28η Οκτωβρίου – 20 Απριλίου 1941, μια μικρή συμβολή στην αλήθεια

(Το κείμενο που ακολουθεί δημοσιεύεται στη ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ, φύλλο 109, Οκτώβριος 2011)

Είναι δεδομένη, πλέον, λόγω της περίστασης, η ανελέητη επίθεση στο βιοτικό επίπεδο των «μη προνομιούχων» κοινωνικών ομάδων και με αφορμή την (και καλά) τακτοποίηση των δημοσιονομικών «ελλειμμάτων», πατριωτικές αλλά και εθνικιστικές κόρωνες θα ακουστούν από τα χείλη των κυβερνοπατέρων. Για την μικρή πλην τίμια «πατρίδα» που δέχεται επίθεση, για το σθένος των Ελλήνων ενάντια σε όσους θέλουν το «κακό τους». Ξέρουμε πολύ καλά όταν οι κυβερνήτες, εντολοδόχοι, πλέον, της παγκόσμιας εξουσιαστικής κλίκας κάνουν αναφορά σε «έθνος», «πατρίδα» και «φυλή» κάτι άσχημο συμβαίνει (ή πρόκειται να συμβεί) στους καταπιεσμένους.

Στην μοναδική χώρα της Ευρώπης που γιορτάζεται η έναρξη του πολέμου σαν «εθνική» εορτή, σε αντίθεση με άλλες όπου συνήθως γιορτάζεται η απελευθέρωσή τους, το ελλαδικό κράτος στήριξε σε αυτή μια εθνοπατριωτική προπαγάνδα για τις δεκαετίες που ακολούθησαν. Χωρίς να υποτιμούμε το θάρρος που έδειξαν οι παραπλανημένοι από τη πολιτική των εξουσιαστών, στρατιώτες του ελλαδικού κράτους απέναντι στον πανίσχυρο στρατό της φασιστικής Ιταλίας και τις αντίξοες συνθήκες που αντιμετώπισαν κατά τη διάρκεια του «έπους του ’40», δε παύουν να ήταν θύματα ενός πολιτικού σχεδιασμού ανακατανομής κυριαρχίας και πλούτου, θυσιαζόμενοι στην εξουσιαστική απληστία. Γιατί καμιά νίκη δεν χάρηκαν οι έλληνες, εκτός και αν κάποιοι αρκούνται σε μια «πύρρειο» με μπόλικη δόση προπαγάνδας.

Η κατάσταση το 1936

Κάνοντας μια σύντομη περιγραφή της κατάστασης που επικρατούσε στο ελλαδικό κράτος, αλλά και σε παγκόσμιο επίπεδο, είναι εμφανές ότι από το 1936 που επιβλήθηκε η δικτατορία με τον Ιωάννη Μεταξά μέχρι τον Οκτώβριο του 1940, το κράτος και όλες οι πολιτικές δυνάμεις που το στελέχωναν προετοίμαζαν τον κρατικό μηχανισμό, αλλά και τους κατοίκους της χώρας για μια πολεμική σύρραξη.

Μετά το δημοψήφισμα του καλοκαιριού του 1935, την επιστροφή του έκπτωτου βασιλιά Γεωργίου Β΄ το Νοέμβριο του ίδιου έτους, το μη σχηματισμό αυτοδύναμης κυβέρνησης στις εκλογές (με απλή αναλογική) του Ιανουαρίου του 1936, είναι φανερή η αδυναμία των πολιτικών δυνάμεων να εξασφαλίσουν την κοινωνική τάξη. Ο βασιλιάς αναθέτει την πρωθυπουργία τον Απρίλιο του 1936,[1] στον μέχρι τότε Υπουργό Στρατιωτικών, Ιωάννη Μεταξά.

Η εξέγερση των καπνεργατών στην αρχή, και των υπολοίπων εργατών το Μάιο του 1936 και η σκληρότατη κρατική καταστολή, που άφησε πίσω της 12 νεκρούς και 300 τραυματίες, έκανε πλέον εμφανές ότι το Κράτος τρομαγμένο, από την κοινωνική ανησυχία και φοβούμενο μια γενικευμένη εξέγερση, έπρεπε να καταστείλει κάθε φωνή αντίδρασης και φυσικά την κομμουνιστική «απειλή». Άλλωστε, δεν είναι τυχαίο ότι την 4η Αυγούστου 1936, ο Ιωάννης Μεταξάς, έκανε χρήση του νόμου 4229/1929[2] με τη σύμφωνη γνώμη του βασιλιά και ανέστειλε συγκεκριμένα άρθρα του συντάγματος εγκαθιδρύοντας δικτατορία μια ημέρα πριν την κηρυγμένη γενική απεργία της 5ης Αυγούστου.[3] Ο φόβος για ενδεχόμενη κοινωνική εξέγερση, που απειλούσε την «αστική δημοκρατία» αποτυπώνεται και στο διάγγελμα του Ι. Μεταξά προς τον ελληνικό λαό την 4η Αυγούστου όπου αναφέρει ότι «ο κομμουνισμός παρεσκεύαζε την κοινωνικήν επανάστασιν […]. Αι σκηναί της Θεσσαλονίκης κατά τον παρελθόντα Μάιον υπήρξαν το προοίμιο».[4]

Σε καμιά περίπτωση ο Ι. Μεταξάς δεν αποφάσιζε μόνος του και όντας πιστός στο βασιλιά είχε την εύνοια του. Δεν θα πρέπει, πάντως, να μας διαφεύγει ότι για την επιστροφή του βασιλιά Γεωργίου Β΄ σιωπηρά συναίνεσε και ο πολιτικός κόσμος εκείνης της περιόδου (βουλή) δεχόμενος να διενεργήσει δημοψήφισμα για το πολιτειακό και την επαναφορά ή όχι της βασιλείας. Με λίγα λόγια, οι εξουσιαστές διακρίνοντας μια πιθανότητα απώλειας του ρόλου τους από μια ενδεχόμενη κοινωνική εξέγερση, δεν δίστασαν να προχωρήσουν στην επιβολή δικτατορίας για την διασφάλιση τους, σχεδιάζοντας την μετάβαση σε σταθερές συνθήκες που θα διασφάλιζαν την κρατική επιβολή.

