Κανείς

«Φωτίου βγες αμέσως έξω».

«Μα τι έκανα κύριε;» διαμαρτυρήθηκε ο νέος μαθητής, που κατά τα άλλα ήξερε τι έκανε, γιατί μιλούσε με κανα δυο ακόμα και είχε να κοιτάξει προς τον καθηγητή αρκετή ώρα, όπως συνήθως άλλωστε.

«Δε θα το συζητήσουμε», του απάντησε αυστηρά ο καθηγητής. Βγες έξω αμέσως. Θα πάρεις μια ωριαία.

«Μα δεν έκανε τίποτα κύριε», παρενέβη αυτός που καθόταν από πίσω του.

«Έξω κι εσύ Κώνστα, και γρήγορα».

«Κύριε αυτό δεν είναι σωστό», πετάχτηκε ο διπλανός του πρώτου, ο οποίος εξ αρχής συμμετείχε στη συζήτηση και τη φασαρία.

«Πολύ ωραία», απάντησε ο καθηγητής, «μία απουσία και για σένα. Φέρε μου το απουσιολόγιο», είπε προς το μαθητή που το είχε, ο οποίος χωρίς πολύ προθυμία του το έδωσε.

«Και στο διάλειμμα θα ’ρθείτε και οι τρεις μαζί μου στο διευθυντή».

Με κάποιες διαμαρτυρίες βγήκαν και οι τρεις έξω, κάτι που από τη μία δεν ήταν κακό γιατί θα γλυτώναν αυτή τη βαρετή ώρα με αυτόν τον ξινισμένο καθηγητή, από την άλλη όμως είχε περάσει πάνω από τη μισή ώρα και κανείς δεν θέλει τσάμπα απουσίες. Αν ήταν έτσι, θα μπορούσαν κάλλιστα να είχαν κάνει κοπάνα.

Στο τέλος της ώρας, ανένδοτος ο καθηγητής τους μετέφερε και τους τρεις και τους παρουσίασε μπροστά στο λυκειάρχη, ο οποίος δεν έδειξε και μεγάλο ενδιαφέρον, όμως μετά από τις επίμονες προσπάθειες του δασκάλου, τους έδωσε και τους τρεις αποβολή για την επόμενη μέρα.

*

«Τι βλάκας είναι αυτός ο Μήτρου ρε φίλε. Μ’ έχει χρεώσει πολύ άσχημα όλη τη χρονιά», είπε στους άλλους δύο ο Φωτίου στο δρόμο προς τα σπίτια τους μετά το σχολείο.

Αυτός, αν και όχι και οι άλλοι δύο, ήταν σχετικά καλός μαθητής, αν και κανείς δεν μπορούσε να αμφισβητήσει ότι στην τάξη έκανε φασαρία και δεν πρόσεχε.

«Είναι αγάμητος ρε», είπε ο Κώνστας, που οι φίλοι του τον φώναζαν με το μικρό του, Χρήστο.

«Καλά αυτό στάνταρ», είπε ο Φωτίου. «Αν οι μισοί καθηγητές γαμιόταν λίγο περισσότερο η ζωή μας θα ήταν πολύ καλύτερη».

Εκείνη τη στιγμή περνούσαν από έναν κεντρικό δρόμο και είχαν σχεδόν φτάσει στα σπίτια τους, μέναν και οι τρεις πολύ κοντά. Σε ένα σημείο του δρόμου είδαν δύο αστυνομικούς να έχουν σταματήσει κάποιον, που απ’ ότι φαίνεται ήταν πεζός, και του έκαναν έλεγχο, μάλλον για ταυτότητες και τέτοια, σκέφτηκαν. Δεν είναι κάτι σπάνιο, αν ζεις στην πρωτεύουσα. Κάποιος διερχόμενος περαστικός πλησίασε προς το μέρος των αστυνομικών και φάνηκε να τους μιλάει. Οι τρεις συμμαθητές και φίλοι ήταν στο απέναντι πεζοδρόμιο και δεν άκουγαν τη συνομιλία. Ο ένας αστυνομικός γύρισε πολύ απότομα σ’ αυτόν που είχε παρέμβει και απ’ ότι φαίνεται του ζήτησε την ταυτότητά του, καθώς αυτός άρχισε να ψάχνει στο μπουφάν του και το παντελόνι του. Φαινόταν να είναι παρόλα αυτά ήρεμος. Όμως όσο περνούσε η ώρα και δεν έβρισκε την ταυτότητα, ο αστυνομικός που του μίλαγε φαινόταν να εκνευρίζεται. Του έκανε κάτι νοήματα να τον ακολουθήσει και αυτός προς το περιπολικό, όπου ο άλλος αστυνομικός έβαζε τώρα τον πρώτο που είχαν σταματήσει για έλεγχο.

