Κρίση, απόφαση και καταστροφή

Από τότε που εμφανίστηκε η λεγόμενη κρίση, δεν χωρά αμφιβολία ότι βρισκόμαστε σε ένα σημείο, το οποίο από κάθε άποψη χαρακτηρίζεται από ιδιαίτερες και «ενδιαφέρουσες» καταστάσεις οι οποίες, όμως, συσκοτίζονται σκόπιμα με αποτέλεσμα τον αποπροσανατολισμό του κόσμου.

Διάφορα γεγονότα, απόψεις, εντάσεις και υποτονικότητα, «λύσεις» που προτείνονται αλλά παραμένουν χωρίς αντίκρισμα, μονότονα επαναλαμβανόμενες διατυπώσεις για επίθεση ενάντια στο μεγαλύτερο πληθυσμιακά κομμάτι της κοινωνίας χωρίς, όμως, να προδιαγράφουν μια προοπτική που να εμπνέει τον κόσμο και να τον κάνει να αναλάβει εκείνες τις πρωτοβουλίες που θα ανατρέψουν τα σχέδια που έχουν καταστρώσει και θέτουν σε εφαρμογή οι υπάλληλοι της κυριαρχίας στον ελλαδικό χώρο.

Παράλληλα συνεχίζεται η λήψη μέτρων, γίνονται κινήσεις και εφαρμόζονται σχεδιασμοί από την πλευρά των εξουσιαστών. Όλα αυτά μπορεί μεν να εμφανίζονται με τμηματικό τρόπο, αλλά στην πραγματικότητα συνιστούν μία ενότητα. Άλλωστε το δηλητήριο σε μικρές δόσεις δρα πιο αποτελεσματικά, ενώ προκαλεί και ψευδαισθήσεις υγείας.

Μέσα σ’ όλα αυτά έρχεται να προστεθεί η πληθώρα των προσδιορισμών του όρου «κρίση», όπως: πολιτική κρίση, πολιτισμική κρίση, ηθική κρίση, οικονομική κρίση και ούτω καθ’ εξής. Με όλ’ αυτά, το «γεγονός» της «κρίσης» δεν επιδέχεται κανενός είδους αμφισβήτηση. Θεωρείται δεδομένο και με βάση αυτήν την κοινή παραδοχή αναπτύσσονται μια σειρά διαδικασίες, σκεπτικά και συνθήκες.

Είναι, όμως, αυτό σωστό;

Μπορεί κάποιος να δέχεται αβίαστα τα όσα ισχυρίζονται οι ιθύνοντες της εξουσίας και της διακρατικά δομημένης κυριαρχίας; Η απάντηση είναι σαφέστατα αρνητική και ενισχύεται, επί πλέον, από τα όσα έχουν δει το φως της δημοσιότητας τον τελευταίο ιδιαίτερα χρόνο και τα οποία σχετίζονται με πλαστογραφίες στατιστικών, εξαγορές, εκβιασμούς, «σκάνδαλα», «αποκαλύψεις», συνωμοσίες, απειλές, σωρεία ψεμάτων κ.ά.

Επομένως, η διαπίστωση της ύπαρξης κρίσης ή όχι και ποιο ακριβώς είναι το περιεχόμενό της παραμένει ζητούμενο. Πρόκειται για ουσιώδες ερώτημα που χρειάζεται να απαντηθεί και μόνον τότε μπορεί να αναζητηθεί, να εντοπισθεί και να προσδιοριστεί η μερική ή η καθολική της διάσταση.

Πριν προχωρήσουμε, όμως, χρειάζεται να επισημάνουμε πως όταν προσπαθούμε, από την αναρχική σκοπιά, να αναλύσουμε γεγονότα και καταστάσεις θα πρέπει να αποφεύγεται η υιοθέτηση των επιβεβλημένων όρων από την εξουσία και τους θεράποντές της. Ο λόγος είναι ότι αυτοί οι όροι δεν στέκονται απλά εμπόδιο σε μια ουσιαστική ανάλυση, αλλά κατευθύνουν σε εξουσιαστικού τύπου απόψεις και διατυπώσεις, οι οποίες απομακρύνουν από την αναρχική απελευθερωτική προοπτική. Εννοείται πως αυτό ισχύει για κάθε ζήτημα που αναλύεται και αφορά την αναρχική απελευθερωτική σκέψη και δράση.

