ΠΟΛΙΤΙΚΟΙ ΕΚΒΙΑΣΜΟΙ, «ΣΚΑΝΔΑΛΑ» ΚΑΙ Η ΑΥΛΑΙΑ ΠΟΥ ΠΕΦΤΕΙ…

«Στο σύστημα αυτό υπήρχε μια ισορροπία τρόμου και μια ιδιότυπη ομερτά. Όταν το σύστημα ξέφευγε, υπήρχαν πάντοτε οι “Kορλεόνε” του παρασκηνίου, οι οποίοι κάθιζαν όλους τους εμπλεκόμενους σε ένα τραπέζι και τους εξηγούσαν κυνικά ότι ένας καβγάς διαρκείας θα τους τίναζε όλους στον αέρα. Η λογική είναι απλή: “είμαστε όλοι τόσο εκβιάσιμοι και ευάλωτοι που καλύτερα μην τραβήξει κανείς πιστόλι”».(1)

Mε τα λόγια αυτά, ο συγκεκριμένος δημοσιογράφος, που χαίρει ως γνωστόν ιδιαίτερης εκτίμησης σε σημαντικά υπερατλαντικά κέντρα κυριαρχίας (και όχι μόνο), δεν περιγράφει τον τρόπο επίλυσης διαφορών ανάμεσα στις διάφορες φαμίλιες της Κόζα Νόστρα ή της Καμόρα. Αναφέρεται στις παλιές «καλές» εποχές, όταν οι πολιτικές δυνάμεις στον ελλαδικό χώρο έλυναν τα «προβλήματα» που παρουσιάζονταν με «περίσκεψη» και «νηφαλιότητα».

Οι «εμπλεκόμενοι», όταν «ξέφευγαν» ή υπερέβαιναν τα πολιτικώς επιτρεπτά (ή ανεκτά δεν έχει και μεγάλη διαφορά…) όρια της «ευγενούς άμιλλας», που είχαν θέσει, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, από κοινού έπρεπε να «μαζευτούν». Τον ρόλο αυτό αναλάμβαναν οι «αφανείς», είτε ανήκαν στην οικονομική, είτε στην πολιτική ελίτ, είτε στο χώρο των εκδοτών.

Με το πέρασμα του χρόνου, η οικονομική και πολιτική ελίτ αλληλοκαλυπτόταν ολοένα και περισσότερο, ενώ για τον «χώρο» των ΜΜΕ τα σχόλια πράγματι περιττεύουν, μετά από την εμπειρία και τους νέους ορίζοντες που άνοιξε το πρότυπο Κοσκωτά. Και αν τους παλιούς βιομήχανους και εφοπλιστές τούς χαρακτήριζε μια «συντηρητική» λογική στο κτίσιμο των κατάλληλων σχέσεων με την πολιτική ελίτ, εκείνοι που άρχισαν να τους συναγωνίζονται ή και τους διαδέχθηκαν δεν είχαν παρόμοιες «αναστολές».

Εδώ οφείλουμε, όμως, να κάνουμε μια μικρή παρένθεση για να θυμίσουμε, ότι η λεγόμενη μεταπολίτευση ακριβώς σε μια τέτοια «ομερτά» στηρίχθηκε. Ενώ, δηλαδή, αποδόθηκαν ποινικές ευθύνες παραδειγματικά (ισόβια κάθειρξη) σε ορισμένους πραξικοπηματίες (Παπαδόπουλος, Ιωαννίδης, Πατακός, Μακαρέζος, Ντερτιλής κ.ά.) εκ των οποίων ορισμένοι πέθαναν στην φυλακή αμετανόητοι και χωρίς να ζητήσουν χάρη, ουδέποτε αναζητήθηκαν έστω οι περιλάλητες πολιτικές ευθύνες εκείνων που προσυπόγραψαν την τουρκική κατοχή της βόρειας Κύπρου και βρίσκονταν ανάμεσα στους πρωταγωνιστές του πολιτικού σκηνικού της λεγόμενης μεταπολίτευσης.

Ο εξ ίσου περιβόητος «Φάκελος» της Κύπρου δεν αγγίχθηκε ποτέ ούτε καν για αστείο, για τον απλό λόγο ότι σ’ αυτή την περίπτωση το πολιτικό οικοδόμημα που ονομάστηκε «μεταπολίτευση» θα είχε καταρρεύσει προ καιρού. Και ενώ κατά καιρούς σε διάφορα αφιερώματα παρουσιάζεται επαρκώς η μετάβαση από την μια μορφή κρατικής διαχείρισης στην άλλη, γίνεται μνεία στην μεταβατική κυβέρνηση Μαρκεζίνη, εκεί ακριβώς τα στόματα κλείνουν.

