ΠΕΡΙ «ΕΥΕΛΙΚΤΗΣ» ΔΡΑΣΗΣ ΚΑΙ «ΠΑΛΑΙΟΑΝΑΡΧΙΚΩΝ» ΑΠΟΨΕΩΝ…

Διατείνονται διάφοροι μαρξιστές κατά καιρούς ότι οι «αόριστες» αναρχικές ιδέες για την «αυριανή κοινωνία» ελκύουν, νεολαίους και μη, εντονότερα τις περιόδους «κρίσης» της αριστεράς. Επισημαίνουν κατά καιρούς ότι, ιδιαίτερα μετά το 1989 εξ αιτίας της «κατάρρευσης» της Σοβιετικής Ένωσης, η προσχώρηση στην αναρχική «αντίδραση» έμοιαζε ως η μόνη φερέγγυα προοπτική σε ανθρώπους απογοητευμένους από ένα πολιτικό σύστημα, του οποίου πιστοί υπηρέτες αναδείχτηκαν τόσο η σοσιαλδημοκρατία, όσο και τα κάθε λογής κομμουνιστικά κόμματα. Καταπιάνονται, λοιπόν, όσο μπορούν και με κάθε ευκαιρία, ώστε να πείσουν περί «έλλειψης ιστορικής συνείδησης» των αναρχικών, της «αδυναμίας τους να κατανοήσουν την αναγκαιότητα της πολιτικής οργάνωσης», ενώ δείχνουν ιδιαίτερη προτίμηση στην χρήση ως αποδεικτικού μέσου των γνωστών παρ’ όλα αυτά μπακουνικών αντιφάσεων (λ.χ. παράλληλη εξύμνηση του αυθόρμητου με τις γνωστές διδαχές περί συνωμοτικής συγκρότησης «επιτελείων καλά οργανωμένων και εμπνευσμένων από τους αρχηγούς του λαϊκού κινήματος»).

Επίσης όμως από μαρξιστικής σκοπιάς, επιχειρείται να εμπεδωθεί η αντίληψη περί μιας στέρεας ιδεολογικής συγγένειας (αναρχικών και αριστερών), που αποδεικνύεται (;) ιστορικά λόγου χάρη στην κοινή παρουσία έστω και μέσα από αντιπαραθέσεις και ρήξεις, στην Α΄ Διεθνή. Σ’ αυτήν ακριβώς την κατεύθυνση χαρακτηρίζεται από ορισμένους ο Μαρξ ως «ελευθεριακός κομμουνιστής», υπενθυμίζεται η ρήση του Λένιν, που έβλεπε δήθεν κάποια στιγμή πιο κοντά του τους αναρχικούς από τους ρεφορμιστές, για να οριστεί τελικά η Ριζοσπαστική Αριστερά ως ένα ιδεολογικό ρεύμα, που ξεκινάει από τον αναρχικό «χώρο» και φθάνει μέχρι το αριστερό Ρεύμα του Συνασπισμού.

Η τελευταία προσέγγιση την περίοδο που διανύουμε δεν αποσκοπεί σε κάποιου είδους γενικόλογη θεωρητική αναζήτηση, αλλά έρχεται να συνεισφέρει στην περιβόητη διαδικασία συγκρότησης αριστερού μετώπου ή μετώπων: «Νομίζω ότι πέρα από το ότι γίνονται συγκεκριμένες προσπάθειες προς αυτήν την κατεύθυνση και είναι προσπάθειες οριζόντιες θα έλεγα από όλους τους χώρους της αριστεράς, συμπεριλαμβανομένου του ΚΚΕ, γιατί υπάρχει κι εκεί ένας κόσμος, αριστερός, αγωνιστής, που πασχίζει, μοχθεί και αγωνιά για να βγούμε από τη κρίση και για να φτιάξουμε μια άλλη κοινωνία. Πιστεύω ότι πρωταγωνιστής είναι οι ίδιες οι δυνάμεις από τους διάφορους χώρους της Αριστεράς, δεν νομίζω, ότι δυστυχώς πρόκειται να αναλάβει την πρωτοβουλία κάποια από τις συνιστώσες της αριστεράς» (συνέντευξη του Γ. Ρούση στις 11-11-2011 σε μέλος του Πολιτικού Καφενείου).