«Τι γίνεται ρε»; είπε ο Αλέκος, αυτός που κάθεται στην τάξη μαζί με το Φωτίου.

«Μάλλον θα τους μαζέψουν και τους δύο», του είπε αυτός, ψιλογελώντας και ελπίζοντας κατά βάθος να μην είναι αυτό.

Ο αστυνομικός τώρα τραβούσε πιο έντονα το δεύτερο πεζό προς το περιπολικό. Οι τρεις κοιτάχτηκαν μεταξύ τους, απορώντας αν αυτό που έβλεπαν είναι η ιστορία να επαναλαμβάνεται.

«Τι θα γίνει, πάμε μήπως προς τα κει;» είπε ο Χρήστος.

«Ρε φίλε, θα μας τραβάνε για δεύτερη φορά σήμερα και χειρότερα;» του είπε ο Φωτίου, που όμως ήθελε πολύ να πλησιάσει για να καταλάβει τι συμβαίνει και που δεν έβρισκε σωστό να μην προσπαθήσει να βοηθήσει τους δύο που βάζανε στο περιπολικό, πόσο μάλλον αυτόν που είχε προσπαθήσει να βοηθήσει τον πρώτο και που προφανώς δεν τον γνώριζε προσωπικά, αλλά από ενδιαφέρον είχε βρει τον εαυτό του τώρα να πηγαίνει για μια βόλτα στο τμήμα. Κοιτάχτηκαν μεταξύ τους και βγήκε από τα βλήματα το συμπέρασμα να πλησιάσουν, αλλά σιγά σιγά στην αρχή, μην κάνοντας ακόμα καμιά κίνηση προς τους αστυνομικούς, οι οποίοι δεν φαίνονταν να είναι και στα καλύτερα κέφια τους. Πλησίασαν μερικά μέτρα πλαγίως προσπαθώντας να δείχνουν αδιάφοροι προς τη σκηνή και άκουσαν τον δεύτερο τύπο που είχε παρέμβει και είχε αποπειραθεί να βοηθήσει τον πρώτο και τώρα είχε βρεθεί και αυτός μπλεγμένος, ότι ήξερε πως ήταν δικαίωμά του να μην ακολουθήσει τους αστυνομικούς καθώς δεν είχε κάνει τίποτα. Ο αστυνομικός δεν φάνηκε να ενδιαφέρεται και του υπενθύμισε έντονα ότι δεν είχε καν μαζί του την αστυνομική του ταυτότητα και ότι αυτή ζυγίζει είκοσι μόνο γραμμάρια και άλλη φορά να μην μπλέκεται εκεί που δεν έχει δουλειά. Ο πρώτος που είχαν σταματήσει οι αστυνομικοί κοιτούσε τώρα με θαυμασμό μέσα από το περιπολικό αυτόν που είχε προσπαθήσει να γίνει ο ευεργέτης του, αλλά μάλλον δεν τα κατάφερνε και πολύ καλά σ’ αυτό. Οι τρεις συμμαθητές είχαν πλησιάσει προς το μέρος τους χωρίς να τους παρατηρήσει κάποιος συγκεκριμένα. Άκουσαν τον τύπο που ήταν ακόμα έξω από το περιπολικό να λέει στους αστυνομικούς πώς τύχαινε ο δικηγόρος του που ήταν και καλός του φίλος, σκόπευε να συναντηθεί μαζί του σε ένα σημείο που ήταν δύο λεπτά μακριά από εκεί που βρισκόταν τώρα, όπου και πήγαινε πριν γίνει αυτό το περιστατικό. Οι αστυνομικοί του είπαν ότι δεν τους ενδιέφερε καθόλου αλλά αυτός είχε ήδη βγάλει το κινητό του και τηλεφωνούσε στο φίλο του ο οποίος απ’ ότι φάνηκε το σήκωσε αμέσως. Μετά από ελάχιστες στιγμές διαπληκτισμού ακόμη, ο φίλος και δικηγόρος ήρθε, και μάλλον έτρεξε τα τελευταία μέτρα, αντιλαμβανόμενος την κατάσταση. Ήταν κι αυτός κατά τα άλλα, όπως και ο φίλος του, πολύ ήρεμος. Εξήγησε στους αστυνόμους, οι οποίοι είχαν εκνευριστεί με την παρουσία και κάποιου τρίτου, πόσο μάλλον δικηγόρου ακόμη περισσότερο, πως δεν είχαν δικαίωμα να μεταφέρουν το φίλο του στο τμήμα και συνέχισε λέγοντας πως αν ο πρώτος κύριος που βρισκόταν στο περιπολικό ήταν εκεί και αυτός επειδή δεν είχε ταυτότητα, τότε δεν είχαν δικαίωμα να πάνε στο τμήμα ούτε αυτόν και πως γνώριζε το νόμο αρκετά καλά καθώς τον εξασκούσε αρκετά χρόνια.

