Η ΦΑΝΤΑΣΤΙΚΗ ΑΡΙΘΜΗΤΙΚΗ ΤΩΝ ΔΙΑΔΗΛΩΣΕΩΝ ΚΑΙ Ο ΕΚΛΟΓΙΚΟΣ ΚΟΥΒΑΣ

«στις έντρομες αίθουσες οι ρήτορες θα σωπάσουν
Και θ’ ακουστεί η φωνή μου
«οι νέοι συμβουλάτορες με σάλπιγγες και νέες στολές
οι πρόεδροι και τα συμβούλια και οι επιτροπές
όλοι οι μάγοι προφεσσόροι…»
Περιμένετε αυτή την φωνή
Έτσι θ’ αρχίζει». Μ. Κατσαρός – Κατά Σαδδουκαίων

Μια βασική επιδίωξη των τεχνικών της εξουσίας είναι η με κάθε τρόπο πιστοποίηση του «γεγονότος», ότι οι εξουσιαζόμενοι αποτελούν μια μάζα ανθρώπων που με τον έναν ή τον άλλο τρόπο εκπροσωπείται πολιτικά. Η εκλογική διαδικασία, παρ’ ότι παραμένει σημαντική σ’ αυτήν την κατεύθυνση, δεν αποτελεί και το μόνο μέσο που διαθέτουν οι εξουσιαστές. Σ’ αυτό το σημείο θα επιμείνουμε και πάλι στην πλήρη άρνηση που θεωρούμε ότι πρέπει να προβάλλουν οι αναρχικοί στην ενσωμάτωση τους σ’ έναν ευρύτερο αριστερό χώρο ή κίνημα. Αυτή η άρνηση δεν πηγάζει από κανενός είδους ιδεοληψία, αλλά από την ουσία της πολεμικής των αναρχικών απόψεων στο μαρξισμό-λενινισμό ως ιδεολογία της κυριαρχίας. «Η πολιτική είναι μια επιστήμη και μια τέχνη», ανέφερε ο Λένιν στον «Αριστερισμό» του, απευθυνόμενος στα μέλη του Ανεξάρτητου Εργατικού Κόμματος Σκωτίας, «και αυτό πρέπει να το καταλάβετε», συνέχισε νουθετώντας όσους είχαν «προσβληθεί» από την αντικοινοβουλευτική «ασθένεια». Προφανώς, σύμφωνα με αυτήν την άποψη, όσοι ασκούν πολιτική είναι επιστήμονες, όσο για το κόμμα συγκροτείται και επιστρατεύεται για να μπάσει στην «πάλη του προλεταριάτου» την επαναστατική συνείδηση.

Ας δούμε, όμως, ένα παράδειγμα.

Σύμφωνα με τους κάθε είδους αριστερούς, όχι μόνο είναι θεμιτό, αλλά είναι και ζητούμενο να αντλείται πολιτική υπεραξία από την διάθεση των ανθρώπων για κινητοποιήσεις ενάντια στην εξαθλίωση των ζωών τους. Μπορεί, όμως,  κάτι τέτοιο, που για τους αριστερούς και κομμουνιστές αποτελεί μια μέθοδο αναγνωρισμένη και πολλάκις δοκιμασμένη, να θεωρείται σε οποιαδήποτε  περίπτωση μια αναρχική επιδίωξη;

