Η Πολιτική Βία είναι πάντοτε Φασιστική;

Πρόσφατα, η κυκλοφορία ενός βιβλίου με το προκλητικό τίτλο: «η πολιτική βία είναι πάντοτε φασιστική» (εκδ. Διάπυρον) μας κέντρισε το ενδιαφέρον. Έτσι έγραφε στο εξώφυλλο και αρκετοί —αριστεροί, οικολόγοι, αντιρρησίες, αναρχικοί, αυτόνομοι— συμμετέχουν στην έκδοση με κείμενά τους.

Ο τίτλος, ασφαλώς, δεν θα ήταν καθόλου αξιοσημείωτος, εάν η πολιτική βία συνδεόταν με την εξουσία-θεσμοθετημένης ή έστω θεσμοποιημένης μορφής. Αντί αυτού συναντάμε προσεγγίσεις και απόψεις που με επίκεντρο τη βία εμφανίζονται αντικρουόμενες, συγκεχυμένες και παράλληλα χρησιμοποιούνται ορισμένα ιστορικά παραδείγματα, τα οποία θεωρούμε ότι αποκρύπτουν, ορισμένα σημεία των γεγονότων. Για την έννοια της βίας, έχουν γραφεί πάμπολλες σελίδες αλλά παρ’ όλα αυτά είναι ένα από τα θέματα που πολύ συχνά δημιουργεί αντιπαραθέσεις μέσα στα πλαίσια του κοινωνικού ανταγωνισμού, τις περισσότερες φορές μέσα από ατέρμονες και απέραντες τοποθετήσεις.

Θεωρούμε ότι τα πράγματα γίνονται πιο απλά όταν με σαφήνεια καταγράφουμε τις απόψεις μας, ανεξαρτήτως εάν, πόσους και ποιούς θα δυσαρεστήσουμε. Για παράδειγμα, η άποψη και θέση ορισμένων ότι τάσσονται ενάντια σε κάθε μορφής βία, από όπου και αν προέρχεται, είτε είναι κρατική είτε είναι «κινηματική», παρ’ ότι διαφωνούμε με την προσέγγιση της, είναι ξεκάθαρη και σαφής και αποτελεί την έκφραση της μη βίας, όπως έχει διατυπωθεί από κομμάτι των αντιρρησιών συνείδησης.

Όταν όμως αρχίζουν οι αναλύσεις του «ναι μεν αλλά» ή «την εποχή εκείνη δικαιολογούνταν…» τότε το πιθανότερο είναι ότι κάποιοι θέλουν είτε να αποσιωπήσουν γεγονότα είτε να φωτίζουν άπλετα ένα μόνο μέρος της επιφάνειας της πραγματικότητας, βίαιης ή αντι-βίαιης. Δυο μέτρα και δυο σταθμά δεν χωρούν. Διαφορετικά χρησιμοποιούνται τεχνικές πολιτικής εξαπάτησης. Αυτή η βία είναι καλή ή η άλλη είναι κακή. Για εμάς, λοιπόν, η βία στον κοινωνικό χώρο πηγάζει και αποτελεί αποκλειστικό προνόμιο της κάθε εξουσίας —κρατικής επί το πλείστον— που μέσα από ένα σύνθετο πλέγμα επιβολής κατορθώνει να κυριαρχεί και να επηρεάζει, να διαμορφώνει και να χειραγωγεί τις ζωές μας. Δεν εμφανίζεται μόνο σε σωματική-κατασταλτική μορφή αλλά ψυχολογικά, λεκτικά, σεξουαλικά κ.ά. μέσω απέραντων θεσμοποιημένων εικόνων. Απέναντι σε αυτό, η βία των καταπιεσμένων εκφράζεται είτε ατομικά είτε συλλογικά, με πολύμορφες δράσεις και ενέργειες.

Η κοινωνική βία, για παράδειγμα, αποτελεί μια συλλογική αντίδραση που, όμως, δεν πρέπει να συνδέεται ή να συγχέεται με την αναρχική βία, αφού άλλωστε και αυτή αποτελεί ένα μόνο μέρος της αναρχικής δράσης στην κατεύθυνση πάντα της απελευθερωτικής προοπτικής. Η βία σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να αποτελεί για τους αναρχικούς αυτοσκοπό δράσης, αλλά ένα επιπρόσθετο μέσο ενταγμένο και αυτό στην πληθώρα τόσων άλλων αναγκαίων και απαραίτητων μέσων του κοινωνικού αγώνα. Υπό αυτό το πρίσμα η μηδενιστική βία και η εσχατολογική επιχειρηματολογία, που την συνοδεύει αποτελεί σίγουρα ξένο σώμα στην αναρχική δράση και η οποία δίνει «τροφή» και αφορμές για να επιτεθούν διάφοροι στην κοινωνική βία.

