμμα του Κων. Τσαλδάρη, στο οποίο είχαν βρει πολιτική στέγη και ακροδεξιά «στοιχεία» μέχρι την ΕΔΑ στην οποία συμμετείχε το ΚΚΕ. Τελικά, η ΕΡΕ, λόγω του ισχύοντος εκλογικού συστήματος, παρ’ ότι παίρνει λιγότερες ψήφους, εξασφαλίζει αυτοδυναμία.

Είναι φανερό, λοιπόν, ότι μικρή σημασία έχει ποια ή πόσες εκδοχές διαχείρισης θα εφαρμοστούν. Ήδη την περίοδο που μόλις διανύσαμε η «λύση» Παπαδήμου, εκτός των άλλων, προσέφερε στους διαχειριστές των κρατικών υποθέσεων σημαντική παρακαταθήκη για την συνέχεια. Είναι, επίσης, γεγονός, ότι μεγάλα εκδοτικά και επιχειρηματικά συμφέροντα, καθώς και τα αντίστοιχα, που κυριαρχούν στο χώρο της εκκλησίας, προκρίνουν και στηρίζουν για την ώρα ένα κυβερνητικό σχήμα, που θα απαρτίζεται κυρίως από την ΝΔ και το Πασοκ με τυχόν γαρνιτούρες από μικρότερα κόμματα. Η διαδοχή του Παπανδρέου από το Βενιζέλο ετοιμάστηκε λίγο πριν το εκλογικό καμπανάκι, ενώ ο Σαμαράς επιλέχθηκε ως διάδοχος του Καραμανλή, όπως είναι γνωστό, βγαίνοντας από την ναφθαλίνη στην οποία είχε τοποθετηθεί προσεκτικά σχεδόν για μια δεκαετία για τον σκοπό αυτό. Στην επίσπευση της «πτώσης» και του ενός (Καραμανλή) και του άλλου (Παπανδρέου) ιδιαίτερο ρόλο έπαιξε η χρήση των λεγόμενων σκανδάλων.

Έχουμε αναφερθεί διεξοδικά στο παρελθόν και έχουμε παρακολουθήσει τακτικά την κατασκευή και την διαχείριση των λεγόμενων σκανδάλων εκ μέρους διαφόρων θεσμών και μηχανισμών («δικαιοσύνη», ΜΜΕ, πολιτικός «κόσμος» κλπ). Τόσο το «σκάνδαλο Ζαχόπουλου», όσο και η προβολή εκ μέρους του ΔΟΛ (γνωστή η πρόσφατη «προσωπική» αντιπαράθεση Ψυχάρη-Παπανδρέου) και όχι μόνο, της εμπλοκής του αδερφού του Παπανδρέου με κερδοσκοπικά κεφάλαια, που αφορούν την «χρεοκοπία», αποδεικνύουν την συνέχεια στους σχεδιασμούς όσο και στην υιοθέτηση των ίδιων «εργαλείων» και εν ολίγοις τεχνικών για την επικράτηση ή τον περιορισμό ορισμένων εξουσιαστικών μερίδων έναντι άλλων, ή αλλιώς το ξαναμοίρασμα της εξουσιαστικής πίττας.

Όταν οι ύαινες μυρίζονται αίμα και ορμούν με λύσσα προς τα θύματα τους δεν διστάζουν να μπήξουν τα δόντια τους η μία στην άλλη αν θεωρήσουν ότι μπορεί να υστερήσουν στο φαγοπότι. Τους ευχόμαστε καλή συνέχεια… Κατά τα άλλα η σύμπτυξη των πάλαι ποτέ εκπροσώπων του δικομματισμού ενισχύει την κυριαρχία στο σύνολο της, δεν έχει καμία απολύτως σχέση με την λεγόμενη ρευστότητα του πολιτικού σκηνικού, και φέρνει τα αυτοπροσδιοριζόμενα αντιμνημονιακά κόμματα, αριστερά ή αριστεροδεξιά, στην ενισχυμένη, για τα ίδια και το πολιτικό σκηνικό, θέση της αξιωματικής αντιπολίτευσης.

Για ποια κατάρρευση, λοιπόν, μιλάνε; Όπως είδαμε, η ενίσχυση αυτή του πολιτικού σκηνικού επιβεβαιώθηκε ήδη με τον γνωστό κυβερνητικό συνασπισμό της κυβέρνησης Παπαδήμου, που απλά πρόκειται να αναβαπτιστεί μέσω της εκλογικής διαδικασίας, που περιλαμβάνει μια άνευ προηγουμένου συρρικνωμένη προεκλογική περίοδο.