Δεν θα μπορούσε, βέβαια, να εξηγηθεί πως πολιτικοί συμφώνησαν και άλλοι συμμετείχαν σε μια μεταβατική κυβέρνηση και από την άλλη κανείς πολιτικός δεν είχε κάποια σχέση με όσα προηγήθηκαν, ούτε ήταν ενήμερος, ούτε είχε συμφωνήσει στην παραχώρηση εδαφών της βόρειας Κύπρου κατά την μοιρασιά της ευρύτερης περιοχής της Μέσης Ανατολής. Μια παραχώρηση εδαφών για την οποία κανείς βέβαια δεν αρνείται ότι ήταν άμεσα συνδεδεμένη με την «κατάρρευση» της χούντας.

Εδώ, βέβαια, ο ρόλος της αριστεράς είναι ιδιαίτερα σημαντικός. Μια αριστερά που νομιμοποιήθηκε, αφού πρώτα είχε επιδείξει άψογη συμπεριφορά κατά την εξέγερση του Νοέμβρη και την κατάληψη του Πολυτεχνείου, την οποία προσπάθησε αποδεδειγμένα να καταστείλει. Μια αριστερά που πριμοδοτήθηκε στην συνέχεια, επάξια, για την «ομερτά» που επέδειξε και στο Κυπριακό.

Οι υποκριτικές κραυγές, λοιπόν, όλων εκείνων που την τελευταία περίοδο σχίζουν αγανακτισμένοι τα ιμάτια τους για την ατιμωρησία των πολιτικών που τα πήραν, είναι απλά ένα προπέτασμα καπνού που προσπαθεί να κρύψει την πραγματικότητα. Δεν υφίσταται κανενός είδους δίπολο έντιμων και ανέντιμων πολιτικών. Δεν έχει καμία σημασία, τουλάχιστον από κοινωνικής σκοπιάς, αν το τάδε θεσμικό πλαίσιο αλλάξει και την θέση του πάρει το δείνα θεσμικό πλαίσιο που δήθεν θα κατατροπώσει την «διαφθορά». Άλλωστε, οι θεσμικές αλλαγές, όπου και αν έγιναν, όπως λόγου χάρη στην Μ. Βρετανία, στην κατεύθυνση αυτή, το μόνο που απέφεραν ήταν οι πιο δυσδιάκριτες μορφές «σκανδάλων».

Και ακόμα παρά πέρα, οι αναρχικοί δεν θα μπορούσαν να πολεμούν ενάντια στα «σκάνδαλα», αλλά σ’ αυτή καθαυτή την καταπίεση και την εκμετάλλευση, γι’ αυτό και αγωνίζονται για την καταστροφή του κράτους και κάθε μορφής εξουσίας.

Περί τίνος πρόκειται, λοιπόν, για μιαν ακόμη φορά; Μα για τίποτε περισσότερο από μια σφοδρή αφ’ ενός σύγκρουση εξουσιαστικών συμφερόντων που ρυθμίζεται με αλληλοεκβιασμούς, αφήνει πολιτικά έκθετους τους «απρόσεκτους» και αφ’ ετέρου αποτελεί, ενίοτε, το όχημα για την ανανέωση του πολιτικού σκηνικού πάντα σε ελεγχόμενες συνθήκες.

Τα «σκάνδαλα», όπως έχουμε ξαναπεί, μεσολαβούνται από τα ΜΜΕ. Το «φαινόμενο» της «αποκαλυπτικής» δημοσιογραφίας προβλήθηκε δεόντως ως ο αντίποδας στις «αυθαιρεσίες» της εξουσίας, ως μέρος μιας εξουσίας (της επονομαζόμενης και τέταρτης), που ελέγχει τις υπόλοιπες για λογαριασμό της κοινωνίας. Αν και το συγκεκριμένο ψεύδος έχει προ καιρού ξεφτίσει, αφού όλοι παραδέχονται ότι η κοινωνική περιφρόνηση απέναντι στα ΜΜΕ συναγωνίζεται επάξια εκείνη που αφορά τους πολιτικούς και την πολιτική, ας κάνουμε μια παρατήρηση.

Μια επταμελής ομάδα από το Πανεπιστήμιο Νορθγουέστερν των ΗΠΑ, διερεύνησε, στα πλαίσια μιας σχετικής εργασίας, έξι περιπτώσεις «ερευνητικής» δημοσιογραφίας, οι καταγγελίες της οποίας, κατά «διεφθαρμένων» πολιτικών, είχαν δημοσιευτεί κατά την περίοδο 1981-1988. Τι αποδείχθηκε; Μα ότι και στις έξι περιπτώσεις, οι πηγές που τροφοδότησαν με υλικό τους «ερευνητές» των ΜΜΕ, ήταν πρόσωπα που κατείχαν υψηλότατες πολιτικές θέσεις.(2)