Αν χρειάζεται να επιμένουμε και να τονίζουμε τη σημασία της σαφήνειας του αναρχικού λόγου και σκέψης είναι επειδή κατανοούμε πως είναι αρκετά δύσκολο το ξεπέρασμα των ορολογιών εξουσιαστικού περιεχομένου και του συνεπακόλουθου τρόπου σκέψης, που οφείλονται στη μακρόχρονη εξαναγκαστική χρήση και την καθιέρωσή τους. Πρόκειται για ενός είδους εγκλωβισμό, που εμφανίζεται ακόμη και σε εκείνες τις προσπάθειες που έχουν καλές προθέσεις σε ό,τι αφορά την απελευθερωτική διεργασία.

Η προέκταση των όσων διαπιστώνονται, ως αναγκαίες προϋποθέσεις, για έναν σαφή λόγο (και πρακτική) συναντάται με τις επιδιώξεις μας. Ως αναρχικοί αποσκοπούμε στην συνολική απελευθέρωση. Αυτό δεν περιλαμβάνει μόνο το ανθρώπινο γένος αλλά και ο,τιδήποτε βρίσκεται πάνω στον πλανήτη.

Επομένως, ο τρόπος σκέψης μας οφείλει να εκφράζει αυτό που θέλουμε και πρόκειται να έρθει κι όχι αυτό που υπάρχει και που θέλει να ανακατασκευαστεί. Οι διατυπώσεις μας οφείλουν να είναι συνυφασμένες με αυτό το οποίο θεωρούμε –και είναι– αληθινό και απαραίτητο για την ολική απελευθερωτική προσπάθεια.

Δεν μπορούμε, λόγου χάρη, να αποδεχόμαστε τους όρους της κυριαρχίας γιατί στην περίπτωση αυτή είναι αδύνατο να ξεφύγουμε από τα όρια που αυτή έχει θέσει. Δεν συνάδει με την αναρχική θεώρηση και σκέψη να γίνεται αναφορά στην λεγόμενη κρίση με χρηματοοικονομικούς όρους, αφού η αναρχία δεν μπορεί να συνδέεται με την ύπαρξη χρήματος και όλων όσων αυτό συνεπάγεται.

Επίσης, εάν μιλήσουμε με όρους «κοινωνικού συμβολαίου», τότε είμαστε υποχρεωμένοι να ζητάμε την παραδειγματική τιμωρία των υπεύθυνων (καταχραστών, διεφθαρμένων, προδοτών κ.λπ.), επειδή παραβίασαν τα καθήκοντα που υποτίθεται πως έχουν και που τους «ανατέθηκαν» με βάση τη «συμφωνία» κοινωνίας-κράτους (ή πιο συγκεκριμένα ανάμεσα σε καταπιεστές και καταπιεσμένους).

Εάν, κάποιος αναφέρεται στην «κρίση» και την αποδέχεται ως τέτοια, τότε αναπόφευκτα όχι μόνο αποδέχεται τις διαδικασίες που οδήγησαν σ’ αυτό το «φαινόμενο», αλλά είναι επόμενο να εμπλακεί στον κυκεώνα των «λύσεων» που προτείνονται, χωρίς όμως αυτές να αναδεικνύουν ή έστω να διευκολύνουν, ώστε να αναδειχθούν κάποιες απελευθερωτικές διεργασίες. Δηλαδή, οι λύσεις «εξόδου από την Ευρωζώνη» και επιστροφής στη δραχμή, η «πτώχευση», οι εθνικοαπελευθερωτικές και εθνικο-ανεξαρτησιακές προτροπές, οι προτάσεις για αλλαγή του πολιτικού συστήματος σε αμεσοδημοκρατικό και τα παρόμοια, κινούνται μέσα στα πλαίσια του και των εναλλακτικών μορφών που μπορεί να χρησιμοποιήσει το σύστημα εξουσίας κι εκμετάλλευσης.

«Μα, έχουμε μπροστά μας όλη αυτή την κατάσταση, είναι δυνατόν να μην αναφερθούμε σ’ αυτήν;», θα αντείπει κάποιος. Αυτό φαίνεται –και είναι– δικαιολογημένο από μία πλευρά. Εννοείται πως δεν θα μπορούσε να αποσιωπηθεί ό,τι προβάλλεται από τους ταγούς της εξουσίας, ειδικότερα και γενικότερα. Όμως, όπως είπαμε, το ζήτημα δεν είναι αν θα αναφερθούμε, αλλά στο πως και προς ποια κατεύθυνση.

Κι αυτό το λέμε επειδή η αποδοχή των οικονομικών όρων και των τρόπων ερμηνείας όσων έχουν τεθεί σε κίνηση και κατευθύνονται από τους κυρίαρχους, δεν σημαίνει απλά την αποδοχή ενός επεισοδίου του όλου έργου, αλλά την ολόπλευρη αποδοχή του. Στην προκειμένη, μάλιστα, περίπτωση αυτή έχει τον χαρακτήρα της επιβεβαίωσης των όρων δουλείας κάτω από σκληρότερες συνθήκες.