H Βρετανία υποστήριξε το νέο καθεστώς, γιατί ο βασιλιάς Γεώργιος είχε ταχθεί υπέρ μιας φιλοβρετανικής εξωτερικής πολιτικής και μιας υπερτροφικά ευνοϊκής μεταχείρισης των βρετανικών χρηματιστικών και οικονομικών συμφερόντων. Τη δεκαετία του ’30 τα βρετανικά κεφάλαια αποτελούσαν το 53% των ξένων κεφαλαίων στην Ελλάδα, ενώ π.χ. τα γερμανικά μόλις το 5%, τα δε προνόμια των βρετανικών επιχειρήσεων θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν «σκανδαλώδη». Κλείστηκε ακόμη και συμφωνία, ύστερα από παρέμβαση του βασιλιά Γεωργίου, που προέβλεπε αύξηση των τόκων που θα πλήρωνε το ελληνικό δημόσιο στους Βρετανούς πιστωτές του.[5] Δεν είναι τυχαία η δήλωση του Βρετανού πρέσβη Sydney Waterlow, ότι αν η ελλάδα είχε κοινοβουλευτική κυβέρνηση δεν θα μπορούσαν να είχαν λυθεί αυτά τα προβλήματα.[6] Όπως επίσης δεν είναι τυχαία και η επαναδιαπραγμάτευση των ομόλογων του ελληνικού κράτους και η συμφωνία με τους Βρετανούς ομολογιούχους που έγινε στις 20 Αυγούστου του 1936, η πρώτη από την εγκαθίδρυση της δικτατορίας.[7]

Η παραπάνω σύντομη αναφορά γίνεται περισσότερο για να γίνει φανερό ότι ο βασιλιάς Γεώργιος και η κυβέρνηση της δικτατορίας του Μεταξά, είχαν συμφέροντα με το βρετανικό κράτος και σε καμιά περίπτωση, η φασιστικής ιδεολογίας υπόσταση του ελλαδικού κράτους, δεν υπήρξε ταυτισμένη με τα ναζιστικά και φασιστικά καθεστώτα και τα οικονομικά συμφέροντα του άξονα.

Προετοιμασία για τον πόλεμο

Κάθε προσπάθεια του ΚΚΕ, μετά την επιβολή της δικτατορίας, να «αφυπνίσει» τον «ελληνικό λαό» με προπαγάνδα για δήθεν ταύτιση της δικτατορίας με τον Άξονα στερείται, παντελώς, σοβαρότητας. Το ΚΚΕ αναφέρεται στην κυβέρνηση Μεταξά ως εξής: «πράκτορας του γερμανικού φασισμού η μοναρχοφασιστική δικτατορία, ξεπούλησε και ξεπουλάει στους γερμανούς φασίστες την Ελλάδα»[8] και «η χιτλερική εξωτερική πολιτική της δικτατορίας εκμηδενίζει και το τελευταίο ίχνος της εθνικής μας ανεξαρτησίας. Οι βασικότερες πλουτοπαραγωγικές πηγές του τόπου μας, οι στρατιωτικές και αστυνομικές δυνάμεις καθώς και όλα τα αμυντικά έργα της χώρας βρίσκονται κάτω από τον έλεγχο και των γερμανών. Η χιτλερική κατασκοπεία δρα ελεύθερα…».[9]

Η γελοιότητα του κόμματος φτάνει στην κορύφωσή της τον Ιούνιο του 1939, μετά την συνθήκη Μολότοφ-Ρίμπεντροπ και τη συμφωνία για μη επίθεση μεταξύ ναζιστικής Γερμανίας και Σοβιετικής Ένωσης, όπου και επίσημα πλέον η χιτλερική Γερμανία είναι σύμμαχος της Σοβιετικής ένωσης. Αυτομάτως αλλάζει και η πολιτική του ΚΚΕ και δηλώνει δημόσια ότι «έκανε λάθος και δεν ήταν σωστές οι προηγούμενες εκτιμήσεις του [..] η Γαλλία και η Αγγλία δεν είναι δημοκρατικά και φιλειρηνικά έθνη αλλά ιμπεριαλιστικές αυτοκρατορίες που καταπιέζουν έθνη και λαούς. Δεν είναι οι ιταλοί και οι γερμανοί φασίστες που προκαλούν και επιδιώκουν τον πόλεμο αλλά οι αγγλογάλλοι ιμπεριαλιστές».[10]

Από το ψέμα, δηλαδή, στην υποκρισία και πάλι πίσω, αφού πρότειναν «να κάνουμε ό,τι έκαναν η Βουλγαρία και η Γιουγκοσλαβία και σωθήκανε, να θέσουμε τον εαυτό μας υπό την προστασία της ΕΣΣΔ» (σημ: οι δυο αυτές χώρες είχαν ήδη προσχωρήσει στον Άξονα όταν γράφονταν αυτές οι δηλώσεις, επιστροφή, δηλαδή, στο ψέμα…).[11] Αφού η πολιτική του κόμματος άλλαξε, τα «ρομποτοποιημένα μέλη του που πάντα χωρίς αντίρρηση δέχονταν όλες τις αλλαγές της πολιτικής του κ.κ.ε., αυτή τη φορά η συμμαχία με το φασισμό τους φάνηκε κάπως παράξενη και αχώνευτη. Αλλά μόνο για λίγο. [..] γίνανε λυσσαλέοι αντίπαλοι των άγγλων και των γάλλων [..] Βρίσκανε κοινά σημεία και ιδεολογική συγγένεια με το ναζιστικό κόμμα. Π.χ. και αυτό ήταν εργατικό και σοσιαλιστικό».[12]