Ακριβώς το ίδιο πράγμα θα συναντήσει κανείς, αν ανατρέξει στα «ευρήματα» και τις αποκαλύψεις, που αφορούν το «σκάνδαλο» της Ζίμενς. Συγκεκριμένα κέντρα εξουσίας έσπρωξαν τις «έρευνες», όχι μόνο σε σχέση με τις «συναλλαγές» με το ελληνικό κράτος, κόμματα και πολιτικούς, αλλά και σε σχέση με άλλα κράτη με τα οποία συναλλασσόταν η Ζίμενς. Οι γερμανικές δικαστικές αρχές επέδειξαν στον Χριστοφοράκο και στους λοιπούς, όχι και τόσο λαλίλαστους, μάρτυρες, αλλά και επισήμως διωκόμενα μεγαλοστελέχη (Καραβέλας, Γιούνγκ), να «καταδείξουν» συγκεκριμένα πρόσωπα και να καταθέσουν για συγκεκριμένα πράγματα σχετικά με την υπόθεση. Η σιωπή τους, μάλιστα, εξασφαλίστηκε μέσω της απαίτησης για απομάκρυνση τους από την επικράτεια (λέμε τώρα) του ελληνικού κράτους. Μέσα σ’ αυτό το σκηνικό, με το γερμανικό κράτος (μεταξύ άλλων κρατών) να ορίζει σε μεγάλο βαθμό, όχι βέβαια απλά, την εξέλιξη της επιβολής των όρων του μνημονίου, αλλά και στο έπακρο, κάθε πολιτική εξέλιξη, συγκροτήθηκε η εξεταστική επιτροπή για το «σκάνδαλο» της Ζίμενς.

Αν, λοιπόν, υπάρχει κάποιο σκάνδαλο, αυτό δεν είναι άλλο από την συγκρότηση αυτής της επιτροπής. Και ο λόγος που το λέμε αυτό, δεν είναι ότι ήδη οι «έντιμοι» πολιτικοί έχουν εξασφαλίσει την παραγραφή των αδικημάτων που έχουν διαπράξει οι «άτιμοι», ότι βούιξε ο κόσμος για τα παζάρια ανάμεσα στα κόμματα, για το ποιους πολιτικούς θα συμπεριλαμβάνουν στις λίστες τους, ούτε για τους καταλόγους που πήγαιναν και έρχονταν και από τους οποίους κόβονταν ή προσθέτονταν ονόματα, σύμφωνα με τις πολιτικές επιδιώξεις, είτε της ΝΔ, είτε του Πασοκ, που ξεκαθαρίζουν έτσι και τους εσωτερικούς «λογαριασμούς» τους, είτε των «μικρών» που συμμετείχαν. Το καταπληκτικότερο ήταν η έμμεση ομολογία και μερικές φορές χαμηλοφώνως άμεση, ότι οι δικαστές δεν έδιναν εντολή να ανοιχτούν είτε οι λογαριασμοί των κομμάτων, είτε συγκεκριμένων πολιτικών προσώπων, γιατί υψηλά ιστάμενοι κρατικοί αξιωματούχοι τούς δέσμευαν επικαλούμενοι εθνικούς λόγους!!!

Έτσι, κούτσα-κούτσα, με λίγη «διαφάνεια», λίγη «αυτοκριτική», με την τακτική να καούν τα ήδη καμένα «πρόσωπα», όπως οι παροπλισμένοι Τσοχατζόπουλος, Μαντέλης, Βερελής, Χριστοδουλάκης, αγοράζεται όπως-όπως ο πολύτιμος χρόνος που απαιτείται για κινήσεις αναδίπλωσης του πολιτικού σκηνικού (νόμος περί ευθύνης υπουργών, «νέα» κόμματα, επιδείξεις ανανέωσης πολιτικού προσωπικού, αλλαγή εμβλημάτων των μεγάλων κομμάτων ή και των ονομάτων τους κ.λπ.).

Να κάνουμε, όμως, και μια μνεία ακόμα στην αριστερά της «κάθαρσης», που εμφανίζεται ως η αμόλυντος περιστερά, ή που το πολύ-πολύ σφυρίζει και λίγο αδιάφορα, λες και δεν την αφορά το ζήτημα, όταν κάπου-κάπου ακούγεται η λέξη συγκυβέρνηση και οικουμενική (όταν, δηλαδή, μπήκαν τα νέα θεμέλια της διακομματικής συναίνεσης για τα αλισβερίσια με την Ζήμενς).