Η πολιτική υπεραξία, σ’ αυτές τις περιπτώσεις μπαίνει στην εξουσιαστική ζυγαριά για να μετρηθεί σε «μέγεθος», «ποσότητα» (π.χ. «μεγαλειώδης συγκέντρωση», «χιλιάδες κόσμου»). Η συνήθης πλέον αναπαραγωγή αυτής της λογικής από «κινηματικούς» ιστότοπους μέσω της προβολής φαντασιακών μεγεθών, όσον αφορά το πλήθος των συγκεντρωμένων, δεν διαστρεβλώνει απλά την πραγματικότητα. Είναι σαφής σ’ αυτήν την συστηματική προσπάθεια, εκτός των  άλλων, η διεκδίκηση και η αναγνώριση από την εξουσία της πολιτικής κινηματικής ισχύος μέσω της σκοπίμως ψευδούς καταγραφής ενός πλαφόν που αφορά τον αριθμό των κινηματικών διαδηλωτών. Εδώ η «δυναμική» δεν προβάλλει μέσα από τις διεργασίες, που έχουν προηγηθεί ή που είναι δυνατόν να προβλεφθεί ότι έπονται λόγω των κατατεθειμένων απόψεων και πρακτικών, αλλά μέσα από μια ψευδή ποσοτική καταμέτρηση.

Ας ξεκαθαρίσουμε κάτι. Δεν θα καταπιανόμασταν, φυσικά, με το ζήτημα και ούτε οι σκέψεις μας αφορούν ένα περιστασιακό λάθος, αλλά αναφερόμαστε σε συστηματικές προσπάθειες να εμπεδωθεί αυτή η λογική. Μ’ άλλα λόγια, η σκόπιμη και συστηματική καταγραφή «υπερβολικού» αριθμού συμμετεχόντων έχει για εμάς ξεκάθαρα εξουσιαστικές επιδιώξεις. Κατ’ αρχήν, όσον αφορά τους αναρχικούς, η διαστρέβλωση της πραγματικότητας, η προσφυγή στο ψέμα δεν μπορούν παρά να αποσκοπούν στην χειραγώγηση. Το ψέμα, συνηθίζει να λέει ο απλός κόσμος, έχει κοντά ποδάρια. Δεν είναι, όμως, αυτός ο κύριος λόγος που αποστρεφόμαστε κάθε είδους διαστρέβλωση της πραγματικότητας. Είναι γνωστό, ότι κατά την προεκλογική περίοδο, τουλάχιστον παλαιότερα, οι κομματικοί μηχανισμοί έριχναν μεγάλο βάρος στην πραγματοποίηση της κεντρικής προεκλογικής συγκέντρωσης. Γνωστοί συγκεντρωσιάρχες κάθε κόμματος αναλάμβαναν το έργο να αποτυπωθεί στην τηλεόραση ο όγκος των συγκεντρωμένων, χρησιμοποιώντας τον κατάλληλο φωτισμό, απλώνοντας τους στον χώρο, χρησιμοποιώντας εφέ ή τις σημαίες που μοίραζαν. Σκοπός τους ήταν την επαύριο της συγκέντρωσης ο αριθμός των συμμετεχόντων σ’ αυτήν να πολλαπλασιαστεί, ως εικόνα και ως είδηση σε σχέση με τον πραγματικό. Έτσι πίστευαν ότι η ψευδής καταμέτρηση θα συνεγείρει πολλούς αναποφάσιστους ψηφοφόρους που συνηθίζουν την τελευταία στιγμή να παίρνουν το μέρος εκείνου που θεωρούν ότι θα κερδίσει την εκλογική αναμέτρηση.

Έτσι, σε κάθε περίπτωση και το «πλήθος» των διαδηλωτών που καταγράφεται ψευδώς έρχεται ν’ αποτελέσει μια φαντασιακή μάζα που εκπροσωπείται πλέον από το ΚΙΝΗΜΑΤΙΚΟ ΜΕΣΟ που την καταγράφει σαν τέτοια, δηλαδή «πολυπληθή», εν είδη πλέον επίσημου και εγκεκριμένου κομματικού οργάνου. Είναι σαν να πέφτει μια άλλου τύπου κομματική γραμμή που επιβεβαιώνει ή διαγράφει απόψεις χωρίς να δέχεται αντιρρήσεις: «είμασταν τόσοι τελεία και παύλα. Όσοι το αμφισβητείτε είστε ή ύποπτοι ή εχθροί του κινήματος που ανθίζει». Βέβαια το μόνο που ανθίζει είναι το ψέμα και οι πολιτικές επιδιώξεις.