Είναι φανερό, ότι άσχετα με ποιο στρατόπεδο επέλεξε ο κάθε εξουσιαστής να συνταχθεί προπολεμικά, είχε μια εικόνα του πολέμου, που ερχόταν και έπαιζε το παιχνίδι της κυριαρχίας με τους όρους που υπήρχαν, με σκοπό να εξυπηρετήσει πολιτικά και οικονομικά συμφέροντα, όπως άλλωστε συμβαίνει σε όλους τους πολέμους. Χωρίς κανέναν ενδοιασμό, κανείς από τους «πολιτικούς εταίρους» της περιόδου της δικτατορίας δεν εξέφρασε αντιπολεμικό λόγο, αντίθετα προετοίμαζαν τους ανθρώπους για τη σφαγή και φυσικά επιθυμούσαν να τους πείσουν να αναλωθούν, ο καθένας για τα συμφέροντά του. Ειδικά όσον αφορά τους σταλινικούς του ΚΚΕ, τα γεγονότα τούς εξέθεσαν πολύ, αλλά ουδέποτε νοιάστηκαν για την «ηθική» παρά μόνο για την εξουσία.

Το δικτατορικό καθεστώς στη Ελλάδα προσπάθησε πολύ για να κρατήσει την «ουδετερότητα» της χώρας. Στις 21 Μαΐου 1940, σε συνάντηση του δικτάτορα με το στρατιωτικό επιτελείο, ο ίδιος αναφέρει ότι η χώρα δεν έχει επιθετικές βλέψεις, ούτε προβλέπει ότι θα παραστεί η ανάγκη να επιτεθεί σε κάποια γείτονα χώρα, αλλά και δε θα δώσει αφορμή επίθεσης στην Ιταλία, τηρώντας την απόλυτη ουδετερότητα μεταξύ των αντιμαχόμενων.

Επίσης, αναγνωρίζει ότι η Ελλάδα δεν είναι ικανή να ζήσει, πόσο μάλλον να πολεμήσει σαν αντίπαλος της Γαλλίας και της Αγγλίας (που ήταν κυρίαρχη δύναμη των θαλασσών) και εφ’ όσον περιβρέχεται από θάλασσα, είναι αναμενόμενο ότι «θ’ αποθάνει εξ ασφυξίας». Οι οικονομικές δυνατότητες της χώρας δεν είναι τέτοιες, ώστε να επιτρέπουν το μακροχρόνιο πόλεμο με κάποια μεγάλη δύναμη αλλά εφ’ όσον συμβεί, «διάρκεια 15-20 ημερών υπολογίζεται, καθ’ ην θα αντιταχθώμεν σθεναρώς, θα δείξωμεν τας αρετάς μας και θα πέσωμεν ενδόξως».[13] Στη συνέχεια, ένας αντιστράτηγος τον ρωτά «μήπως είναι δυνατόν να μεταπηδήσωμεν προς τον Άξονα;» και ο Μεταξάς οργισμένος, λέει «θα τηρήσωμεν το λόγο της τιμής μας». Οι στρατιωτικοί μη φέροντες αντίρρηση (στο βασιλιά στην ουσία), του ζήτησαν έστω και την τελευταία στιγμή ενίσχυση σε πολεμικό υλικό από τους συμμάχους, εισπράττοντας μια αρνητική απάντηση.

Ακόμα και μετά τον τορπιλισμό του αντιτορπιλικού «Έλλη», ο Μεταξάς στην ημερήσια διαταγή του προς το βασιλικό ναυτικό (17 Αυγούστου 1940) κάνει λόγο για «αγνώστου ταυτότητας υποβρύχιον» κρατώντας χαμηλά τους τόνους και ψηλά τη σημαία της «ουδετερότητας».[14] Πάσει θυσία έπρεπε να κρατηθεί, αυτό το διάστημα, εκτός πολέμου η χώρα. Φυσικά δεν ήταν η αποστροφή του Μεταξά προς τον πόλεμο αλλά είχε περισσότερο να κάνει με τα συμφέροντα του ελληνικού εφοπλιστικού κεφαλαίου και τη δυνατότητα του να αποκομίσει οφέλη από τις μεταφορές της ναυτικής υπερδύναμης Βρετανίας.[15]

Η κήρυξη του πολέμου

Η σιωπηρά αναμενόμενη έναρξη του πολέμου, φαίνεται στο λιτό και σύντομο διάγγελμα του δικτάτορα, προς τον ελληνικό λαό (28η Οκτωβρίου), αφού καμιά έκπληξη δεν διακρίνεται στα λεγόμενά του. Αναφέρει ότι οι Ιταλοί ζήτησαν παράδοση τμημάτων του εθνικού εδάφους, το οποίο θεώρησε αιτία πόλεμου και αρνήθηκε. Περισσότερο ενδιαφέρων έχει ο λόγος του στις 30 Οκτωβρίου στους αρχισυντάκτες του αθηναϊκού τύπου, όπου χαρακτηριστικά τούς αναφέρει ότι αν παρέδιδε στους Ιταλούς τα δυτικά, το τμήμα έως την Πρέβεζα, και στους Βούλγαρους τα ανατολικά, την Αλεξανδρούπολη (Δεδέαγατς), «η προς τους έλληνας στοργή του Χίτλερ ήτο η εγγύησις ότι αι θυσίαι αυταί περιωρίζοντο εις το ελάχιστον δυνατόν» και συνεχίζει ότι έτσι θα «γινόμασταν» εθελοντές δούλοι απλώνοντας το δεξί χέρι προς ακρωτηριασμό από την Ιταλία και το αριστερό από την Βουλγαρία, συμπληρώνοντας, «Φυσικά δεν ήτο δύσκολο να προβλέψη κανείς εις μιαν τοιαύτην περίπτωσιν, οι Αγγλοι θα έκοβαν και αυτοί τα πόδια της Ελλάδος. Και με το δίκαιον των. Κυρίαρχοι πάντοτε της θαλάσσης, δε θα παρέλειπαν, υπερασπίζοντας πλέον τον εαυτόν των, έπειτα από μια τοιαύτην αυτοδούλωσιν της Ελλάδος εις τους εχθρούς των να καταλάβουν την Κρήτη και τας άλλας νήσους μας.[..] εις μιαν τοιαύτην περίπτωση [..] ο λαός δικαίως θα ετάσσετο εναντίον της Κυβερνήσεως, η οποία δια να τον προφύλαξη από τον πόλεμον θα τον κατεδίκαζε εις εθελουσίαν υποδούλωσιν μετ’ εθνικού ακρωτηριασμού».[16]