Γράφει, λοιπόν, ο Θανάσης Τριαρίδης: «Η πολιτική βία είναι πάντοτε φασιστική, από όπου κι αν προέρχεται. Όσοι την ασκούν (είτε με το ρόπαλο, είτε με την πέτρα, είτε με το πιστόλι, είτε με τη βόμβα είτε με όποιον άλλο τρόπο) είναι διαφόρων διαβαθμίσεων νεοναζί. Και όσοι σιωπούμε απέναντι σε τούτη την πολιτική βία, είτε περιμένοντας να δούμε αν αυτοί που την άσκησαν είναι οι «δικοί μας» «καλοί» δολοφόνοι ή οι «κακοί άλλοι», είτε θεωρώντας πως με τη σιωπή μας υπηρετούμε την ηθική τάξη της «ανώτερης ιδεολογίας» μας, είμαστε αδιαβάθμητοι συνένοχοι».

Οι γραμμές αυτές και άλλες παρόμοιες γράφτηκαν με αφορμή τόσο της δολοφονίας των υπαλλήλων της Μαρφίν στη Σταδίου όσο και του 15χρονου Αφγανού στα Πατήσια μετά από έκρηξη βόμβας. Και τα δυο γεγονότα, πράγματι προϊόντα μηδενιστικής αντίληψης και αποτρόπαια από κάθε άποψη, χρησιμοποιούνται από ορισμένους για να επιτεθούν στην βία, γενικά, συλλήβδην και αόριστα. Κατ’ αρχήν, με ποια λογική (ορθολογική ή μη) εξομοιώνεται το πέταγμα μιας πέτρας με τη χρήση ενός όπλου ή μιας βόμβας, ως προς την δυναμική της προκληθείσας ενέργειας και της απόδοσης χαρακτηρισμού; Γιατί και ποιος εξυπηρετείται με το να εξισώνεται η βία του εξουσιαστή με τη βία του εξουσιαζόμενου; Στα πλαίσια της εξουσιαζόμενης κοινωνίας διαμορφώνονται πάμπολλα δίπολα ιεραρχικών σχέσεων, όπως αφεντικό – εργάτης, δάσκαλος – μαθητής, άνδρας / φαλλοκράτης – γυναίκα κλπ. που αποτυπώνουν ανάγλυφα στοιχεία δομών της κρατικής κοινωνικής οντότητας. Βάσει λοιπόν της παραπάνω αντίληψης περί φασιστικής βίας, εάν ένας άνδρας / φαλλοκράτης ασκεί διαφόρων μορφών βία στο υποκείμενο, οφείλουμε να εξισώσουμε την ενδεχόμενη αντίδραση της καταπιεσμένης με εκείνη του καταπιεστή (εκτός και εάν το προσωπικό δεν είναι και πολιτικό, και συνεπώς η ενδοσυζυγική βία δεν μας αφορά!).

Μπορούμε να αντιληφθούμε εύκολα, μονάχα με τη συνδρομή της αναδρομικότητας των βιωμένων καταστάσεων που συντελούνται καθημερινά γύρω μας, ότι η βία που δεχόμαστε, άλλοι περισσότερο και άλλοι λιγότερο, είναι διαρκώς υπαρκτή. Οι εκφάνσεις της και οι προβολές της είναι άλλοτε εμφανείς και άλλοτε δυσδιάκριτες. Όμως είναι παντού παρούσες γιατί συμβαδίζουν στενά και με τις εξουσιαστικές σχέσεις και συμπεριφορές.