Να θυμίσουμε, λοιπόν, ότι τη διάδοχη «λύση» Σημίτη το 1996 –και αργότερα– την στήριξε δεόντως ένα σημαντικό τμήμα της αριστερής διανόησης, που συστηματικά στελέχωσε το εκσυγχρονιστικό στρατόπεδο. Επρόκειτο για την στελέχωση των υπουργείων με αριστερούς ειδικούς συμβούλους, που αποτελούσαν σάρκα εκ σαρκός της λεγόμενης ανανεωτικής Αριστεράς και οι οποίοι συγκρότησαν ένα αριστερό think-tank γύρω από τους «εκσυγχρονιστές» διαχειριστές των κρατικών υποθέσεων.(3) Την ίδια περίοδο είχαμε το «σκάνδαλο» του Χρηματιστηρίου, την ανάθεση των «φιλέτων» στο τομέα του τζόγου με «σκανδαλώδεις» όρους στο φίλο και «σύντροφο» Κόκκαλη, αλλά και στις τηλεπικοινωνίες και πάει λέγοντας. Για ποια, λοιπόν, αμέτοχη αριστερά στα «σκάνδαλα» και στην διακυβέρνηση μπορεί να μιλά κάποιος;

Κλείνοντας, ας κρατήσουμε την εικόνα των μαινόμενων, «άδικα» θιγόμενων, πολιτικών ή μέχρι πρότινος παντοδύναμων υπουργών, που παραπέμπει η εξεταστική για περεταίρω τυχόν διερεύνηση των «ευθυνών» τους, να κατακεραυνώνουν τα μεγάλα κόμματα που καλύπτουν κλέφτες και απατεώνες και σπιλώνουν την πολιτική τους τιμή και ας θυμίσουμε και τα λόγια του Ανδρέα Λοβέρδου στις αρχές του προηγούμενου Οκτώβρη: «Αν η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ δεν τα καταφέρει, τότε πάμε για νέα ιδρυτική πράξη της Ελληνικής Δημοκρατίας. Πάμε για νέο Γουδί, όχι όμως στους στρατώνες, αλλά στην Ελληνική Βουλή».(4)

Και οι στρατώνες δεν είναι άσχημη ιδέα Λοβέρδο. Ας το ξανασκεφτείτε…

Συσπείρωση Αναρχικών

Από τη ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ, αριθμός φύλλου 102, Φεβρουάριος 2011
——————————————————

1. Καθημερινή, Α. Παπαχελάς 13-1-2008, Ελλάδα μια χώρα χωρίς αρμούς.

2. «Στις περισσότερες περιπτώσεις η δημοσιογραφική «αποκάλυψη» αποτελούσε μέρος ενός συνειδητού στρατηγικού σχεδιασμού που είχε θέσει σε εφαρμογή μια «ελίτ πολιτικής», τα μέλη της οποίας προετοίμαζαν το έδαφος για αλλαγή πολιτικής ή αποσκοπούσαν στο «κτίσιμο» της προσωπικής τους φήμης. Η «αποκάλυψη» στα ΜΜΕ μπορεί να γίνει καλύτερα κατανοητή, σύμφωνα με αυτή την αποκαλυπτική προσέγγιση, ως ένα αναπόσπαστο τμήμα της διαχείρισης των ΜΜΕ από την ελίτ όπου το κοινό συχνά παραμερίζεται», Τζέϊμς Καράν, Μέσα Επικοινωνίας και εξουσία.

3. «Έχουμε, έτσι, μία μετατόπιση των αριστερών διανοουμένων από την περιφέρεια του κράτους, τους Ιδεολογικούς Μηχανισμούς και τους θεσμούς οργάνωσης της συναίνεσης και της κοινωνικής αναπαραγωγής, στον σκληρό πυρήνα του κρατικού σχεδιασμού και προγραμματισμού, στην «καρδιά» του κράτους. Θα υποστηρίξουμε την άποψη ότι η μετατόπιση αυτή δεν υπήρξε καιροσκοπική ή πελατειακή, δεν έχουμε ατομικές βασικά στρατηγικές, αλλά ιδεολογική επιλογή και πολιτική τοποθέτηση αυτών των αριστερών ή πάντως «προοδευτικών» διανοουμένων στη συγκυρία. Όσοι αριστεροί διανοούμενοι στηρίζουν τον «εκσυγχρονισμό» προβάλλουν τον ιδιαίτερο ρόλο της διανόησης ως κατηγορίας που συμβάλλει στη συγκρότηση, σε διάλογο με την «κοινωνία», ενός νέου πλαισίου κοινωνικών σχέσεων. Στο πλαίσιο αυτό θα διευρυνόταν η προστασία «παλαιών» και θα γεννιόταν η προστασία «νέων» δικαιωμάτων. (Θέσεις, Τ. 59, Απρίλιος-Ιούνιος 1997, Δημήτρης Μπελαντής, Η στροφή των διανοούμενων: Για την αδιάκριτη γοητεία του «εκσυγχρονισμού» στους αριστερούς διανοούμενους).

4. Συνέντευξη στην εφημερίδα Real Νews, 3-10-2010.

Both comments and trackbacks are currently closed.