Σ’ αυτό το θέμα, χρειάζεται να υπερτονίσουμε πως έργο μας είναι να βοηθήσουμε να ανοίξουν οι ορίζοντες της σκέψης των ανθρώπων και όχι να προσανατολιστούν στα αδιέξοδα μοντέλα της αριστερής και κομμουνιστικής ιδεολογικής και πολιτικής σπέκουλας και απάτης.

Δρα σωστά, όποιος συλλογάται σωστά. Αντίθετα, οι άνθρωποι δεν μπορεί να αντιμετωπίσουν σωστά, δηλαδή με όρους απελευθερωτικούς, τις εκάστοτε συνθήκες που επιβάλλονται από την κρατικά και διακρατικά δομημένη εξουσία, όταν το μυαλό τους παραμένει εγκλωβισμένο στις αριστερές, δημοκρατικές και κομμουνιστικές εκδοχές του κρατισμού και της εξουσιαστικής λογικής που αυτές προωθούν και επιβάλλουν σ’ όσους αποτελούν την κοινωνία.

Η έννοια της κρίσης

Η αναφορά στην έννοια της «κρίσης» από την πλευρά της εξουσιαστικής λογικής εμπεριέχει συνήθως και την διατύπωση «την κρίση να πληρώσουν οι καπιταλιστές». Εδώ έχουμε μια άνευ όρων αποδοχή της ύπαρξης της λεγόμενης κρίσης με τον τρόπο και τη σημασία που την έχουν πλασάρει οι κρατούντες.

Είναι, όμως, έτσι; Πέραν του ότι δεν υπάρχει πιο ψευδεπίγραφο και ανεδαφικό αίτημα από αυτό, αφού ζητά από τους ιθύνοντες της κυριαρχίας να αυτομαστιγωθούν ή να μαστιγωθούν από τους ομοίους τους και έπειτα να τιμωρηθούν για την λεγόμενη κρίση, επί πλέον, γίνεται και διάκριση ανάμεσα σε δίκαιους-τιμωρούς εξουσιαστές και στους υπόλοιπους που είναι φαύλοι, κερδοσκόποι και πλεονέχτες και που θέλουν (μόνο αυτοί!) να ξεζουμίσουν το λαό.

Αλλά το ζήτημα έχει προεκτάσεις. «Πολιτική είναι να χρησιμοποιείς προς όφελός σου τις αντιθέσεις του αντίπαλου», αναφέρει σε κάποιο κείμενό του ένας από τους μεγάλους τραγωδούς της ανθρώπινης κτηνωδίας. Επειδή, όντας δεδομένο πως ο ανταγωνισμός ανάμεσα στις διάφορες ομάδες εξουσίας, θα έχει και κάποιες «απώλειες» –που ανάλογα με την περίσταση θα εμφανισθούν και ως απόδοση δικαιοσύνης για την απληστία, την προδοσία ή την υπερεκμετάλλευση των περί ου ο λόγος εξουσιαστών είναι ενδεχόμενο να εκπληρωθεί, κατά κάποιο τρόπο, το αίτημα της «πληρωμής». Εδώ, όμως, έχουμε την πλέον αναξιοπρεπή χρησιμοποίηση της «βαθυστόχαστης» διατύπωσης για την πολιτική χρήση των αντιθέσεων.

Βέβαια, υπάρχει και η άλλη χρησιμοποίηση, αυτή του «ανεκπλήρωτου αιτήματος του λαού», οπότε η πολιτική σπέκουλα συνεχίζεται. Τα «ναι μεν, αλλά» στην πρώτη περίπτωση και η καρτερικότητα στη δεύτερη δεν αποτρέπουν την εφαρμογή των σχεδίων της κυριαρχίας. Επειδή, όμως, στην τεχνική της εξαπάτησης και της ποταπότητας που λέγεται πολιτική ο «παπάς» μπορεί να γίνει και βαλές, ντάμα ή τζόκερ, «παίζει» πάντα και η εκδοχή της «πληρωμής» να αναχθεί σε κάποια επαναστατική λύση. Πάντως, όπως και να παιχτεί το παιχνίδι δεν παύει να κινείται στο πλαίσιο της επαναβεβαίωσης της πίστης στο «κοινωνικό συμβόλαιο».

Ας προσπαθήσουμε, όμως, να διερευνήσουμε την επίμαχη έννοια-πραγματικότητα που ονομάζουν κρίση.