«Πράγματι έρχονται στιγμές που η χρήση βίας δείχνει μονόδρομος», δευτερολογεί ο Τριαρίδης σε άλλο σημείο του βιβλίου, «η αποτρεπτική βία οφείλει να είναι πάντοτε η λιγότερη δυνατή και εκφράζεται μέσα από κοινωνικά θεσμισμένα και δημοκρατικά ελεγχόμενα όργανα (και τέτοιο θα έπρεπε να είναι η αστυνομία – και όχι ο προφανής βραχίονας της κρατικής καταστολής που είναι σήμερα) και σίγουρα όχι από αυτόκλητους σωτήρες που αυτοδικούν για τη δική τους υποκειμενική αλήθεια, διεκδικώντας να επιβάλουν τη δική τους σωτηρία ή τον δικό τους όλεθρο». Εδώ πράγματι κάποιοι λεκτικοί υπερβατισμοί ή δεν είναι πλήρως αντιληπτοί από τον δότη ή συγχέονται, ώστε να μην παράγεται κανένα αποτέλεσμα και γόνιμος προβληματισμός.

Τα πράγματα, θεωρούμε, ότι είναι απλά. Όταν διατυπώνεται η θέση ότι «η πολιτική βία είναι πάντοτε φασιστική» δεν χωράνε εξαιρέσεις και μονόδρομοι. Γιατί τότε πράττεται το κλασικό παράδοξο του Επιμενίδη του Κρητικού γνωστό και ως «το παράδοξο του ψεύτη», ότι «όλοι οι κρητικοί είναι ψεύτες». Αν είναι αλήθεια ότι όλοι οι κρητικοί είναι ψεύτες, τότε ο Επιμενίδης, καθότι κρητικός, ψεύδεται με τη δήλωσή του. Πότε λέει την αλήθεια; Όταν ψεύδεται. Πότε ψεύδεται; Όταν λέει την αλήθεια! Οι κατά το δοκούν και κατ’ επιλογή ερμηνείες και αναλύσεις ποτέ δεν ωφέλησαν, επί μακρόν, κανέναν και δη τον κοινωνικό αγώνα. Αλλά, δυστυχώς, αυτό είναι το αποτέλεσμα γενικεύσεων και ισοπεδωτικών αντιλήψεων, που επικαλούνται κιόλας τη χρήση δημοκρατικών οργάνων για να νομιμοποιηθεί η χρήση αυτού που πρωτύτερα είχε χαρακτηριστεί φασιστική.

Από την άλλη θα συμφωνήσουμε ότι «η ιστορία απέδειξε πως καμιά αντιπρόταση που δομήθηκε πάνω στη βία (υπογραμμίσεις δικές μας) δεν οδήγησε σε οποιαδήποτε κοινωνική/δικαιωματική κατάκτηση ή πολιτική χειραφέτηση – ίσα-ίσα προσέφερε πρώτης τάξεως άλλοθι στην εξουσία, στην κλιμακούμενη αυθαιρεσία της και τους κάθε λογής ολοκληρωτισμούς της», ούτε όμως και η μη βία απέφερε στο ανθρώπινο είδος ευτυχέστερες μέρες όπου η ιεραρχία ήταν παρούσα. Άλλωστε, «σκοπός της αναρχικής βίας, αλλά και της εν γένει απελευθερωτικής, δεν είναι οι τεράστιες καταστροφές και οι σωροί πτωμάτων από το αντίπαλο στρατόπεδο. Σκοπός —εκτός από την έμπρακτη συμβολή, ώστε να μπορέσει στη συνέχεια ο κόσμος να ξεπεράσει με τη δική του δυναμική τα εμπόδια που του βάζουν οι εξουσιαστές-εκμεταλλευτές— είναι η επιτυχής έκβαση μιας μάχης. Αυτό συμβαίνει επειδή η αναρχική θεώρηση και πρακτική δεν διακατέχεται από το σύνδρομο της βίας, ούτε προσδοκά την δημιουργία ενός ανεξούσιου κόσμου, κύρια με τη χρήση της αναρχικής βίας».(Συσπείρωση Αναρχικών, Διαδρομή Ελευθερίας φ.95, Ιούλιος 2010).

Σε άλλο σημείο του βιβλίου ο Αλέκος Γεωργόπουλος, γράφει αναφορικά με την εξέγερση του Πολυτεχνείου 1973: «Από μια ειρωνεία της τύχης, όμως, η κορυφαία πράξη αντίστασης του ελληνικού λαού ήταν μια μαζική μη βίαιη εκδήλωση πολλών «μεγατόνων», με λουλούδια, αντιστασιακά συνθήματα, μαζικότατη συμπαράσταση που μετατράπηκε σε αλληλεγγύη από δεκάδες χιλιάδες κόσμο και με έναν ραδιοφωνικό σταθμό που διασάλπισε τα αντιστασιακά μηνύματα με πρωτοφανή εμβέλεια για τα δεδομένα της εποχής».