Στην ίδια ρότα ενός μετώπου που φαίνεται να «επείγει», υπάρχουν το τελευταίο διάστημα πολλά καλέσματα: «Επείγουν ο συντονισμός των αγώνων μας, η συμφωνία των κομμάτων της Αριστεράς, των εργατικών σωματείων, των λαϊκών συνελεύσεων γειτονιάς, κάθε κινηματικής συλλογικότητας αντίστασης και αλληλεγγύης σε ένα πρόγραμμα κοινωνικής σωτηρίας: Για την αποκατάσταση των εισοδημάτων μας· για την επανακρατικοποίηση όλων των ιδιωτικοποιημένων δημόσιων επιχειρήσεων και υπηρεσιών· για την εθνικοποίηση των τραπεζών με κοινωνικό έλεγχο· για την υψηλή φορολόγηση της εκκλησιαστικής περιουσίας και των πλουσίων· για το πάγωμα των στρατιωτικών δαπανών· για την άρνηση πληρωμής του συνόλου του ‘‘χρέους’’» (Δίκτυο για Πολιτικά και Κοινωνικά Δικαιώματα, Ανακοίνωση για την απεργιακή κινητοποίηση της 1η Δεκέμβρη).

Προφανώς το τελευταίο απόσπασμα είναι μέρος ενός ευρύτερου εκλογικού προγράμματος που ήδη προβάλλ(ρ)ει τμήμα της αριστεράς στον δρόμο για την συγκρότηση «μετωπικού» σχήματος που θα επιζητήσει να κερδίσει τις απαραίτητες ψήφους ώστε να διαπραγματευθεί με καλύτερούς όρους την συμμετοχή σε μελλοντικές κυβερνήσεις συνεργασίας. Άλλο τόσο προφανές είναι ότι μόνο τον χλευασμό κάθε αναρχικού προκαλεί η ιδέα και μόνο να συμπαραταχθεί και μάλιστα να εξεγερθεί για την «αποκατάσταση των εισοδημάτων» ή για την επανακρατικοποίηση «όλων των ιδιωτικοποιημένων δημόσιων επιχειρήσεων» και την «άρνηση πληρωμής του συνόλου του «χρέους»», αφού ακόμα και για έναν παλαιάς κοπής επαναστάτη αριστερό το εν λόγω πρόγραμμα είναι τουλάχιστον για κλάματα…

Μα, θα αναρωτηθούν κάποιοι, για να επιστρέψουμε στους αρχικούς προβληματισμούς μας, οι αναρχικές αντιλήψεις και πρακτικές είναι εντελώς αντίθετες και ανταγωνιστικές με την αριστερή, κομμουνιστική και μαρξιστική ιδεολογία; Η Αναρχία δεν ήταν, και δεν παραμένει κομμάτι της αριστεράς; Δεν υπάρχει τίποτα «κοινό», καμιά «ιδεολογική συγγένεια»; Είναι κούφια τα επιχειρήματα που ακούγονται περί «επαναστατικότητας του πρώιμου μαρξισμού», αλλά και αναγκαιότητας πρόσδεσης στα «αποστάγματα» της λενινιστικής «σοφίας», τουλάχιστον περί πρωτοποριών και ενσωμάτωσης τους στην αναρχική ιδέα, αλλά και η επιμονή αρκετών για την ενίσχυση μιας τέτοιας αντίληψης και βέβαια της εφαρμογής της;

Θα παραθέσουμε, σ’ αυτό το σημείο, «επειγόντως» και εμείς μερικά λόγια του Ερρίκο Μαλατέστα, που έχουμε και στο παρελθόν επισημάνει, γιατί δυστυχώς εξακολουθούν να είναι κάτι παραπάνω από επίκαιρα: «Στον Λένιν έχουμε ό,τι συμβαίνει μ’ όλους τους νεόπλουτους ή τους νεοαναρριχηθέντες στην εξουσία. Ο νεόπλουτος είναι πάντα πιο μισητός, πιο ανυπόφορος από τον Αφέντη που γεννήθηκε αφέντης. Εκείνος που γεννήθηκε μέσα στα προνόμια κι έχει μεγαλώσει μ’ αυτά, πιστεύει ότι κατέχει δικαιωματικά τη θέση του, νομίζει ότι ο κόσμος δεν θα έπρεπε να είναι διαφορετικός απ’ ότι είναι και, επομένως, εκμεταλλεύεται και καταπιέζει με ολωσδιόλου καθαρή συνείδηση και με αίσθηση σιγουριάς που, εκτός από περιπτώσεις ιδιαίτερης ατομικής κακίας, του δίνει μια κάποια μετριοπάθεια κι ευπροσηγορία –πράγμα που τον κάνει, δυστυχώς μερικές φορές συμπαθή σ’ εκείνους που βρίσκονται από κάτω του. Αντίθετα, ο νεόπλουτος, el piojo resucitado (ο ζητιάνος που πάει καβάλα) είναι αχόρταγος στις απολαύσεις του, έχει ανάγκη την επίδειξη και φαίνεται ότι θέλει να σιγάσει τις τύψεις της συνείδησης και τον φόβο μην ξαναγίνει φτωχός με την χλιδή και την υπεροψία. Το ίδιο συμβαίνει και με την πολιτική εξουσία. Πρώην επαναστάτες που αναλαμβάνουν την διακυβέρνηση είναι τυραννικότεροι από τους κυβερνήτες που προέρχονται από τις παραδοσιακές άρχουσες τάξεις, μακροπρόθεσμα οι «φιλελεύθεροι» είναι πιο αντιδραστικοί και πιο πρόστυχοι από τους συντηρητικούς […] Άνθρωποι που είχαν σ’ όλη τους την ζωή καταδιωχτεί, απειλούνταν πάντα από τον χωροφύλακα, το δεσμοφύλακα και, πολλές φορές, το δήμιο, καταφέρνουν με μιας να καταλάβουν την εξουσία και να έχουν τους δικούς τους χωροφύλακες και δήμιους».