Στην καθιερωμένη αντίληψη και γνώση των ανθρώπων η έλλειψη αγαθών, η καταστροφή των αναγκαίων για την επιβίωσή τους προέρχεται από θεομηνίες, όπως μεγάλες πλημμύρες, σεισμοί, λιμοί κάτι, τέλος πάντων, αντίστοιχο με τις περιγραφόμενες από την Αγία Γραφή δέκα πληγές που έπληξαν τον Φαραώ. Είναι επόμενο, μάλιστα, τέτοιες καταστάσεις να προκαλούν φόβο, πανικό και ανασφάλεια στους ανθρώπους.

Εδώ, λοιπόν, έχουμε το γεγονός, που είναι η καταστροφή και προέρχεται από παράγοντες όπως αυτοί που αναφέρθηκαν προηγουμένως. Μετά από αυτό το γεγονός έρχεται η στιγμή της εκτίμησης και η απόφαση. Όλα αυτά (και ιδιαίτερα η απόφαση) σχετίζονται με τη βαρύτητα του πλήγματος που προκλήθηκε από φυσικά αίτια. Η φτώχεια είναι ένα γεγονός που έχει σχέση με το μέγεθος των αποτελεσμάτων που προκλήθηκαν από την καταστροφή αυτή, των ελλείψεων και της στέρησης των αναγκαίων για επιβίωση. Επομένως, το κατά πόσο έχουν την δυνατότητα να παραμείνουν στον τόπο τους οι άνθρωποι της περιοχής, που δέχτηκε το καταστροφικό πλήγμα, ανασυγκροτώντας τους όρους διαβίωσης τους ή όχι, είναι το κρίσιμο ζήτημα, το ζητούμενο. Είναι, δηλαδή, αυτό για το οποίο θα αποφασίσουν βάζοντας σε κίνηση, αλλά και σε δοκιμασία, την εμπειρία, τις γνώσεις τους και τις ικανότητες πρόβλεψης που συλλογικά διαθέτουν. Αυτή είναι η διεργασία της κρίσης. Μέσα από αυτή τη διεργασία θα παρθεί η απόφαση, που θα καθορίσει και τον παραπέρα τρόπο ζωής αλλά και τον τόπο διαμονής τους.

Με τον προηγούμενο τρόπο προσπαθήσαμε να διερευνήσουμε την έννοια της κρίσης με βάση την πραγματικότητα που έχουν συνηθίσει να αντιμετωπίζουν οι άνθρωποι τα φυσικά γεγονότα για αιώνες και μέχρι σήμερα. Στην εποχή μας, πάντως, αυτά τα γεγονότα έχουν χάσει μεγάλο μέρος της φυσικότητάς τους, λόγω των καταστροφικών επεμβάσεων των, ανά τον πλανήτη, εξουσιαστών.

Επομένως, οδηγούμαστε στην απάντηση που υπάρχει στο ερώτημα: Τι είναι κρίση;

Στη γενική της διάσταση κρίση εννοούμε πως είναι η κατάσταση που αναγκάζει ένα άτομο ή ένα σύνολο ανθρώπων να πάρει κάποια ή κάποιες αποφάσεις. Συνεπώς, η κρίση είναι ο σύνδεσμος ανάμεσα σε κάτι που έχει γίνει και στο αποτέλεσμα που θα προκύψει.

Η κρίση από μόνη της δεν έχει αντικείμενο αν δεν προσδιορίζεται. Αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίο γίνεται αναφορά σε οικονομική, πολιτική, θεσμική, πολιτειακή, κοινωνική κτλ. κρίση. Το κάθε ένα από αυτά τα στοιχεία συνδέεται με τα υπόλοιπα και ανάλογα με τις συνθήκες προκαλεί μερική ή εκτεταμένη διαταραχή στο συνολικό σύστημα. Εξυπακούεται, βέβαια, πως στο μυαλό αλλά και στη ζωή των ανθρώπων η κρίση ταυτίζεται με την καταστροφή, κάτι που έχει την εξήγησή του, όπως θα δούμε στη συνέχεια.