Για τους Βρετανούς (και για τους Έλληνες εξουσιαστές φυσικά) μόνο έκπληξη δεν ήταν η επίθεση του Ιταλικού στρατού. Ήδη από τον Απρίλιο του 1939 ο Τσόρτσιλ είχε εγγυηθεί την ανεξαρτησία της Ελλάδος «Η Κυβέρνησις της Α. Μεγαλειότητος αποδίδει μέγιστη σημασίαν εις το να αποφευχθή η διατάραξις του Μεσογειακού status quo, είτε απειλή, είτε δια της βίας.[..] η Βρετανική Κυβέρνησις θα εθεώρει αυτήν αμέσως υποχρεωμένη να παράσχει εις την ελληνικήν κυβέρνησιν πάσαν βοήθειαν ην διαθέτει…».[17] Μετά την κατάληψη της Αλβανίας από τον ιταλικό στρατό, τον Απρίλιο του 1939, το Γενικό Επιτελείο Στρατού (ΓΕΣ) εκδίδει Σχέδιο Εκστρατείας, προετοιμάζοντας έτσι το στρατό, για ενδεχόμενη πολεμική σύρραξη με την Ιταλία και την Βουλγαρία.[18] Επομένως δεν υπήρχε τίποτα αιφνίδιο στη κήρυξη του πολέμου, ήταν όμως μια πολύ καλή ευκαιρία για το κράτος να συσπειρώσει, γύρω από το βασιλιά και τις έννοιες του «έθνους» και της «πατρίδας» τους κατοίκους της χώρας, χρησιμοποιώντας τους σαν αναλώσιμο υλικό για την επερχόμενη σφαγή.

Το πολεμικό σκηνικό

Οι συγκρούσεις στο μετέπειτα πολεμικό σκηνικό, στο εδαφικό πλαίσιο της Ελλάδας, χωρίζονται σε τρεις φάσεις. Η πρώτη χρονοθετείται κατά την Ιταλική επίθεση από την 28η Οκτωβρίου μέχρι την 13η Νοεμβρίου του ’40, η δεύτερη με την αντεπίθεση του ελληνικού στρατού, προέλασή του στο αλβανικό έδαφος και την κατοχή του, μέχρι την εαρινή επίθεση του ιταλικού στρατού και η τρίτη από τον Μάρτιο του ’41 (9-15 Μαρτίου), μέχρι την συνθηκολόγηση και την κατοχή του ελλαδικού χώρου από τα γερμανικά, ιταλικά και βουλγαρικά στρατεύματα.

Η αποφασιστικότητα και το θάρρος που έδειξαν οι Έλληνες στρατιώτες στις μάχες που δόθηκαν, κυρίως στις πρώτες δυο φάσεις του ελληνοϊταλικού, ήταν πέρα από κάθε προσδοκία, αφού υμνήθηκαν από «συμμάχους» και εχθρούς, όντας μέχρι εκείνη τη στιγμή το μόνο μέτωπο που είχε κρατήσει τόσο πολύ στην Ευρώπη. Κατά τη δεύτερη φάση, τα προωθημένα ελληνικά στρατεύματα αντιμετώπιζαν πολλά προβλήματα ανεφοδιασμού βασικών αγαθών, όχι μόνο πολεμικού υλικού. H παρατεταμένη διάρκεια της μάχης της Πίνδου (κράτησε παραπάνω από 15-20 μέρες που υπολόγιζαν ο Μεταξάς και οι «σύμμαχοι») και οι δυσμενείς καιρικές συνθήκες του χειμώνα του ’41 επηρέασαν το «αξιόμαχο» του ελληνικού στρατού.

Ειδικά κατά την τρίτη φάση του ελληνοϊταλικού πόλεμου και λίγο πριν από την επίθεση του ιταλικού στρατού μέχρι και την συνθηκολόγηση η κατάσταση είχε αρχίσει να περιπλέκεται. Στις αρχές Μαρτίου υπάρχει ήδη μεταφορά γερμανικών στρατευμάτων στη Ρουμανία και όλα δείχνουν, μετά την απόκρουση της ιταλικής επίθεσης, ότι το επόμενο στάδιο του πολέμου θα εξελισσόταν στη Μακεδονία. Ο στρατηγός Παπάγος, διοικητής της στρατιάς της Ανατολικής Μακεδονίας έρχεται σε επαφή με Βρετανούς ζητώντας οι ενισχύσεις να αναπτυχθούν στη Μακεδονία, ενισχύοντας τις ήδη ανεπτυγμένες δυνάμεις του ελληνικού στρατού. Οι Βρετανοί αρνούνται να δεχθούν την ανάπτυξη σε Αλεξανδρούπολη, Καβάλα, Θεσσαλονίκη και προτείνουν την υποχώρηση των εγκατεστημένων ελληνικών δυνάμεων στη κεντρική Μακεδονία, στο Βέρμιο. Ο Παπάγος αρνείται. Έτσι η αποστολή των βρετανικών ενισχύσεων, αρχίζει να επανεκτιμάται, στη βάση συμφωνίας της 4ης Μαρτίου 1941, από 100.000 άνδρες σε μόλις 58.000.[19]