-Μπες στο περιπολικό αμέσως, του είπε ο ένας αστυνομικός ενώ ο άλλος τον έπιανε από το μπράτσο σπρώχνοντάς τον προς το όχημα. Ο άλλος αστυνομικός πήρε το φίλο του από το χέρι και παρότι και οι δύο έμεναν ακόμη ήρεμοι, δεν μπορούσαν πια να μην μπουν καθώς τους έβαζαν εκεί με το ζόρι. Εν τω μεταξύ το όλο περιστατικό είχε αρχίσει να δημιουργεί σκηνή στον κεντρικό δρόμο όπου διαδραματιζόταν. Ο φίλος δικηγόρος είπε στο φίλο του να μην αγχώνεται, κάτι που δε φαινόταν να κάνει άλλωστε, και πως όταν πάνε στο τμήμα θα ξεκαθάριζαν το θέμα εκεί με κάποιον υπεύθυνο.

Οι τρεις φίλοι βρισκόταν πλέον πολύ κοντά στη σκηνή, και παρότι ντρέπονταν που τόση ώρα δεν παρενέβαιναν, ήξεραν τι θα γινόταν αν το κάνανε. Γύρω γύρω είχαν μαζευτεί ακόμη τέσσερις πέντε και από καθαρή περιέργεια για αυτό τον κόσμο, ένας ένας έρχονταν και άλλοι. Οι αστυνομικοί θεωρώντας πως ήδη αυτό είχε τραβήξει αρκετά τους έβαλαν στο περιπολικό.

-«Καλά δεν ντρέπεστε;» τους είπε μια ηλικιωμένη γιαγιά πριν ο δεύτερος μπει στο αυτοκίνητο. Αυτός την κοίταξε με ένα βλέμμα που έλεγε: «Γιαγιά, αν δε θέλεις να τους ακολουθήσεις, άσε μας ήσυχους».

«Τι, θα συλλάβεις και τη γιαγιά;» είπε κάποιος δυνατά μέσα από την ασφάλεια του πλήθους, καθώς δεν ήταν σε αυτούς που στεκόταν μπροστά μπροστά και έτσι οι αστυνομικοί δεν μπορούσαν να δουν ποιος το είπε.

Αυτός που δεν είχε μπει ολόκληρος μέσα στο αυτοκίνητο, έκανε μια κίνηση και βγήκε έξω, κοιτώντας προς το μέρος του κόσμου, προσπαθώντας να καταλάβει ποιος μίλησε. Οι συγκεκριμένοι αστυνομικοί δε φαινόταν να είναι εκείνη τη μέρα σε θέση να δεχτούν τέτοια σχόλια.