… το ιδεολογικό περιεχόμενο

Η εξαπάτηση δεν αποτελεί τεχνική της πολιτικής, αλλά αναπόσπαστο συστατικό της. Το πρόβλημα, μας λένε, δεν είναι η σκλαβιά, ούτε οι αλυσίδες που φοράμε, αλλά ποιος θα μας τις φορά, δηλαδή οι «δικοί» μας ή οι «ξένοι». Έτσι, οι εκλογικές επιλογές χωρίζονται σε μνημονιακές και αντιμνημονιακές. Οι αντιμνημονιακοί τελάληδες είτε διαλαλούν τις μπαγιάτικες εθνικοανεξαρτησιακές τους πραμάτειες, είτε διαφημίζουν την κομματική κομπόστα του Συ.ριζ.α., που όπως πάντα «νοστιμίζει» από μια πολυδιαφημιζόμενη γεύση «κινηματικής αντιεξουσίας», θα σταθούν απέναντι στην εμφανιζόμενη ως «σοβαρή», «ρεαλιστική» και «φερέγγυα» πρόταση των μνημονιακών. Οι τελευταίοι ζητούν χρόνο για να δικαιωθούν οι επιλογές τους, «για να μείνουμε στο ίδιο τραπέζι», όπως λένε, «με τους νικητές που διαμορφώνουν ήδη την Νέα Ευρώπη» και κατασκευάζουν τα «νέα» εργαλεία για το σκοπό αυτό (Ευρωομόλογο, κοπή χρήματος από την ΕΚΤ κλπ).

Τα «άκρα», με την απαραίτητη βοήθεια των ΜΜΕ, θα στηλιτευθούν (άρα θα διαφημιστούν) ως «επικίνδυνα». Οι «διορθώσεις» σε επιμέρους συντεχνιακές διεκδικήσεις θα κλείσουν το «μάτι» στην κομματική πελατεία δίνοντας ελπίδες, σε όσους είναι διατεθειμένοι να πατήσουν γερά επί (των ουκ ολίγων σε λίγο) πτωμάτων.

Η «σωτηρία της πατρίδας», η «τάξη», η «ασφάλεια», η εφαρμογή των νόμων και η αντιμετώπιση της «διαφθοράς» και της «διασπάθισης του δημόσιου χρήματος», η πάταξη των «λαθραίων» μεταναστών και η ανάπτυξη (τα κόκαλα που θα πετάξουν την προσδιορισμένη στιγμή), σκιαγραφούν το ιδεολογικό περιεχόμενο της επανίδρυσης του κράτους που μεταρρυθμίζουν με αφιονισμένους ρυθμούς γάλλοι και γερμανοί, κατά κύριο λόγο τεχνοκράτες, υπό την καθοδήγηση του ΔΝΤ, της ΕΕ και της ΕΚΤ.

Οι δρομολογούμενες πολεοδομικές επεμβάσεις στο ευρύτερο λεγόμενο ιστορικό κέντρο της Αθήνας (οι σχετικοί διαγωνισμοί χρηματοδοτούνται εσχάτως από το Ίδρυμα Α. Ωνάσης με στόχο την επίσπευσή τους), έρχονται ως τέτοιες και όχι ως απλές κινήσεις ανάπλασης, να σημαδέψουν αυτήν ακριβώς την επανίδρυση. Την ίδια στιγμή ξεκινούν, μέσα σε ένα εντυπωσιακό κλίμα πολιτικής συναίνεσης, γιγαντιαίες επιχειρήσεις αστυνόμευσης με πρόσχημα την πάταξη των «παράνομων» μεταναστών και την έκρηξη της εγκληματικότητας, για την οποία οι ίδιοι οι διαχειριστές των κυριαρχικών υποθέσεων πρώτα και κύρια ευθύνονται.

… και η αναρχική προοπτική

Οι στρατιές από άστεγους, επαίτες, εξαρτημένους, σωματικά και ψυχικά ασθενείς, άνεργους, που αφήνει ήδη πίσω της η λεγόμενη «κρίση», πληθαίνουν μέρα με τη μέρα. Οι ουρές πλήθους ανθρώπων που στοιχίζονται ή σχεδόν ποδοπατιούνται για λίγες δωρεάν ή φτηνές πατάτες, ρύζι κοκ, δεν είναι πλέον εικόνες από κάποιες χώρες του λεγόμενου τρίτου κόσμου ούτε σκηνές από κάποια διήγηση που αφορά τις κατοχικές συνθήκες. Τα συσσίτια της εκκλησίας ή διαφόρων φιλανθρωπικών οργανώσεων δεν έρχονται, φυσικά, να αμβλύνουν το «φαινόμενο», αλλά να προτάξουν το επιτρεπόμενο μοντέλο αλληλεγγύης.