Τι ισχύει σήμερα;

Αυτό που βλέπουμε να ξετυλίγεται μπροστά στα μάτια του κόσμου έχει κάποια σχέση ή αναλογία με αυτό που προσδιορίστηκε προηγουμένως ως κρίση;

Η διαπίστωση που εύκολα μπορεί να κάνει κάποιος είναι η εξής:

Ενώ σε σχέση με την πραγματική διάσταση του όρου κρίση έχουμε την ακολουθία: γεγονός, κρίση, απόφαση, όπου το γεγονός αφορά μία καταστροφή που οδηγεί στο σημείο της λήψης αποφάσεων και την παραπέρα εφαρμογή του, εδώ έχουμε μια αντίστροφη διαδικασία όπου υπάρχει η απόφαση που έχει παρθεί και έπεται η καταστροφή. Η κρίση ως ενδιάμεση κατάσταση δεν υπάρχει ουσιαστικά, αλλά και όποτε εμφανίζεται ως τέτοια έχει σκοπό να υπηρετήσει την εφαρμογή των ειλημμένων αποφάσεων (και συνήθως αναφέρεται με την βαρύγδουπη φράση ως διαχείριση της κρίσης ή των κρίσεων).

Συνεπώς, στην πραγματικότητα δεν υπάρχει κρίση. Αυτό συνάγεται τόσο από το γεγονός πως δεν προϋπήρξε καταστροφή για να διαμεσολαβήσει η κατάσταση επιλογών και αποφάσεων, όσο και από το ότι οι αποφάσεις έχουν ήδη παρθεί με σκοπό την επιβολή άλλης μορφής σχέσεων και συνθηκών.

Πολλοί είναι αυτοί που θα επαναλάβουν τα όσα οι ειδικοί του συστήματος καταπίεσης κι εκμετάλλευσης πιπιλίζουν περί καπιταλιστικής κρίσης, κατάρρευσης και άλλων παρόμοιων φληναφημάτων.

Θυμίζουν όλους αυτούς τους αριστερούς, αριστερόφρονες και λοιπούς (αναρχίζοντες και μη) που πριν από μία εικοσαετία μιλούσαν για κατάρρευση του ανατολικού μπλοκ. Τότε, είχαμε μια λογική παρόμοια με αυτήν που ισχύει και στην τωρινή κατάσταση, όπου ο καταστροφέας ταυτιζόταν με αυτόν που πλήττεται, οι εξουσιαστές-εκμεταλλευτές με τους σκλαβωμένους-εκμεταλλευόμενους.

Μετά από εκείνη την «κρίση», ο πλανήτης γέμισε από σύγχρονους κροίσους του πρώην ανατολικού μπλοκ, ενώ μεγάλα τμήματα των πληθυσμών αυτών των περιοχών οδηγούνταν στην εξαθλίωση, στην μετανάστευση και στον αργό ή σύντομο θάνατο.

Αυτό, όμως, δεν σημαίνει κατάρρευση αλλά λύσιμο και ανασύσταση των σχέσεων και συνθηκών καταπίεσης κι εκμετάλλευσης, όπου οι κυρίαρχοι του μέχρι τότε ανατολικού μπλοκ σπάνε τα όρια των «κλειστών» αγορών και ανοίγονται στο αρχιπέλαγος της «παγκοσμιοποίησης». Όταν τότε αναφερόμασταν στη διαδικασία ενοποίησης της κυριαρχίας πολλοί ήταν αυτοί που, ακολουθώντας την «πεπατημένη» ορολογία και ανάλυση, επέμεναν (και κάποιοι απ’ αυτούς επιμένουν ακόμη) στον όρο κατάρρευση.

Όμως τώρα, 20 χρόνια μετά, είναι εντελώς εξωπραγματικός ο ίδιος ισχυρισμός. Επειδή για τον ίδιο ισχυρισμό πρόκειται, όταν γίνεται λόγος για «κρίση» καπιταλιστική ή μη. Η ίδια τακτική του σοκ και δέος, που εφαρμόστηκε στους πληθυσμούς των πρώην ανατολικών χωρών, εφαρμόζεται και τώρα. Μόνο που τώρα, η διαδικασία έχει διαφορετικούς ρυθμούς. Πριν η «σταγόνα» του μαρτυρίου φέρει τη σταγόνα που θα ξεχειλίσει το ποτήρι της οργής, έρχονται οι σταγόνες και τα σταγονίδια των κομματικών και μη μηχανισμών χειραγώγησης που εκτονώνουν την πίεση και μετά έρχονται τα επόμενα μέτρα, για να ακολουθήσει άλλος κύκλος δράσης των εκτονωτικών διαδικασιών.

Ο κόσμος της υπόλοιπης Ευρώπης (κι όχι μόνο αυτής) αρχίζει να έχει την αίσθηση πως χάνεται το έδαφος κάτω από τα πόδια του, χωρίς να αντιλαμβάνεται ποιος είναι ο λόγος για τον οποίο συμβαίνει αυτό. Οι λέξεις φτώχεια και πτώχευση συνοδεύουν και επιτείνουν αυτόν τον πανικό που προέρχεται από την αίσθηση μιας καταστροφής που ακούει στο όνομα «κρίση».