«Εσύ το είπες;» είπε στο Φωτίου και αυτός σκέφτηκε αμέσως «γαμώ την πουτάνα μου». Κούνησε το κεφάλι του «όχι» και ο αστυνομικός δεν έδειξε να θέλει να ασχοληθεί μαζί του, του άρεσε όμως που τον φόβισε για λίγο.

«Δεν ντρέπεσαι, να μπλέκεις το παιδάκι», είπε πάλι η γιαγιά με την κομμένη από τα χρόνια φωνή της, που ήταν η μόνη που δεν την ένοιαζε καθόλου να δείξει την αντίθεσή της με αυτό που γινόταν. Ο αστυνομικός πάλι στάθηκε για μια στιγμή, προσπαθώντας να μην ενδώσει στην επιθυμία του να συλλάβει και αυτή τη γριά που του τα ’πρηζε και τον έκανε να φαίνεται χαζός.

«Έλα γιαγιά σταμάτα και άσε μας να κάνουμε τη δουλειά μας», της είπε.

«Ουου», ακούστηκε από κάποιον. Το είχε κάνει ο Αλέκος που πονηρά είχε πάει πίσω από τον κόσμο για να είναι απαρατήρητος. Το παράδειγμα ακολούθησαν σχεδόν αμέσως και δυο τρεις άλλοι.

«Πάμε να φύγουμε», είπε στον αστυνομικό που ήταν έξω από το περιπολικό αυτός που καθόταν στο τιμόνι και είχε τόση ώρα βάλει μπρος τη μηχανή. Ο άλλος κάτι μουρμούρισε και έσκυψε από το παράθυρο του συνοδηγού να του μιλήσει.

Την ίδια ώρα οι παρευρισκόμενοι άρχισαν να ξεθαρρεύουν και διάφορες φωνές ακούστηκαν προς το περιπολικό και τους αστυνομικούς. Ο οδηγός έβαλε μπροστά τη σειρήνα για μια στιγμή για να δείξει ότι έπρεπε να κάνουνε χώρο για να ξεκινήσει το αυτοκίνητο και κάποιοι που καθόταν μπροστά παραμέρισαν. Είχαν μαζευτεί καμιά εικοσιπενταριά άτομα πια τριγύρω και σιγά σιγά θα μαζευόταν και άλλοι, όπως συνήθως γίνεται με το πλήθος.

«Ναι, σηκωθείτε φύγετε!» φώναξε η γιαγιά. Αυτός που ήταν στη θέση του συνοδηγού πήρε τον ασύρματο και κάτι φαινότανε να λέει, που όμως δεν ακουγόταν έξω από το περιπολικό. Βγήκε γρήγορα έξω από το αυτοκίνητο και χτύπησε την πόρτα.

«Αυτό ήτανε γιαγιά, έρχεσαι μαζί μας», της είπε και την άρπαξε από το μπράτσο.

Κάποιοι κάνανε πίσω. Ο Χρήστος και άλλοι δυο από αυτούς που είχανε μαζευτεί μπήκαν μπροστά, κρατώντας από το άλλο χέρι τη γιαγιά.

«Τι θα κάνεις;» είπε ο ένας από αυτούς στον αστυνομικό, «θα μας συλλάβεις όλους ; Δε χωράμε στο περιπολικό σου τριάντα άτομα».

Ο οδηγός βγήκε και αυτός έξω.

«Κάντε όλοι πίσω!», φώναξε. «Τώρα θα φύγουμε και η γιαγιά θα έρθει μαζί μας και αν είναι εντάξει, τότε θα την αφήσουν αργότερα από το τμήμα».

Οι φωνές μεγαλώνανε. Εν τω μεταξύ ο οδηγός είχε περάσει χειροπέδες σε αυτούς που είχε ήδη στο αυτοκίνητο για να μην μπορέσουν να ξεγλιστρήσουν μέσα στην κατάσταση που ξεδιπλωνόταν.

«Ντροπή!» φωνάζανε κάποιοι.