Η αναρχία, λοιπόν, για εμάς δεν είναι ένας σκελετός που διατηρείται σε κάποια ντουλάπα. Η αναρχία δεν είναι ένα ουτοπικό σχέδιο ρομαντικών ή ευφάνταστων ανθρώπων. Δεν είναι το αναμάσημα των λόγων κάποιων «χαρισματικών» ή εμπνευσμένων συντρόφων. Είναι η διαρκής αναζήτηση των τρόπων να δυναμώνει η θέληση και κυρίως η αποφασιστικότητα των ανθρώπων να εξαλείψουν κάθε μορφής εξουσία και τους μηχανισμούς αναπαραγωγής της.

Πιστεύουμε ακράδαντα ότι ο δρόμος για την αναρχία πατιέται ήδη απ’ όσους αναρχικούς θεωρούν και το εννοούν ότι κάθε σκοπός κουβαλάει και τα μέσα. Δεν θέλουμε να εκλέγουμε κανέναν, δεν θέλουμε να εκλεγούμε από κανένα. Δεν υποστηρίζουμε καμία εξουσία, οριζόντια ή μη. Δεν θα βοηθήσουμε κανένα αριστερό μέτωπο, άμεσα ή έμμεσα να αποτελέσει την εναλλακτική κυβερνητική πρόταση. Δεν είμαστε υποχρεωμένοι και δεν θα υποχρεωθούμε για κανέναν λόγο να ενστερνισθούμε τα «λάθη» ή τα λάθη που έγιναν σ’ αυτή την κατεύθυνση σε κανένα χρόνο και σε κανένα τόπο. Δεν αγωνιζόμαστε, όπως έλεγε και ο Μαλατέστα και τόσοι άλλοι αναρχικοί, για να πάρουμε τη θέση των σημερινών εκμεταλλευτών και καταπιεστών, ούτε όμως και για τον θρίαμβο μιας αφηρημένης ιδέας, όπως διατείνονται ότι έχουν καταλάβει διάφοροι, νεόκοποι ή μη, μαρξιστές ή μαρξίζοντες.

Η αναρχική παράδοση, για εμάς υπάρχει και αποτελεί μια κιβωτό που περιέχει έναν ανεξάντλητο πλούτο εμπειριών απόψεων, αγώνων, που ξεχειλίζει από ζωντάνια, από τους πόθους και το πάθος για ελευθερία, τα λόγια, τις σκέψεις, τα λάθη και τα σωστά τόσων και τόσων αναρχικών αγωνιστών.

Δεν μπορούμε να φανταστούμε με ποιο τρόπο θα μπορούσε να υπάρξει συνεννόηση ανάμεσα σε αναρχικούς εάν γίνεται αποδεκτή για διάφορες και διαφορετικές κάθε φορά σκοπιμότητες η λογική ότι όχι μόνο δεν είναι απαραίτητη η καταγραφή αυτής της αναρχικής παράδοσης, ότι όχι μόνο είναι αχρείαστη, αλλά ότι πρέπει πάση θυσία να διαγραφούν όσα έχουν προηγηθεί, όσα αποτελούν τους πραγματικούς «πόρους», εκείνων που αγωνίζονται για την αναρχία, στο όνομα μιας «ευέλικτης» δράσης. Αυτή ακριβώς η «ευελιξία» δεν σημαίνει τίποτα παραπάνω από την «ανάγκη» να μπουν κάτω από μια επαναστατική ομπρέλα, όσοι με προθυμία αποδέχονται το προαπαιτούμενο της ολικής διαγραφής των «παλαιοαναρχικών» απόψεων.