Ο Τσόρτσιλ, σε επιστολή στο στρατηγό Ίντεν (6 Μαρτίου 1941) γράφει ότι η κατάσταση έχει εξελιχθεί προς το χειρότερο παρ’ όλο που οι Βρετανοί έχουν κάνει ότι είναι δυνατόν για να δημιουργήσουν ένα μόνιμο μέτωπο εναντίον της Γερμανίας στα Βαλκάνια. Αναφέρει επίσης ότι δε πρέπει να πιεστεί η Ελλάδα σε μια «απέλπιδα αντίσταση» και ότι τίθενται σοβαρά προβλήματα για τα αυστραλιανά και νεοζηλανδικά στρατεύματα τώρα που μια επιχείρηση στην Ελλάδα κατέστη περισσότερο επικίνδυνη. Συνεχίζει σε αυτή την επιστολή δηλώνοντας ότι η απώλεια της Ελλάδος και των Βαλκανίων δεν είναι κάτι το τρομερό και ότι μια καθυστερημένη αποχώρηση των βρετανικών στρατευμάτων από τον ελλαδικό χώρο, θα εμποδίσει την συμμετοχή τους στον αγώνα.[20] Οι Βρετανοί, ήδη προετοίμαζαν την μάχη της βόρειας Αφρικής, έχοντας τον έλεγχο της διώρυγας του Σουέζ και μεταφέροντας εκεί στρατό.

Στις 6 Απριλίου 1941, ο Γερμανός πρεσβευτής στην Αθήνα επιδίδει τελεσίγραφο στο πρωθυπουργό Κορυζή αναγγέλλοντας την επίθεση των ναζιστικών στρατευμάτων. Η υπεροπλία του γερμανικού στρατού ήταν δεδομένη. Στις 8 Απριλίου, οι Γερμανοί έχουν ήδη ξεχυθεί στην κοιλάδα του Αξιού, ύστερα από ανασύνταξη (έτσι λέγεται η υποχώρηση στα …στρατιωτικά) των ελληνικών δυνάμεων και τη μη συμφωνία του στρατάρχη Παπάγου με τους Άγγλους. Ο Παπάγος, μετά τη πτώση του νοτιογιουγκοσλαβικού μετώπου, εκδίδει διαταγή (8 Απριλίου 1941) στο στρατηγό της στρατιάς της ανατολικής Μακεδονίας (ΤΣΑΜ) ότι σε περίπτωση ελλείψεως εμποδίων ή κύκλωσης των στρατευμάτων, που θα καθιστούσε την αντίσταση ανέφικτη, να επιδιώξουν συνθηκολόγηση,[21] όπως και σχεδόν άμεσα έκανε ο στρατηγός Μπακόπουλος.

Η κατάσταση, πλέον, στον ελληνικό στρατό έγινε από πολύ δύσκολη έως τραγική. Με την επίθεση των γερμανών από τη νότια Γιουγκοσλαβία (τώρα Σκόπια), τα ελληνικά στρατεύματα της Ηπείρου βρέθηκαν να βάλλονται ανηλεώς. Η γερμανική υπεροπλία, η κόπωση των φαντάρων και η απροθυμία του αγγλικού κράτους να δώσει ουσιαστικές μάχες στον ελλαδικό χώρο σκοπεύοντας να θυσιάσει τους στρατιώτες του στη βόρεια Αφρική προς δόξαν της Αγγλικής κυριαρχίας, προδιέγραφε μια τεράστιου μεγέθους αιματοχυσία.

Παρ’ όλα αυτά, ο βασιλιάς Γεώργιος Β’ στο διάγγελμα του την 6η Απριλίου 1941 καλεί τον ελληνικό λαό και στρατό να «την υπερασπισθή και έναντι του νέου εχθρού, μέχρις εσχάτων.[..]Ο αγώνας μας θα είνε σκληρός, τραχύς, αμείλικτος. Δεν θα ορωδήσωμεν προ ουδενός πόνου, δεν θα σταματήσωμεν προ ουδεμιάς θυσίας». Στην ουσία θυσίαζε του φαντάρους, προς χάριν της υποχωρήσεως με ασφάλεια των βρετανικών στρατευμάτων από το ελληνικό έδαφος. Όμως, ο ίδιος, η οικογένεια του, οι υπουργοί και ανώτεροι δημόσιοι υπάλληλοι αρχίζουν ήδη να εγκαταλείπουν τη χώρα, ζητώντας από τον στρατό να σκοτωθεί, για να μπορέσουν να σωθούν τα «εθνικά σύμβολα».[22]

Ο αντιστράτηγος Τσολάκογλου, αναφέρει στα απομνημονεύματα του ότι ο Παπάγος αδυνατούσε να πάρει αποφάσεις, προωθώντας τα αιτήματα των στρατηγών για απάντηση στην κυβέρνηση, με αποτέλεσμα η ασφαλής υποχώρηση να μην είναι εφικτή από ένα σημείο και μετά. Το ίδιο αναφέρει και για τη κυβέρνηση, όπου αρμόδιοι οι οποίοι μη έχοντες γνώση των συνθηκών, που επικρατούσαν, οδήγησαν το στράτευμα σε ολέθριες καταστάσεις λόγω αναβλητικότητας.