Ακούστηκε μία σειρήνα και ο ήχος ερχότανε από πίσω τους. Όταν το κατάλαβε ο κόσμος ότι η σειρήνα που ακουγόταν είναι άλλου περιπολικού, γύρισε προς τα εκεί να κοιτάξει. Το περιπολικό σταμάτησε, ένας αστυνομικός βγήκε έξω και ο συνοδηγός του πρώτου αυτοκινήτου τον πλησίασε και κάτι του είπε από κοντά. Άλλοι δύο αστυνομικοί βγήκαν έξω από το καινούργιο περιπολικό. Πιάσανε δυο τρεις από αυτούς που βρισκότανε πιο κοντά από το χέρι και αμέσως τους πήγανε προς το αυτοκίνητο. Ο συνοδηγός του αρχικού περιπολικού μπήκε στο δικό του και εν τω μεταξύ ο άλλος είχε βάλει τη γιαγιά μέσα χωρίς χειροπέδες, στο πίσω κάθισμα μαζί με τον πρώτο που είχαν σταματήσει για έναν τυχαίο έλεγχο, αυτόν που είχε σταματήσει από ενδιαφέρον να τον βοηθήσει και το φίλο του το δικηγόρο. Όλοι οι αστυνομικοί μπήκαν μέσα στα δύο περιπολικά, έκλεισαν τις πόρτες και ξεκίνησαν τα αυτοκίνητα. Έβαλαν μπρος και φύγανε, καθώς το πλήθος έκανε στην άκρη, αφού αυτά προχωρούσαν ανάμεσά τους. Τέσσερα άτομα στο πρώτο περιπολικό και τρία σε αυτό που ήρθε μετά, ήταν αυτοί που θα ακολουθούσαν αυτούς τους όχι και πολύ ευδιάθετους και ευγενικούς αστυνομικούς.

Ο υπόλοιπος κόσμος που είχε μαζευτεί έμενε να κοιτάζει, προσπαθώντας να δει με χιούμορ αυτή την παράλογη κατάσταση. Κατά τα άλλα όμως κανείς δεν το έβρισκε και τόσο αστείο.

«Πήραν και τη γιαγιά ρε φίλε», είπε ο Αλέκος στους άλλους δύο.

Κοιτάχτηκαν όλοι μεταξύ τους απορώντας.

*

Το περιστατικό, καθώς είχε συμβεί σ’ έναν κεντρικό δρόμο της πόλης και είχε κρατήσει αρκετή ώρα ώστε να τραβήξει την περιέργεια περαστικών, δεν άργησε να γίνει γνωστό. Το απόγευμα οι κλασσικές βρώμες λέγανε ότι μπορεί να έχουν συλλάβει εννιά άτομα, μπορεί και δώδεκα. Επίσης οι βρώμες έλεγαν ότι οι προσαχθέντες δεν είχαν αφεθεί ακόμη ελεύθεροι, φήμη που προς το βράδυ αποδείχτηκε αληθινή. Κάποια συγκεκριμένη κατηγορία δεν υπήρχε, όμως οι δύο αρχικοί αστυνομικοί φαίνεται πως έκαναν τα πάντα για να τους κρατήσουν μία μέρα τουλάχιστον στο κρατητήριο.

Το επόμενο πρωί έξω από το τμήμα της περιοχής είχε μαζευτεί μία ομάδα ατόμων, καμιά πενηνταριά, που είχανε συγκεντρωθεί για να γνωστοποιήσουν την αντίθεσή τους σε αυτή την ιστορία, να δείξουν τη συμπαράστασή τους σε αυτούς που βρισκόταν στο τμήμα και να τους υποδεχτούνε καθώς θα βγαίνανε. Δύο διμοιρίες από ΜΑΤ βγήκανε από δύο παράπλευρους δρόμους και πολύ σύντομα συνέλαβαν όσους ήτανε απ’ έξω.