Και ποιο είναι το καινούργιο σ’ αυτές τις περιπτώσεις; Τίποτα παραπάνω από ένα σύμφυρμα εξουσιαστικών απόψεων και πρακτικών που άλλοτε οι συγκυριακά κινητοποιούμενοι-«δρώντες» αγνοούν την προέλευση του και άλλοτε οι λίγοι μυημένοι μάλλον υποκλίνονται στο ιερατείο που «εμπνεύστηκε» …πρωτότυπες παλαιομαρξιστικές απόψεις, όπως λόγου χάρη η ανάγκη επαναστατικής οργάνωσης της τάξης «μας».

Η Vera Fomina, μέλος της πενταμελούς Επιτροπής Έκδοσης των «Απάντων» του Πλεχάνοφ, που όρισε η Ακαδημία Επιστημών της ΕΣΣΔ, γράφει χαρακτηριστικά για την πρώτη περίοδο της πάλης του Πλεχάνοφ (1856-1918, από τους πρώτους ρώσους θεωρητικούς του μαρξισμού): «“Το μεγαλείο της φιλοσοφίας του Μαρξ, θα γράψει ο Πλεχάνοφ, συνίσταται στο ότι, σε διάκριση με πολλά άλλα φιλοσοφικά ρεύματα, που καταδικάζουν τον άνθρωπο στην απραξία και την παθητική αποδοχή του πραγματικού, αυτή τον καλεί στη δράση, στη δημιουργία. Ο Μαρξ καλεί το προλεταριάτο στη δράση γιατί είναι η τάξη που πρέπει να παίξει τον μεγάλο ιστορικό ρόλο στη σύγχρονη κοινωνία. Είναι σ’ αυτό το προλεταριάτο, στην επαναστατική τάξη με την πλήρη έννοια του όρου, που απευθύνονται οι μαρξιστές. Το προλεταριάτο χρησιμοποιεί αυτή τη φιλοσοφική θεωρία του Μαρξ ως ένα σίγουρο οδηγό στην πάλη του για απελευθέρωση. Αυτή η θεωρία τού εμφυσά μια ενέργεια χωρίς προηγούμενο. Ολόκληρη η φιλοσοφία της πράξης του μαρξισμού καταλήγει στη δράση”. Ο Πλεχάνοφ αποκαλεί το διαλεκτικό υλισμό φιλοσοφία της δράσης», συμπληρώνει στην παρουσίασή της η Vera Fomina, (βλ. Γκ. Β. Πλεχάνοφ: «Φιλοσοφικά Έργα», 1ος τόμος, σελ. 712, εκδόσεις «Προγκρέ» στα γαλλικά, 1959).

Η λογική της πρωτοπορίας, λοιπόν, δεν είναι στρατηγική, στηρίζεται και στηρίζει εξουσιαστικές σχέσεις, αποβλέπει στην διαιώνιση της επιβολής. Και οι μαρξιστές δεν το αρνούνται. Η πρωτοπορία, κομματική ή συνδικαλιστική, ένοπλη ή μη, αναλαμβάνει το «χρέος» της επαναστατικής οργάνωσης της εκλεκτής τάξης που θα διεκπεραιώσει τον ιστορικό της ρόλο.

Δυστυχώς δεν λείπουν κατά καιρούς και ανάλογες «αναρχικές» εφαρμογές.