Στις 12 Απριλίου οι Βρετανοί έχουν υποχωρήσει χωρίς να δώσουν μάχη παρασύροντας και άλλες ομάδες Ελλήνων στρατιωτών προς άτακτη υποχώρηση. Η καθυστέρηση στη λήψη των αποφάσεων, οδήγησε πλέον στην άτακτη υποχώρηση των ελλήνων φαντάρων και αξιωματικών, που, βαλλόμενοι από την γερμανική αεροπορία, είχαν μεγάλες απώλειες. Για να γίνει αντιληπτό το μέγεθος της σφαγής αρκεί να αναφερθεί ότι οι ανθρώπινες απώλειες την μεγάλη εβδομάδα του 1941 (14-18 Απριλίου 1941) ήταν διπλάσιες από τις συνολικές ανθρώπινες απώλειες από την έναρξη του πολέμου μέχρι τις 10 Απριλίου του ’41.[23]

Οι Γερμανοί, μετά την κατάληψη της Θεσσαλονίκης, είχαν πλαγιοκοπήσει τη στρατιά της Ηπείρου. Η κατάσταση στο στράτευμα αυτό χειροτέρευσε, αφού εκτός από την τάση για αυτομόληση, υπήρξε απροθυμία των φαντάρων να πολεμήσουν όσες φορές υπήρχε επαφή με τα γερμανικά στρατεύματα. Το ηθικό, είχε κλονιστεί σε επικίνδυνο βαθμό και στρατιωτικές μονάδες διαλύονταν. Όσοι από τους στρατιώτες είχαν εξαπατηθεί ή αυταπατηθεί κατεβλήθησαν από απογοήτευση όχι μόνο από την μη ενίσχυση από τις βρετανικές δυνάμεις αλλά και από την «έλλειψιν στοργής και ενδιαφέροντος από το Κέντρον» (εννοεί την κυβέρνηση στην Αθήνα).[24] Οι διοικητές των μονάδων του Τμήματος Στρατιάς Ηπείρου, άπαντες έκριναν «άσκοπο τον περαιτέρω αγώνα». Θρασύτατα, ο βασιλιάς Γεώργιος Β’ (ο κατά τους Άγγλους «χρήσιμος») εκδίδει στις 15 Απριλίου διαταγή για συνέχιση του «αγώνος μέχρις εσχάτων» και απαγορεύει κάθε σκέψη συνθηκολόγησης.

Με το θάνατο (το αν ήταν αυτοκτονία ή δολοφονία παραμένει ένα αναπάντητο ερώτημα) του πρωθυπουργού Κορυζή και τους πολιτειακούς «άρχοντες» να το έχουν βάλει στα πόδια, ο μητροπολίτης Ιωαννίνων Σπυρίδων και ο αντισυνταγματάρχης Μπαλής επιδίδουν επιστολή στον αντιστράτηγο Τσολάκογλου από τον υποστράτηγο Μπάκο, σε συμφωνία με τον αντιστράτηγο Δεμέστιχα, που ανέφερε ότι τον εξουσιοδοτούν ως αρχαιότερο να αναλάβει τη διοίκηση της στρατιάς Ηπείρου και Μακεδονίας, και να ζητήσει «ανακωχήν παρά των Γερμανών» γιατί «δεν πρέπει να ανεχθώμεν να μας προδίδουν οι εν Αθήναις ανάλγητοι και αργυρώνητοι […] ούτε πρέπει να ανεχθώμεν το αίσχος να μας διοική ο ανόητος Κοτζιάς και να κανονίζη την τύχην της Πατρίδος και των σφαγιαζομένων τέκνων της», καθώς και να συστήσει κυβέρνηση ή διευθυντήριο στα Ιωάννινα.

Ο αντιστράτηγος Τσολάκογλου, με γνώση της πραγματικότητας και του γεγονότος ότι οι φαντάροι όχι μόνο λιποτακτούσαν, αλλά και πως έστρεφαν τα όπλα τους εναντίον των αξιωματικών και σε κάποιες περιπτώσεις τους πυροβολούσαν, ότι ολόκληρα τμήματα μεραρχιών διαλύονταν, ότι γενικότερα επικρατούσε «αναρχία» και, τέλος, ότι μία ολόκληρη γενιά θα σφαζόταν και όλος ο ελλαδικός χώρος θα μεταβαλλόταν «εις απέραντον νεκροταφείον» εάν δεν γινόταν συνθηκολόγηση, ξεκίνησε αυτήν τη διαδικασία, θεωρώντας πως δεν είχε δικαίωμα να επιτρέψει κάτι τέτοιο. Αλλά, ταυτόχρονα, απέκρουσε κάθε πιθανότητα σχηματισμού κυβέρνησης στα Ιωάννινα, με την άποψη πως «η ανάμιξις της Πολιτικής εις την ανακωχήν [..] θα ήτο αφορμή διασπάσεως της Εθνικής Ενότητας και απομακρύνσεώς μας από την συμμαχίαν της Αγγλίας μετά της οποίας συνεταυτίσαμεν την τύχην της Ελλάδας».[25]

Μετά από τα όσα εκτέθηκαν το συμπέρασμα είναι ξεκάθαρο. Πάντως, δεν είναι αρκετό να λέγεται ότι οι εξουσιαστικοί πόλεμοι είναι σφαγεία για τους ανθρώπους, πρέπει και να γίνεται προσπάθεια να αποδεικνύεται σε κάθε ευκαιρία. Στην περίπτωση μάλιστα της «ένδοξης» 28ης Οκτωβρίου 1940 είναι συνταρακτικό το γεγονός πως οι κυβερνώντες δεν είχαν τον παραμικρό ενδοιασμό να οδηγήσουν στην εξόντωση χιλιάδες ανθρώπους για να διασφαλίσουν τα συμφέροντα των εκάστοτε κυρίαρχων (στην προκειμένη περίπτωση της Αγγλικής κυριαρχίας).