Κι όμως, η Γή εξακολουθεί να κινείται σταθερά και να είναι ικανή στο να παράγει αγαθά, τα έμβια όντα της πανίδας δεν έχουν εξαφανιστεί, κανενός είδους θεομηνία δεν έχει ξεσπάσει, τα εργοστάσια έχουν τη δυνατότητα να παράγουν όσα είναι απαραίτητα για την επιβίωση του ανθρώπινου είδους.

Υπάρχει, όμως, ένας μηχανισμός που ανακόπτει και καταστρέφει λειτουργίες και διαδικασίες. Είναι η συνασπισμένη σε παγκόσμια κλίμακα κυριαρχία που επιδιώκει τον ανασχηματισμό των όρων σκλαβιάς σ’ ολόκληρο τον πλανήτη. Χρησιμοποιώντας ως μέσο το χρηματοπιστωτικό σύστημα, αυτή τη φορά επιβάλλει όρους καταστροφής. Τα εργοστάσια σταματούν να παράγουν επειδή οι εξουσιαστές, κεφαλαιούχοι και μη, επιθυμούν να διασφαλίσουν την διατήρηση και την ενίσχυση της εξουσίας τους κι όχι επειδή δεν υπάρχουν πρώτες ύλες αλλά επειδή αυτοί που τις κατέχουν δεν τις διαθέτουν. Συνεπώς και σε αυτή την περίπτωση δεν έχουμε κρίση.

Οι εξουσιαστές, συνασπισμένοι κατά ομάδες, προσπαθούν να συμμετάσχουν ή να αντιμετωπίσουν τις συνθήκες αναδιανομής αυτού που ονομάζουν πλούτο και που στην πραγματικότητα είναι οι περιοχές, που θα ανακαταληφθούν από τους εταίρους του ήδη ενοποιημένου μπλοκ της κυριαρχίας, οι μηχανισμοί που θα στήσουν και οι σχέσεις που θα επιβάλλουν στους σύγχρονους σκλάβους ή θα καθορίσουν μεταξύ τους. Αυτό λέγεται με απλά λόγια αναδιανομή. Αναδιανομή και ισχυροποίηση. Ισχυροποίηση, όμως, σημαίνει αδυνάτισμα όσων βρίσκονται κάτω από συνθήκες σκλαβιάς. Σημαίνει χειροτέρευση των όρων επιβίωσης, λιγότεροι απασχολούμενοι σκλάβοι, ακόμα περισσότερη εξαθλίωση, αύξηση των ασθενειών, «ξεσκαρτάρισμα». Σημαίνει καταστροφή όσων υπηρεσιών δεν εξυπηρετούν τις εξουσιαστικές ανάγκες και όσων μορφών εφηρμοσμένης δουλείας θεωρούνται ατελείς. Σημαίνει, ακόμα, τη μετατόπιση στην κοινωνική διαστρωμάτωση όσων δεν μπορούν να προσαρμοστούν στις συνθήκες που ανακατασκευάζονται. Ένα τεράστιο εργοτάξιο, όπου άλλα τμήματά του ξηλώνονται και άλλα κτίζονται. Άλλοι ανεβαίνουν στις σκαλωσιές κι άλλοι τις κατεβαίνουν, ενώ άλλοι γκρεμίζονται στο κενό. Και κάποιοι από άλλα σημεία καθορίζουν όλη αυτή την κινητικότητα, προσαρμόζοντάς την στις απαιτήσεις της κυριαρχίας τους.

Σ’ αυτήν τη διαδικασία κάποιοι θα βγουν κερδισμένοι. Θα είναι οι πιο αδίστακτοι, τα πρότυπα του νέου περιβάλλοντος της κυριαρχίας, που ετοιμάζονται εδώ και δεκαετίες. Οι νεογιάπηδες των προηγούμενων δεκαετιών θα μετασχηματιστούν ή θα δώσουν τη θέση τους στα νέου τύπου ανθρωπόμορφα κοράκια των χρηματιστηρίων, όπως αυτό που δήλωνε στο BBC απερίφραστα και με ωμότητα πως περίμενε με ανυπομονησία την λεγόμενη κρίση για να αποκομίσει κέρδη.

Όλη αυτή η διαδικασία που βρίσκεται σε κίνηση συνιστά μια καταστροφή, μια επέλαση που εννοείται πως δεν έχει καμία σχέση με κρίση.