Μέγα ψέμα! Αυτή απλά είναι η ετήσια επετειακή τηλεοπτική μεταφορά των γεγονότων, που δυστυχώς αναπαράγεται άθελα ή όχι, από κάποιους βγάζοντας ταυτόχρονα και συμπεράσματα. Οι συγκρούσεις με τις αστυνομικές δυνάμεις τις τρείς μέρες του Νοέμβρη ’73 ήταν σφοδρές με πολλούς τραυματίες και νεκρούς και λάμβανε χώρα σε μεγάλη απόσταση από το Πολυτεχνείο (Μακρυγιάννη, Σταδίου, Αχαρνών κ.ά.) με το στήσιμο δεκάδων οδοφραγμάτων. Το τέχνασμα που χρησιμοποιείται, με τη χρήση προκαθορισμένου αποτελέσματος και την έκφραση μέσου που μας βολεύει, είναι κάτι που συχνά γίνεται στην φιλοσοφία αλλά στην ιστορία ενέχει κίνδυνο έκθεσης στην αλήθεια.

Και συνεχίζει παρακάτω: «η βίαιη πάλη είναι επίσης αντιδημοκρατική, διότι οι συνθήκες μυστικότητας κάτω από τις οποίες λειτουργούν οι βίαιες ομάδες αποκλείουν τη συμμετοχή στη λήψη των αποφάσεων όχι μόνο της πλειοψηφίας του πληθυσμού, αλλά και αυτών των ίδιων των μελών τους».

Δηλαδή, για να το καταλάβουμε καλύτερα. Το πρόβλημα είναι η άσκηση βίας ή ότι δεν παίρνεται η απόφαση με δημοκρατικές διαδικασίες; Εάν, δηλαδή, μέσω δημοψηφίσματος πλειοψηφούσε η άποψη για βία/πόλεμο κλπ δεν υπάρχει καμία αντίρρηση; Μα, και η σφαγή των Μηλίων από τους Αθηναίους δημοκρατική ήταν, πέρα για πέρα και πραγμάτωσε μια απόλυτη γενοκτονία, όπου δεν επέζησε ούτε ένας άνδρας ενήλικας. Το μέσο λήψης μιας απόφασης δεν είναι δυνατό να εξωραΐζει το μέσο επίτευξης και υλοποίησής της. Όπως ο σκοπός δεν αγιάζει τα μέσα, έτσι και τα μέσα δεν καθαγιάζουν το σκοπό.

«Μη βίαιες παρεμβάσεις γίνονται κυριολεκτικά κάτω από τη μύτη μας στην καθημερινή ζωή, αποδεικνυόμενες εξαιρετικά αποτελεσματικές, όπως π.χ. η πρόσφατη κινητοποίηση επαγγελματιών και ενεργών κατοίκων που κατάφεραν να απαλλάξουν την πλατεία Εξαρχείων από τους διακινητές ναρκωτικών –κάτι που δεν το είχαν καταφέρει τα ΜΑΤ εδώ και 25 χρόνια– αλλά και η μαζική άρνηση εκατοντάδων χιλιάδων ΙΧ-δων να πληρώσουν τα διόδια σε εταιρείες που κατά πάσα πιθανότητα δεν έχουν νόμιμες συμβάσεις».

Για την «απαλλαγή» της πλατείας από τους διακινητές και τη μεταφορά τρία στενά πιο κάτω έχουν γραφτεί αρκετά πράγματα και εδώ και αλλού, αλλά ένα είναι το σίγουρο ότι τίποτα δεν έχει γίνει αναίμακτα. Επειδή η βία που ασκήθηκε όχι μόνο αναίμακτη δεν ήταν αν θυμηθεί κάποιος τα σπασμένα κεφάλια χρηστών και μικροδιακινητών, στο όνομα της δήθεν κάθαρσης από πρεζέμπορους, αλλά και ψυχολογική η οποία εκδηλώθηκε και με την διαπόμπευση χρηστών…

Όσον αφορά το θέμα των διοδίων, η άρνηση πληρωμής και το σήκωμα της μπάρας από τον ίδιο τον οδηγό, δεν αποτελεί κατ’ εμάς «μη βίαιη παρέμβαση» αλλά αντίθετα συνειδητή, δημιουργική, βίαιη ανυπακοή. Είναι μια άσκηση βίας όχι καταστροφικής, δεν σπάω τίποτα-δεν καταστρέφω, αλλά δημιουργικής αντίστασης με την άσκηση τόσης βίας όσης μου χρειάζεται ώστε να μην πληρώσω τα επιβαλλόμενα από το κράτος διόδια.