Λίγη ώρα πέρασε και στο τμήμα έφτασαν δικηγόροι, κάποιοι των πρώτων συλληφθέντων και κάποιοι άλλοι που είχαν έρθει προς υπεράσπιση της ομάδας που είχε πιαστεί το πρωί. Συζητήσεις είχαν αρχίσει να υπάρξει μία μοναδική εκπροσώπηση για όλους από μία ομάδα δικηγόρων, καθώς όλοι ίσως θα αντιμετώπιζαν την ίδια κατηγορία, αν και δε γνώριζαν ποια ήταν αυτή. Οι συζητήσεις κατέληξαν να εκπροσωπηθούν όλοι μαζί οι συλληφθέντες από μία ομάδα τεσσάρων δικηγόρων με κοινό στόχο. Οι τέσσερις μπήκαν στο τμήμα και εκεί συνελήφθηκαν από τον αστυνομικό που ήταν συνοδηγός στο αρχικό επεισόδιο και που τους περίμενε ακριβώς μετά την είσοδο του αστυνομικού τμήματος.

Σύντομα τα νέα διαδόθηκαν και κάποιοι από τις οικογένειες αυτών που βρισκόταν στο κρατητήριο κατέβηκαν προς εκείνη την περιοχή. Βρισκόταν μητέρες, πατέρες και μερικά αδέρφια, μαζί με επιπλέον δικηγόρους. Αρκετοί αστυνομικοί τους συνέλαβαν όλους, μαζί με αρκετά μέλη οργανώσεων που παρευρίσκονταν ώστε να ελέγχουν την ομαλή λειτουργία της κατάστασης. Η φήμη του περιστατικού άρχισε να μεγαλώνει και τελικά έφτασε στα αυτιά των μέσων μαζικής ενημέρωσης και οι δημοσιογράφοι που έφτασαν στο σημείο, γύρω στους δέκα, συνελήφθησαν. Μαζί με αυτούς μπήκαν στο κρατητήριο και μέλη από φορείς της τοπικής αυτοδιοίκησης, του δημοτικού συμβουλίου και κάποιοι οδοκαθαριστές που δούλευαν στο σημείο. Σύντομα, στο κρατητήριο βρισκόταν και ο δήμαρχος.

Αργότερα το βράδυ, πλήθος κόσμου συγκεντρώθηκε έξω από το τμήμα. Και σε διάφορα άλλα σημεία της πόλης γινόταν παράλληλα διαμαρτυρίες και πορείες μικρών ή μεγαλύτερων ομάδων. Ανάμεσά τους ομάδες του αντιεξουσιαστικού χώρου, οργανώσεις για τα δικαιώματα των πολιτών, μαθητικές οργανώσεις, τα ΚΑΠΗ και κλαμπ τριών ποδοσφαιρικών ομάδων της πρωτεύουσας, καθώς κάποια μέλη τους βρισκόταν ανάμεσα σε αυτούς που είχαν συλληφθεί. Σε μία κίνηση που κανείς από αυτούς που ήταν στους δρόμους και διαδήλωνε δεν περίμενε, σε δύο κεντρικές πλατείες όπου υπήρχαν οι πολυπληθέστερες συγκεντρώσεις, δυνάμεις της αστυνομίας αρκετών διμοιριών, με αιφνιδιαστική κίνηση συνέλαβαν μεγάλο αριθμό διαδηλωτών, που πια δεν ανήκαν σε κανένα συγκεκριμένο κοινωνικό στρώμα. Ακόμη, αρκετά μέλη των ΚΑΠΗ βρέθηκαν στα κρατητήρια, όπως και η αρχική γιαγιά, προς υποστήριξή της. Οι συλληφθέντες πλέον μοιράζονταν στα κρατητήρια διαφόρων τμημάτων της πρωτεύουσας, καθώς αυτό του πρώτου τμήματος είχε γεμίσει προ πολλού.