«Και οι αναρχικοί τι προτείνουν;», ρωτούν πολλοί. Να γίνουμε «αγανακτισμένοι» μέσα στους «αγανακτισμένους», πρότειναν κάποιοι. Ώσπου κατακάθισε ο κουρνιαχτός αυτής της «αγανάκτησης» και ξεκαθάρισαν τα χαρακτηριστικά της στα μάτια και των πλέον αφελών ή άπειρων. Να οργανωθούμε, υποστηρίζουν άλλοι, να κατασκευάσουμε ή να δυναμώσουμε τις ήδη υπάρχουσες κινηματικές δομές, να γίνουμε περισσότερο κομμουνιστές από τους κομμουνιστές, περισσότερο λενινιστές ή τέλος πάντων να μην το κρύβουμε άλλο.

Οι αναρχικές απόψεις και πρακτικές, θα το επαναλάβουμε, έχουν ρίζες που δεν είναι εύκολο να αγνοηθούν ούτε από εχθρούς ούτε από «φίλους». Αυτές οι ρίζες δεν αρχίζουν και δεν τελειώνουν, ούτε περιγράφονται σε καμία συνθηματολογική προτροπή περί αυτοργάνωσης και συνελευσιακής συνεύρεσης. Το προχώρημα αυτών των απόψεων και πρακτικών δεν εμπερικλείεται σε κανενός είδους εναλλακτισμό, δεν βρίσκεται σε κανενός είδους υπεράσπιση των κινηματικών λογικών και διαχείρισης των «νικών» ή της «ηττοπάθειας» της αριστεράς, γιατί δεν αποτελούν μέρος της.

Να βρεθούμε οι αναρχικοί με τους αναρχικούς, να μην διστάσουμε να κόψουμε κάθε γέφυρα με κάθε πολιτική, με κάθε συνδικαλισμό, με κάθε κομματική λογική. Δεν αναπαράγουμε και δεν σκοπεύουμε να αναπαράγουμε ούτε ίχνος από όσα αντιπαλεύουμε, για να γίνουμε δήθεν αποτελεσματικοί, ενώ στην πραγματικότητα γινόμαστε μ’ αυτόν τον τρόπο ανίσχυροι. Καταγράφουμε τις απόψεις μας, μιλούμε για την αναρχία, ξεκαθαρίζουμε κάθε ζήτημα που προκύπτει στις πρακτικές μας, συνθέτουμε με όσους απομακρύνονται σταθερά από τις κομματικές αγκάλες και ανατρέχουν στις αναρχικές παραδόσεις με διάθεση οικειοποίησης και εμπλουτισμού τους. Δεν εκπροσωπούμε κανένα, ακόμα και αν συμφωνεί με τις απόψεις και τις πρακτικές μας. Είμαστε επίμονα πολέμιοι σε κάθε είδους εξάρτηση, σε κάθε είδους νάρκωση. Αποφασίζουμε από κοινού, έχοντας στις παραδόσεις μας πλούσιες εμπειρίες και παρακαταθήκες για το τί σημαίνει αναρχική συναίνεση, και πως αυτή αντιπαρέρχεται στις κομματικές ή κινηματικές κλίκες, στα προαποφασισμένα αποτελέσματα «αυτοοργανωμένων» μαζώξεων, στις κομματικές λογικές των πάσης φύσεων δομών.

Προτάσσουμε τη δημιουργία αναρχικών ομάδων, που με συνέχεια θα καταγράφουν τις απόψεις τους, θα έχουν τους δικούς τους χώρους, «ανοιχτούς» αλλά και «κλειστούς», όχι βέβαια επειδή είναι συνωμοτικές, αλλά επειδή διακρίνονται από τις παρέες, και δεν αποτελούν βέβαια κανενός είδους ξέφραγο αμπέλι.

Προτάσσουμε τη δημιουργία αναρχικών ομάδων, για μιαν ακόμη φορά και μάλιστα με μεγάλη θέρμη, καθώς θεωρούμε, ότι οι λογικές μετατροπής του λεγόμενου αναρχικού-αντιεξουσιαστικού χώρου σε πολιτική δύναμη ήταν και παραμένουν εξουσιαστικές, ενώ οι επιπτώσεις τους όχι μόνο αποφεύγεται να αναλύονται, αλλά δεν καταγράφονται ούτε καν υποτυπωδώς.

Προχωρούμε χωρίς αυταπάτες, μακριά από κάθε κινηματικούς περιορισμούς και αγκυλώσεις, στους δρόμους που ορίζουμε οι ίδιοι με τις αποφάσεις μας ενάντια σε κάθε εξουσία.

Συσπείρωση Αναρχικών

Από τη ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ, φ. 115, Απρίλιος 2012
Both comments and trackbacks are currently closed.