Η παγκόσμια ανθρώπινη ιστορία βρίθει εκατοντάδων εξεγέρσεων και αντιστάσεων απέναντι σε μισητά και καταπιεστικά καθεστώτα. Η επίκληση της πάγιας και διαρκούς αρχής τής μη βίας, είπαμε και στην αρχή ότι δεν μας βρίσκει σύμφωνους αλλά είναι μια ξεκάθαρη στάση. Δεν ισχύει το ίδιο όμως για εκείνους που καταφέρονται ενάντια στην κοινωνική βία αλλοιώνοντας στοιχεία από καταστάσεις, γεγονότα και συμβάντα. Έχει ειπωθεί ότι η κοινωνική βία είναι αναποτελεσματική και ουσιαστικά την επιστρέφει με περισσότερη καταστολή το κράτος. Πράγματι πολλές φορές η κοινωνική βία παρότι είχε (άλλοτε σαφή και άλλοτε απροσδιόριστα) απελευθερωτικά χαρακτηριστικά είτε ηττήθηκε με περισσότερη καταστολή είτε κατασκεύασε ένα νέο εξουσιαστικό καθεστώς με περισσότερο δημοκρατικό ή σοσιαλιστικό πρόσωπο. Δηλαδή η εξέγερση νόμισε ότι νίκησε αλλά στην ουσία ηττήθηκε, αν εξετάσομε το γεγονός από αναρχική οπτική. Πρέπει να γνωρίζουμε σε αυτή τη περίπτωση ότι παρ’ ότι, για εμάς τους αναρχικούς, η βία ασκείται μόνο με απελευθερωτική προοπτική, δεν ισχύει το ίδιο για άλλα κομμάτια αγωνιζόμενων ανθρώπων, που εξεγέρθηκαν για την δημοκρατία και το κομμουνισμό. Το να λέμε ότι η βία που ασκήθηκε είναι αναποτελεσματική επειδή, δεν ήταν απελευθερωτική αφορά μόνο την κριτική ως προς το πρόταγμα και όχι ως προς το μέσο. Δηλαδή, στο Πολυτεχνείο του ΄73 η παρουσία των αναρχικών ήταν υπαρκτή, αλλά ελάχιστη ποσοτικά σε σχέση με τις αριστερές ομάδες και οργανώσεις που ζητούσαν δημοκρατία. Αυτή ήθελαν και με βίαιο τρόπο την απαιτούσαν.

Αντίστοιχα στην Ουγγαρία το ’56 και στην Τσεχοσλοβακία το ’68 απέναντι στα σοσιαλιστικά καθεστώτα, η βία είχε την τάση αποδέσμευσης από την κόκκινη τυραννία της μαμάς Σοβιετικής Ένωσης, που τελικά τις κατέπνιξε στο αίμα. Με βάση την αρχή της μη βίας ή, το χειρότερο, της άποψης ότι η πολιτική βία είναι πάντοτε φασιστική καμία εξέγερση δεν έπρεπε να γίνει: ούτε εκεί ούτε στην Ισπανία το ’36 ούτε πουθενά.

Επίσης, η απόδοση μιας κατάστασης ως εξέγερση για παράδειγμα, πραγματοποιείται είτε μετά το πέρας είτε σε μεταγενέστερο στάδιο από τις αρχικές συγκρούσεις. Οι πρώτες ομάδες φοιτητών και άλλων ατόμων που συγκρούστηκαν με την αστυνομία το Μάη του ’68 δεν μπορούσαν να γνωρίζουν ούτε την ένταση των εξεγερτικών γεγονότων ούτε την έκταση αυτών. Εκ των υστέρων αποτέλεσαν μέρος μια εξέγερσης, και συνεπώς έγινε αποδεκτή η βίαιη στάση τους. Αυτό επισημαίνεται γιατί πολλοί αποδέχονται τη κοινωνική βία μόνο σε ιστορικές εξεγερτικές στιγμές, που όμως κρίνονται με τη στατικότητα και την ασφάλεια του παρελθόντος και του πεπερασμένου γεγονότος. Δηλαδή, βάσει της ανάλυσης των κριτικών της βίας, που αποδέχονται τη κοινωνική βία, αυτός που στη ζώσα κατάσταση ήταν «μπαχαλάκιας», μεταγενέστερα και εκ του αποτελέσματος είναι ένας εξεγερμένος.