Όμως, αυτή η απαξίωση γίνεται πιο αποτροπιαστική αν αναλογιστούμε πως αυτού του είδους η επιμονή στην εξόντωση των ανθρώπων που βρίσκονταν στον ελλαδικό χώρο διαρκεί σ’ όλη τη δεκαετία του 1940. Μόνο κατά την περίοδο της κατοχικής πείνας πέθαναν 260.000 άνθρωποι. Και δεν μπορεί να πιστέψει κανείς πως ο αποκλεισμός που επιβλήθηκε από τους συμμάχους μετά από την τριπλή κατοχή του ελλαδικού χώρου θα μπορούσε να πλήξει τα στρατεύματα κατοχής. Ήταν μια ευθεία βολή κατά του πληθυσμού με συνταρακτικά αποτελέσματα.

Φαίνεται πως ο βαθμός επικινδυνότητας των ανθρώπων καθορίστηκε από τους αγώνες που ανάπτυξαν ενάντια στην καταπίεση κι εκμετάλλευση τα χρόνια που προηγήθηκαν της κατοχής. Αυτός είναι ο λόγος που οι φτωχοί και οι κατατρεγμένοι του ελλαδικού χώρου έγιναν βορά στις επιδιώξεις των κάθε είδους εξουσιαστικών βλέψεων. Αυτός ο δυναμισμός θα έπρεπε όχι μόνο να εγκλωβιστεί με εξουσιαστικές λογικές, αλλά και να αξιοποιηθεί για την εκπλήρωση των στόχων της εκάστοτε πλευράς των κυρίαρχων. Αυτός ο κόσμος έπρεπε να κατακρεουργηθεί για να μπορέσει να στερεωθεί το σύστημα εξουσίας κι εκμετάλλευσης.

Οι σκλάβοι είναι αναλώσιμοι. Αυτή είναι η πραγματικότητα για τους εξουσιαστές. Και είναι μια αλήθεια που στη δεκαετία που προαναφέραμε επιβεβαιώθηκε με τον πλέον καταστροφικό και αιματηρό τρόπο. Επειδή τη σκυτάλη, μετά το Βασιλιά Γεώργιο Β’ και τους συμμάχους, πήρε το ΚΚΕ, που μέσα από δύο αλλεπάλληλες σφαγές, το 1944-45 και το 1946-49, έκλεισε τον κύκλο των θυσιών για την υπηρέτηση των εξουσιαστικών και κατακτητικών επιδιώξεων της Σοβιετικής Ένωσης υπό τον Στάλιν, αυτή τη φορά.

«Θα τηρήσωμεν το λόγο της τιμής μας», είχε δηλώσει ο Μεταξάς.

«Εκπληρώσαμε το διεθνιστικό μας καθήκον», δήλωσε ικανοποιημένος, μετά τις σφαγές και την ερήμωση της περιόδου 1946-1949, ο αδίστακτος εγκληματίας Νίκος Ζαχαριάδης.

Π.

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ

[1] Η κυβέρνηση Ι. Μεταξά έλαβε ψήφο εμπιστοσύνης από τη βουλή με 240 ψήφους. Επίσης η ίδια η βουλή είχε αποφασίσει την αναστολή της λειτουργίας της μέχρι το Σεπτέμβρη του 1936.

[2] Ο νόμος 4229/1929 «Περί μέτρων ασφαλείας του κοινωνικού καθεστώτος και προστασίας της ελευθερίας των πολιτών» έμεινε γνωστός ως το «Ιδιώνυμο του Βενιζέλου» (είχε ψηφιστεί από την κυβέρνηση Ελ. Βενιζέλου) και βασική του πρόβλεψη είναι η εκτόπιση ανθρώπων λόγω πολιτικών φρονημάτων, τη δημιουργία εσωτερικών εχθρών και πρόληψη του «κομμουνιστικού κινδύνου». (Νάση Μπαλτά, Καθημερινή, 16/11/2003)

[3] Ο Ι. Μεταξάς αναφέρει ότι «την 31 Ιουλίου επιτροπή κομμουνιστών βουλευτών […] εδήλωσεν εις την κυβέρνησιν ιταμώτατα […] «θα κάμουν απεργίαν όχι μόνον είκοσι τεσσάρων ωρών αλλά και σαράντα οκτώ και διακοσίων σαράντα οκτώ ωρών και θα αγωνισθούν εις τα πεζοδρόμια μέχρις ότου επιβάλουν τη θέληση των». Λόγοι και σκέψεις 1936-1941, Ι. Μεταξάς, τόμος πρώτος 1936-1938.

[4] Λόγοι και σκέψεις 1936 -1941, Ι. Μεταξάς, τόμος πρώτος 1936 -1938.

[5] Οι οικονομικές συνθήκες στην περίοδο της δικτατορίας της 4ης Αυγούστου – Κωνσταντίνος Τενεκετζής, Διδάκτωρ Δημοσίου δικαίου και Πολιτικών επιστημών. Αναφορά από: Τσουκαλάς Κώστας, Η ελληνική τραγωδία. – Από την απελευθέρωση ως τους συνταγματάρχες, έκδ. Νέα Σύνορα, Αθήνα, 1981, σ. 44. Επίσης, Λιναρδάτος Σ., Η 4η Αυγούστου, Ανδρικόπουλος Γ., Οι ρίζες του ελληνικού φασισμού.

[6] Οι οικονομικές συνθήκες στην περίοδο της δικτατορίας της 4ης Αυγούστου – Κωνσταντίνος Τενεκετζής, Διδάκτωρ Δημοσίου δικαίου και Πολιτικών επιστημών. Αναφορά από: Χατζηιωσήφ Χρήστος, «Το «όχι» του Μεταξά», Η Ελλάδα του ’40, Επιστημονικό συμπόσιο 19 και 20 Απριλίου 1991, έκδ. Εταιρία σπουδών νέου ελληνικού πολιτισμού και γενική παιδεία, Εκτύπωση 1993, σ. 242.