«Αυτό που όλο και όλο μπορούμε και πρέπει να κάνουμε, είναι να διαχωρίζουμε ξεκάθαρα τη θέση μας απ’ όσους έχουν διαφορετική από εμάς αντίληψη για την αναρχία και απ’ όσους, αν και έχουν τις ίδιες θεωρητικές απόψεις με μας, βγάζουν απ’ αυτές πρακτικά συμπεράσματα ολωσδιόλου διαφορετικά από τα δικά μας. Ο διαχωρισμός της θέσης μας πρέπει να είναι αποτέλεσμα μιας ξεκάθαρης έκθεσης των ιδεών μας και της ειλικρινούς και αδιάκοπης επανάληψης των απόψεων μας για όλα τα γεγονότα που έρχονται σε αντίθεση με τις ιδέες μας και την ηθική μας, χωρίς να έχουμε στο μυαλό μας την υπεράσπιση κανενός συγκεκριμένου προσώπου ή κόμματος […] Έχουμε φθάσει στο σημείο πολλοί να εξυμνούν στους συντρόφους τα ίδια πράγματα που καταδικάζουν στους αστούς, και φαίνεται ότι το μοναδικό τους κριτήριο για το αν μια πράξη είναι καλή ή κακή είναι το αν αυτός που την έκανε δηλώνει αναρχικός ή όχι. Πολλά σφάλματα έχουν φέρει τους μεν στο σημείο να αντιφάσκει ανοιχτά η πρακτική τους με τις αρχές που διακηρύσσουν θεωρητικά, και τους δε στο να ανέχονται τέτοιες αντιφάσεις. Παρόμοια πολλοί λόγοι έχουν φέρει κοντά μας ανθρώπους που στο βάθος αδιαφορούν για το σοσιαλισμό, για την αναρχία και για όλα όσα ξεπερνούν τα στενά ατομικά τους συμφέροντα» (Οι αναρχικοί και η ηθική, Ερρίκο Μαλατέστα).

Έχουμε επανειλημμένα εξηγήσει ότι απόψεις και πρακτικές που καλύπτονται πίσω από την υπογραφή «Αναρχικοί-Αντιεξουσιαστές» έρχονται αυθαίρετα να αντιπροσωπεύσουν το σύνολο των κατατεθειμένων αναρχικών απόψεων και πρακτικών. Πρόσφατα καλέσματα με αφορμή την επέτειο της εξέγερσης του Νοέμβρη του ‘73, όχι μόνο έφεραν την συγκεκριμένη υπογραφή, αλλά εξέφρασαν παράλληλα την διάθεση να περιφρουρήσουν τις αναρχικές παρεμβάσεις-εκδηλώσεις στον χώρο έξω από το Πολυτεχνείο, αλλά και μέσα σ’ αυτόν με πρόφαση έναν ανύπαρκτο (και μάλιστα επικείμενο) κομμουνιστικό κίνδυνο καταστολής… Παράλληλα και ενώ η οργάνωση της περιφρούρησης πήγε περίπατο, ύστερα και από την κατηγορηματική άρνηση να γίνει αποδεκτό κάτι τέτοιο (όσον μας αφορά βλ. ανακοίνωση της Αναρχικής Αρχειοθήκης και της Συσπείρωσης Αναρχικών), ανακοινώθηκε και η πρόθεση να συγκροτηθεί μπλοκ στις 17 Νοέμβρη, το οποίο θα οδηγούνταν από πανώ με το γνωστό ΕΑΜικό σύνθημα το οποίο εκτός των άλλων, ήταν εκτός τόπου και χρόνου, αφού το 1944 το ΚΚΕ καλλιεργούσε τις αυταπάτες ότι οι άνθρωποι του ελλαδικού χώρου ελευθερώθηκαν, την ίδια στιγμή που οι υπουργοί του επέβαλαν μισθούς απόλυτης εξαθλίωσης στους «απελευθερωμένους» προς δόξαν της συσσώρευσης του κεφαλαίου. Κι όχι μόνο τις καλλιεργούσε αλλά καλούσε στην πρώτη μεθοδευμένη σφαγή, τα γνωστά και ως «Δεκεμβριανά». Η δεύτερη πράξη του εγκλήματος ξεκίνησε δύο χρόνια αργότερα…

Σε σχέση με την θεωρία και πρακτική των περιφρουρήσεων δεν χρειάζεται αυτή τη στιγμή να επεκταθούμε, αλλά θα επισημάνουμε πως οι περιφρουρήσεις και οι πολιτοφυλακές είναι οι ταφόπλακες της αλληλοβοήθειας μέσα στη δράση και της ουσιαστικής αλληλεγγύης.

Ελπίζουμε το κείμενο αυτό να συμβάλλει ακριβώς στην κατεύθυνση μιας ευρύτερης δημιουργικής συζήτησης ανάμεσα σε συντρόφους που θεωρούν, ότι την περίοδο που διανύουμε, το ξεκαθάρισμα απόψεων και πρακτικών εκ μέρους των αναρχικών είναι ιδιαίτερα ζωτικής σημασίας.

Ολόψυχα μαζί με εκείνους που δεν έχουν πάψει να μαθαίνουν, αλλά και δεν σιωπούν…

Συσπείρωση Αναρχικών
Από τη ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ, φ.111, Δεκέμβριος 2011

 

Both comments and trackbacks are currently closed.