Τέλος, οι Γιάννης Κορομηλάς, Κώστας Μπακόπουλος, Θανάσης Πολλάτος, Παναγιώτης Σιαβελής (μέλη της ομάδας Αυτονομία ή Βαρβαρότητα) γράφουν: «Κανένας δεν έκανε τίποτα όμως. Κανένας από όσους συμμετέχουμε στις διαδηλώσεις δεν ανέλαβε το βάρος να διαχωρίσει τη θέση του με αυστηρότητα, όλοι πορευόμαστε μαζί με αυτούς τους μικρούς ναζί γιατί θεωρούμε ότι βρισκόμαστε στο ίδιο στρατόπεδο, πως είναι «παραστρατημένοι σύντροφοι», πως δεν πρέπει «να κάνουμε δήλωση νομιμοφροσύνης στο κράτος», πως «το κράτος είναι ο μόνος τρομοκράτης», πως οι ρίζες του Κακού βρίσκονται αλλού, πως «φταίει ο Βγενόπουλος που δεν είχε βάλει ρολά» και άλλες μπούρδες που κρύβουν κάτω από το χαλί τις δικές μας ευθύνες».

Προφανώς τα συγκεκριμένα άτομα δεν αντιλήφθηκαν ότι λίγες ώρες μετά το δολοφονικό εμπρησμό της Μαρφίν υπήρξαν ανακοινώσεις, από συλλογικότητες που πλαισιώνουν την Αναρχική Αρχειοθήκη, με σαφείς καταγγελίες και ξεκάθαρη θέση. Όπως, επίσης, ότι και για προγενέστερα συμβάντα που έχουν λάβει χώρα σε πορείες και εκδηλώσεις όλα τα χρόνια της παρουσίας μας στο δρόμο, δεν έχουμε κρυφτεί πίσω από το δάκτυλο μας. Είτε αφορά αγελαίες επιθέσεις σε συντρόφους στα Προπύλαια, είτε επίθεση με μολότοφ σε αριστεριστές στην πύλη της Στουρνάρα, είτε ξυλοκοπώντας «πρεζάκια» στη πλατεία, είτε πουλώντας μπραβιλίκι στο όνομα της αναρχίας, είτε κρατώντας ομήρους και βασανίζοντάς τους, στο Πάντειο πανεπιστήμιο…

Έχουμε κουραστεί να γράφουμε μέσα από τη ΔΙΑΔΡΟΜΗΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ για τις επιπτώσεις της μηδενιστικής βίας, που σκορπά μισανθρωπία και κατασκευάζει αδιέξοδα. Αλλά δεν έχουμε κουραστεί να επαναλαμβάνουμε ότι η βία μπορεί να γίνει εξουσιαστική ακόμα και αν φέρει «αντιεξουσιαστικό» μαντήλι ή μανδύα, όπως και το να παραποιείς ή να αποκρύπτεις την αλήθεια είναι μια φασιστική πράξη. Το τσουβάλιασμα, με την ανυπόστατη διατύπωση «κανένας δεν έκανε τίποτα», είναι μια ολοκληρωτική αντίληψη που προσπαθεί να απενοχοποιήσει αυτούς που την φέρουν. Έχει τη λογική ότι «επειδή εμείς τόσο καιρό το βουλώναμε, το βουλώνατε όλοι». Στην εποχή της ιντερνετικής δικτύωσης που όλα είναι σε θέαση, μπορεί να διαπιστώσει κανείς εύκολα, τα πάντα. Γιατί σημασία δεν έχει μονάχα αν πήρες θέση σε κάτι, είναι και σε ποια χρονική στιγμή τη πήρες, χωρίς ζυγαριές και εκκωφαντικές «σιωπές».

Αναρχικός Πυρήνας Χαλκίδας

Από την ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ, φύλλο 103, Μάρτιος 2011
Both comments and trackbacks are currently closed.