Όσοι θεωρούν πως μπορούν να χρησιμοποιούν τον όρο «κρίση», θα χρειαστεί να ανατρέξουν τουλάχιστον μία δεκαετία πίσω, όταν γνωστοί εκπρόσωποι της πολιτικής κυριαρχίας περιέγραφαν αυτό που τώρα βρίσκεται σε κίνηση πανευρωπαϊκά αλλά και ευρύτερα.

Σε ό,τι αφορά τα σκάνδαλα, τα δάνεια και τα χρέη, τη διαφθορά και την κατάχρηση, την «προδοσία» και το ξεπούλημα για τα οποία κραυγάζουν διάφοροι, δεν κάνουν τίποτα άλλο από το να παραθέτουν τα μέσα που χρησιμοποιούνται προκειμένου να υπάρχει κάποιος εύσχημος τρόπος για την αναδιανομή και την κατοχύρωση των δικαιωμάτων των κυρίαρχων. Αυτά τα μέσα έρχονται να αντικαταστήσουν τις βόμβες και τις στρατιωτικές επιχειρήσεις που πραγματοποιούνται ή πρόκειται να λάβουν χώρα, όπως αυτές που έγιναν σε Ιράκ, Αφγανιστάν, Γιουγκοσλαβία, Λιβύη και αλλού.

Συμπερασματικά

Είναι επόμενο να ισχυριστεί κάποιος πως όλα αυτά δεν λαμβάνουν υπ’ όψη τους την πολιτική οικονομία και τον οικονομικό παράγοντα.

Είπαμε, όμως, από την αρχή πως δεν θα αναπτύξουμε τις απόψεις μας με τους όρους της κυριαρχίας, επειδή ο αναρχικός λόγος και ο εξουσιαστικός είναι ολοκληρωτικά ανταγωνιστικοί.

Θεωρούμε (αν και δεν είναι ένα ζήτημα που θα μας απασχολήσει σ’ αυτό το κείμενο) πως η χρήση των όρων και των συλλογισμών που συνιστούν την πολιτική οικονομία δεν αφορούν τους αναρχικούς. Ο δρόμος προς την αναρχία δεν συναντιέται με την πολιτική οικονομία, ούτε με τις μαρξιστικές φλυαρίες περί οικονομικών κρίσεων του καπιταλιστικού συστήματος που δήθεν θα οδηγήσουν στην κατάρρευσή του. Άλλωστε, οι διάφορες θεωρίες περί των οικονομικών κρίσεων επιβεβαιώνουν μια ιστορική πραγματικότητα: ότι μέσω αυτών δυναμώνει το σύστημα κυριαρχίας κι εκμετάλλευσης.

Άλλωστε, εδώ έχουμε μια αναδιάταξη των όρων κυριαρχίας που βασίζεται στην ψευδεπίγραφη κρίση. Έχουμε ένα υποτιθέμενο αγώνα για την σωτηρία «της οικονομίας και της πατρίδας» που, όμως, στην πράξη είναι η διασφάλιση των συμφερόντων αυτών που εμφανίζονται ως δανειστές, όλων αυτών, δηλαδή, που έστησαν τα κράτη αλλά και εκείνων που μέσα από αυτά διατηρούν και ενισχύουν την κυριαρχία τους, τόσο μέσα σ’ αυτά όσο και ευρύτερα. Εδώ έχουμε πλασματικά χρέη που «κουρεύονται» για να εισπραχτούν με το αζημίωτο μέσα από την λεηλασία ανθρώπινων ζωών και φυσικού πλούτου.

Το να ισχυρίζονται κάποιοι πως οι καπιταλιστές φορτώνουν τα βάρη της κρίσης στο λαό είναι ένα πολύ μικρό μέρος μιας μεγάλης αλήθειας και συνεπώς ένα μεγάλο ψέμα, σύμφωνα με τα όσα προαναφέραμε.

Ο ισχυρισμός αυτός βασίζεται και πάλι σε όρους «κοινωνικού συμβολαίου» και οικονομικών «διαπιστώσεων» μη θέλοντας να αναφερθεί στις συνθήκες σκλαβιάς που υπάρχουν και οι οποίες ενισχύονται συνεχώς. Η πολιτική διάσταση της οικονομίας βασίζεται στους όρους που έχουν κατασκευάσει οι εξουσιαστές. Είναι μια αυθαίρετη επιβολή στους υποταγμένους και όπως συνηθίζεται σε αυτές τις καταστάσεις, η επιβολή κατευθύνει στην αφομοίωση και την κατασκευή συνείδησης.