[7] Οι οικονομικές συνθήκες στην περίοδο της δικτατορίας της 4ης Αυγούστου – Κωνσταντίνος Τενεκετζής, Διδάκτωρ Δημοσίου δικαίου και Πολιτικών επιστημών. Αναφορά από: Καθολική, 30/7/1936, σ. 1. Πρ λ., Κολιοπουλου Ιωάννη, Η δικτατορία του Μεταξά και πόλεμος του ’40. – Οι σχέσεις τη Ελλάδας με τη Βρετανία (1935-1941), έκδ. Βάνια , Θεσσαλονίκη, 1994, σ. 92. Λιναρδάτος Σ., Η 4η Αυγούστου, σ. 137. Mazower M.,σ. 177.

[8] 3η ολομέλεια κ.κ.ε., Φλεβάρης 1937. Αναφορά από: Άγης Στίνας – ΕΑΜ-ΕΛΑΣ-ΟΠΛΑ έκδ. Διεθνής Βιβλιοθήκη, 1984

[9] 5η ολομέλεια κ.κ.ε., Φλεβάρης 1939. Αναφορά από: Άγης Στίνας – ΕΑΜ-ΕΛΑΣ-ΟΠΛΑ έκδ. Διεθνής Βιβλιοθήκη, 1984

[10] Μανιφέστο της Κ.Ε. του κ.κ.ε. – Ριζοσπάστης 2 Μαΐου 1940. Αναφορά από: Άγης Στίνας – ΕΑΜ-ΕΛΑΣ-ΟΠΛΑ έκδ. Διεθνής Βιβλιοθήκη, 1984

[11] Μανιφέστο της Κ.Ε. του κ.κ.ε. – Ριζοσπάστης 2 Μαΐου 1940. Αναφορά από: Άγης Στίνας – ΕΑΜ-ΕΛΑΣ-ΟΠΛΑ έκδ. Διεθνής Βιβλιοθήκη, 1984

[12] Άγης Στίνας – ΕΑΜ-ΕΛΑΣ-ΟΠΛΑ έκδ. Διεθνής Βιβλιοθήκη, 1984

[13] Απομνημονεύματα, αντιστράτηγου Γ. Τσολάκογλου,1959.

[14] Λόγοι και σκέψεις 1936 -1941, Ι. Μεταξάς, τόμος δεύτερος, 1939 -1941.

[15] Το πιο εύρωστο τμήμα του ελληνικού κεφαλαίου αποτελούσε η εμπορική ναυτιλία και κατ’ επέκταση το ναυτιλιακό κεφάλαιο. Παρά τη διεθνή οικονομική ύφεση, και τη ναυτιλιακή κρίση του 1937 (εξ αιτίας του ισπανικού εμφυλίου πολέμου), η ελληνική ναυτιλία κατάφερε να αναδειχτεί μέχρι το 1939 σε ένατη ναυτική δύναμη στον κόσμο. Η κήρυξη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, που επέδρασε θετικά στους ναύλους και μείωσε την αργούσα χωρητικότητα του εμπορικού στόλου της χώρας, αποτέλεσε για το ναυτιλιακό κεφάλαιο πηγή κερδών, καθώς η ελληνική ναυτιλία τάχθηκε αμέσως στο πλευρό των συμμάχων. Η ναυτιλία ήταν ο μόνος κλάδος της οικονομίας, που βρισκόταν μακριά από κάθε έλεγχο. Ο Ι. Μεταξάς το 1938 αναγνώριζε ότι «η μεγάλη ναυτιλία τη Ελλάδος αναπτύσσεται εις μακρινάς θάλασσας και έξω από την επιρροήν και την επιτήρησιν του Κράτους».

«Οι οικονομικές συνθήκες στην περίοδο της δικτατορίας της 4ης Αυγούστου» – Κωνσταντίνος Τενεκετζής, Διδάκτωρ Δημοσίου δικαίου και Πολιτικών επιστημών Αναφορά από: Δεμαθά Ζ., «Η εξέλιξη βασικών μεγεθών της ελληνική οικονομίας», .π., σ. 153. Επίσης, Μπρακατσούλας Β., .π., σ. 232. Δεμαθά Ζαχαρία , «Πατερναλισμός , λαϊκισμός και καταπίεση», Τα Νέα, 8/8/1986, σ. 29. Ψυρούκη Ν., Ο φασισμός και η 4η Αυγούστου, .π., σ. 98,99.

[16] Λόγοι και σκέψεις 1936 -1941, Ι. Μεταξάς , τόμος δεύτερος 1939 -1941

[17] «40 χρόνια στρατιώτης της Ελλάδας» Θρασύβουλος Τσακαλώτος, στρατηγός,1960.

[18] ΓΕΣ, Επίτομη ιστορία του Ελληνοϊταλικού Πολέμου 1940-1941.

[19] Buckley, Greece and Crete 1941.

[20] Η Ιστορία της Ελλάδας 20ος αιώνας Τόμος Β΄, 1923-1942, Περικλής Ροδάκης. Αναφορά από: Τσώρτσιλ «Απομνημονεύματα» (ελληνική έκδοση) Τόμος 3.

[21] Η Ιστορία της Ελλάδας 20ος αιώνας Τόμος Β΄, 1923-1942, Περικλής Ροδάκης.

[22] Άγης Στίνας – ΕΑΜ-ΕΛΑΣ-ΟΠΛΑ έκδ. Διεθνής Βιβλιοθήκη, 1984.

[23], [24], [25], Απομνημονεύματα, αντιστράτηγου Γ. Τσολάκογλου,1959.

Advertisements
Both comments and trackbacks are currently closed.