Καθώς η νύχτα προχωρούσε, στους δρόμους εμφανίστηκαν ομάδες ατόμων που στεκότανε κοντά στις δυνάμεις της αστυνομίας και τους έλεγαν πως χρόνια το περίμεναν αυτό και πως κάτι τέτοιο έπρεπε να χε γίνει εδώ και καιρό. Συνελήφθησαν. Ίσως γιατί οι αστυνομικοί το είδαν σαν κριτική και όχι σαν επιβράβευση, σαν να τους έλεγαν ότι είχαν αργήσει τόσα χρόνια να κάνουν το σωστό και το αυτονόητο. Οι πιο παράλογες ίσως συλλήψεις ήταν αυτές με θύματα βουλευτές, της κυβέρνησης καθώς μέλη μικρών αριστερών κομμάτων είχαν ήδη συλληφθεί από το μεσημέρι. Αυτό ήταν όμως που έφερε την και την αντίδραση ατόμων που είχαν περισσότερη δύναμη από μερικούς αστυνομικούς που νόμιζαν ότι θα είχαν τον έλεγχο. Αυτό εξόργισε τα υψηλά στελέχη της κυβέρνησης πιο πολύ και από τους ελεύθερους πολίτες. Αν κάποιος έχει τον έλεγχο και δεν έχει σκοπό να τον αφήσει από τα χέρια του είναι αυτοί, σκεφτόταν. Πολύ τράβηξε το αστείο με τους παράφρονες αστυνομικούς που είχαν χάσει κάθε μέτρο, συλλαμβάνοντας αδιακρίτως, ακόμη και μέλη του κόμματος της εξουσίας. Κάποια πράγματα απλά δεν μπορούν να συνεχίζονται. Στο γραφείο του πρωθυπουργού, καθώς είχε επιστρατευτεί και ο ίδιος αυτοπροσώπως, συγκαλέστηκε έκτακτη σύσκεψη και σύντομα πάρθηκαν αποφάσεις άμεσης διακοπής αυτής της κατάστασης. Το γραφείο σύντομα επισκέφτηκαν αρκετοί αστυνομικοί και συνελήφθη όλο το υπουργικό συμβούλιο, χωρίς ιδιαίτερα προβλήματα, καθώς οι φρουρές τους αποτελούνταν από μέλη της αστυνομίας.

Στο πρώτο τμήμα της αστυνομίας, εκεί όπου είχαν μεταφέρει τους αρχικούς κρατούμενους, τον πρώτο τυχαίο πεζό, αυτόν που σταμάτησε να τον βοηθήσει, το φίλο του το δικηγόρο και τους υπόλοιπους, γινόταν το αδιαχώρητο. Είχαν προσπαθήσει να χωρέσουν πρώτα όσους μπορούσαν εκεί πριν χρειαστεί να επιστρατευτούν κι άλλα κρατητήρια της πρωτεύουσας, τα οποία ήταν τώρα όλα σχεδόν γεμάτα. Ίσως θα έπρεπε στη συνέχεια να πάνε κάποιους σε φυλακές, αν χρειαζόταν. Οι αρχικοί εφτά κρατούμενοι είχαν σχεδόν γίνει φίλοι κατά τη διάρκεια της ημέρας, ξεκινώντας να κάνουν αστεία όταν τους έφεραν προς το απόγευμα και κάποιους άλλους, όμως τώρα, καθώς είχε σχεδόν ξημερώσει η επόμενη ημέρα, ήταν δύσκολο να μιλήσει κάποιος με οποιονδήποτε, από τον πολύ κόσμο που είχε μαζευτεί σε αυτό το μικρό χώρο. Εκνευρισμός, όπως ήταν αναμενόμενο, είχε αρχίσει να δημιουργείται. Καθώς οι αστυνομικοί δεν είχαν χρόνο να κάνουνε σωματική έρευνα σε όλους όσους συνελάμβαναν, κάποιοι είχαν ακόμη μαζί τους τα κινητά τους και έτσι μάθαιναν την κατάσταση στην υπόλοιπη πόλη και στα άλλα αστυνομικά τμήματα, κάτι που μεγάλωνε περισσότερο τη δυσαρέσκεια και την ανυπομονησία για το πότε και πώς θα βγουν έξω, αφού οι δικηγόροι τους ήταν και αυτοί μέσα στα κρατητήρια, σε μερικά ακόμη και κάποιοι δικαστές. Μόνο ένα άτομο διατηρούσε ανέπαφο το ταμπεραμέντο του.