Το αριθμητικό πλαφόν που τίθεται εδώ και καιρό συστηματικά, βρέξει-χιονίσει, ως η πραγματική συμμετοχή φαίνεται να θεωρείται ως η απαραίτητη προϋπόθεση της ύπαρξης μιας κινηματικής πολιτικής δύναμης, που κινητοποιείται σαν τέτοια και μέρος της οποίας αποτελούν και οι αναρχικοί-αντιεξουσιαστές. Πρόκειται, δηλαδή, για μια άλλου είδους καταμέτρηση, που δεν προκύπτει απ’ ευθείας μέσω μιας εκλογικής διαδικασίας, αλλά κάλλιστα διέπεται από τους ίδιους νόμους και κανόνες και τελικά, αργά ή γρήγορα, θ’ αποδεχθεί την «ιδιαίτερη» ενσωμάτωση της σ’ αυτήν.

Το γεγονός αυτό, γίνεται περισσότερο φανερό σε περιπτώσεις που η «επιτυχία» μιας συγκέντρωσης και μιας πορείας υπολογίζεται αποκλειστικά με ποσοτικά κριτήρια και μάλιστα καταφανώς ψευδή, ενώ την ίδια στιγμή όχι απλά αγνοείται η ανυπαρξία έστω και ενός κειμένου που θα περίμενε κανείς να συνοδεύει ένα «πολυπληθές» μπλοκ, αλλά δεν καταγράφεται καν η διόλου τυχαία, τελικά, έλλειψή του. Συνήθως η «έλλειψη» αυτή αναπληρώνεται με μια επίδειξη δυνατοτήτων «περιφρούρησης», ενώ το πολιτικό στοιχείο παρ’ ότι φαινομενικά υποσκελίζεται από την αριθμητική «επιτυχία», διακριτικά παραπέμπει στην ιδεολογική σύζευξη με τους «αριστερούς» συμμάχους ή την ιστορία τους, που πλέον υποτίθεται ότι ανήκει στους αναρχικούς.

Θα το επαναλάβουμε, η διεκδίκηση πολιτικής ισχύος, η επιδίωξη να αναγνωρισθούν έμμεσα ή άμεσα από θεσμούς και μηχανισμούς της εξουσίας όσοι συγκροτούνται σε αυτή την βάση, δεν μπορεί για εμάς να αποτελεί μια διαδικασία στην οποία μπορεί να συμμετέχουν αναρχικοί. Δεν μας ενδιαφέρει να φαινόμαστε πολλοί, δεν μας απασχολεί εάν σε μια διαδήλωση είμαστε λιγότεροι ή περισσότεροι, εάν κάτι τέτοιο δεν συναρτάται από διεργασίες που χαρακτηρίζονται από απελευθερωτικές αντιλήψεις και προοπτικές. Η άσκηση στην φαντασιακή αριθμητική των διαδηλώσεων σε συνάρτηση με την έλλειψη αναρχικής άποψης δεν μπορεί παρά να ανήκει σε όσους κατακλύζονται από λογικές πολιτικής εκπροσώπησης του «πλήθους» των διαδηλωτών, που καταγράφουν.

Το πλήθος, έτσι αόριστα, μπορεί  κάλλιστα να παρουσιάζεται σαν έναν άλλου είδους εκλογικό «κουβά», ανάλογα πάντα  με τις «κινηματικές συμμαχίες», που μπορούν να προκύψουν με τους αριστερούς «συμμάχους» ή «ιδεολογικούς αδελφούς».

Και οι τελευταίοι είναι αλήθεια ότι έχουν μεγάλα εκλογικά ζόρια, τα οποία δεν έχουμε κανένα λόγο και διάθεση, όπως πάντα, να τα μοιραστούμε.

Π.

Δημοσιεύθηκε στη ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ, φ. 111, Δεκέμβριος 2011
Both comments and trackbacks are currently closed.