Για τους ίδιους λόγους οι συνθήκες σκλαβιάς εμφανίζονται ως συνθήκες ελευθερίας. Έτσι όταν γίνεται αναφορά για επιδρομή του κράτους ή των καπιταλιστών στην κοινωνία και στα κατώτερα ιδιαίτερα στρώματά της, υπονοείται πως αυτή γίνεται προς ελευθέρους ανθρώπους, κάτι που δεν ισχύει.

Όμως, στην πραγματικότητα κανείς δεν μπορεί να πιστέψει πως όλα αυτά που έχουν τεθεί σε κίνηση θα μπορούσαν να έχουν αποτελέσματα εάν οι άνθρωποι δεν βρίσκονται κάτω από συνθήκες συνεχούς εξάρτησης και εξαναγκασμού, διαρκούς και πολύμορφης βίας, ελέγχου και χειραγώγησης, συνεχούς αγωνίας προκειμένου να αποκτήσουν τα απαραίτητα για την επιβίωσή τους αγαθά.

Όλη αυτή η κατάσταση την οποία έχουν προκαλέσει οι κυρίαρχοι είναι εξαιρετική.

Πολλοί είναι αυτοί που αναζητούν άμεσες λύσεις. Γι’ αυτό και δυσανασχετούν όταν τους τίθενται ζητήματα που αφορούν συνολικότερα αντίληψη και άποψη, από τις οποίες απορρέουν στάσεις και πρακτικές. Αυτή, όμως, είναι μια πραγματική και σημαντική ανάγκη επειδή, οι γρήγορες απαντήσεις και οι έτοιμες λύσεις οδηγούν σε ακόμα πιο ισχυρά δεσμά κι όχι στο δρόμο της ελευθερίας.

Αν δεχθούμε ότι υπάρχει κάποια κρίση, αυτή αφορά αποφάσεις που πρέπει να πάρουν οι εξουσιαζόμενοι άνθρωποι. Οι κυρίαρχοι έχουν ήδη πάρει τις αποφάσεις τους και τις εφαρμόζουν.

Χρειάζεται η κατανόηση της κατάστασης και των συνθηκών που υπάρχουν για να γίνει το ξεπέρασμα από την πλευρά των ανθρώπων.

Από τη σκοπιά της αναρχικής απελευθερωτικής δράσης οι ορίζοντες είναι ανοικτοί και προοπτικές υπάρχουν, επίσης.

Απαιτούνται αποφάσεις θαρραλέες και καθοριστικές, αποφάσεις που αρνούνται στην πράξη την εξουσιαστική πραγματικότητα. Οι μεσοβέζικες λύσεις που προτείνονται από τους κάθε είδους εναλλακτικούς είναι επακριβώς αυτό που αυτοπροσδιορίζονται: εναλλακτικές λύσεις μέσα στα πλαίσια του συστήματος σκλαβιάς, εκμετάλλευσης και εξανδραποδισμού.

Οι συνθήκες αναδιάταξης της κυριαρχίας που βρίσκονται σε κίνηση δίνουν τη δυνατότητα κατανόησης και αποφάσεων για ένα διαφορετικό κόσμο που δεν θα ακολουθεί τις διεθνιστικές και παγκοσμιοποιητικές κατευθύνσεις της κυριαρχίας, για τις οποίες δούλεψαν τόσο επίμονα οι αριστεροί και οι κομμουνιστές φέρνοντας τον κόσμο, μαζί με τους υπόλοιπους εξουσιαστές, στην τωρινή κατάσταση.

Χρειαζόμαστε έναν κόσμο όπου θα ευδοκιμεί η ανιδιοτελής συνεννόηση ανάμεσα στους ανθρώπους, όπου θα έχουν αναδημιουργηθεί οι συνθήκες αυτάρκειας και επάρκειας σε αγαθά και δεν θα υπάρχει η παραγωγική μανία και ο καταναλωτισμός άχρηστων προϊόντων που αλλοτριώνουν, έναν κόσμο όπου οι σχέσεις δεν θα στηρίζονται στο χρήμα και στον χυδαίο υλισμό.

Μπορούμε να σπάσουμε το τείχος που ορθώνει μπροστά στην ανθρωπότητα η κυριαρχία. Μέσα από τις ανθρώπινες κοινότητες ζήσαμε και δημιουργήσαμε για ολόκληρες χιλιετίες χωρίς κράτη και εξουσίες. Τώρα έχουμε την εμπειρία για έναν πολύ καλύτερο δρόμο. Μακριά και αντίθετα από αυτόν που ορίζουν οι κυρίαρχοι.

Ας τον χαράξουμε με τόλμη!

Συσπείρωση Αναρχικών

Δημοσιεύτηκε στη ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ, φ, 112,  Ιανουάριος 2012
Both comments and trackbacks are currently closed.