«Γελοίοι!» φώναξε η γιαγιά, κατευθείαν στο πρόσωπο των δύο αστυνομικών που την είχαν συλλάβει. Αυτός που ήταν συνοδηγός το μεσημέρι και ο οδηγός του περιπολικού είχαν από το βράδυ μείνει μέσα στο τμήμα και κάπως επέβλεπαν την κατάσταση, εμψυχώνοντας τους συναδέλφους τους να συνεχίσουν την καλή δουλειά. Ήταν οι εμπνευστές των δράσεων αυτής της ημέρας που δε φαινόταν να έχει τέλος.

«Σκάσε γιαγιά», της είπε ο συνοδηγός, που ήταν το πάνω χέρι αυτού του δυναμικού διδύμου.

«Δεν το χω σε τίποτα να μπω στο κελί και να σε κοπανήσω!» της είπε. «Και όλοι σας! Βγάλτε το σκασμό και να μην ακούσω κανέναν! Άντε να μη βγούμε έξω και τους συλλάβουμε όλους!»

-«Τι όλους ρε κωλοπαίδι; Δεν έχει μείνει κανείς!» του απάντησε η γιαγιά, χωρίς να φαίνεται να έχει κάποιο ίχνος φόβου απέναντί του.

Αυτό φαίνεται να προβλημάτισε το συνοδηγό. Αν δεν υπήρχε κανείς, ποιον θα συλλάμβαναν τώρα; Το σχέδιο που είχε στο μυαλό του δεν είχε κάποια εξέλιξη πέραν του να συλλαμβάνει ασύστολα. Αν δεν υπήρχε κανείς να συλλάβει, το σχέδιο έχανε την ουσία του. Πήγε προς το παράθυρο και κοίταξε κάτω στο δρόμο. Το παράθυρο έβλεπε σε ένα κεντρικό δρόμο. Δεν έβλεπε κανέναν. Κατέβηκε τις σκάλες και βγήκε στο δρόμο. Πήγε στα διπλανά τετράγωνα. Κανείς. Τώρα; Ανέβηκε πάλι πάνω.

«Βλάκα!» του φώναξε η γιαγιά που τώρα γελούσε, καταλαβαίνοντας ότι το μυαλό του αστυνομικού δεν πήγαινε πιο πέρα από το να τους συλλάβει όλους. Αυτός γυρνούσε στο δωμάτιο έξω από το κρατητήριο, τηλεφωνώντας σε συναδέλφους του προσπαθώντας να ενημερωθεί για την κατάσταση. Τα νέα δεν ήταν καλά. Δεν έβρισκε κανείς κάποιον να συλλάβει.

Ο οδηγός του μεσημεριανού περιπολικού πήγε να τον παρηγορήσει, πιάνοντάς τον από τον ώμο.

«Γαμώ την πουτάνα μου, πώς την πατήσαμε έτσι;» είπε ο συνοδηγός.

«Ρε βλάκες, βγάλτε μας έξω», τους φώναξε η γιαγιά.

«Να βγάζαμε μερικούς, σαν ένδειξη καλής θέλησης;» του πρότεινε ο οδηγός.

«Τι;» του είπε ο άλλος.

«Τι νόημα έχει;» του είπε αυτός. Μπορούμε να βγάλουμε μερικούς, να ηρεμήσουμε τα πνεύματα, ίσως όλοι να έχουν στραφεί εναντίον μας έτσι.

«Πούστη τη γάμησες. Προδότη!» του φώναξε.

Του έριξε μια γροθιά στην κοιλιά και μετά μία στο πρόσωπο. Του φώναζε και τον έβριζε. Του έριξε μερικές κλωτσιές. Ο άλλος σηκώθηκε και τον χτύπησε κι αυτός. Ο συνοδηγός ήταν σε έξαλλη κατάσταση. Τον πέταξε στον τοίχο και τον γύρισε πλάτη με το πρόσωπο προς τον τοίχο. Του πέρασε χειροπαίδες, τον πέταξε μέσα στο κρατητήριο και πήγε και κάθισε μόνος του.

Μας στάλθηκε από Γουίλιαμ Μ. Πάφαροου
Advertisements
Both comments and trackbacks are currently closed.