Περί «Ασθενείας» του πολιτικού συστήματος ή ανακατεύοντας τη «σούπα» του πολυκομματισμού

Δεν είναι λίγοι εκείνοι που θεωρούσαν πριν, αλλά και μετά, από τα πρόσφατα εκλογικά αποτελέσματα, ότι η «πορεία προς ένα νέο «πολυκομματισμό» θα αποτελέσει το επόμενο διάστημα ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον πείραμα για το ελληνικό πολιτικό σύστημα, που δεν διαθέτει ακόμα ούτε την εμπειρία, ούτε και τα θεσμικά εκείνα εργαλεία απαραίτητα για την απρόσκοπτη λειτουργία του, χωρίς την προστατευτική ομπρέλα των δύο ιστορικών κομμάτων του δικομματισμού».(1) Σημειώνουν δε, επιπλέον, ότι η «απειρία» αυτή, καθώς και το «πρωτόγνωρο» της διαδικασίας αυτής, είναι δυνατόν να εγείρει συγκυριακά ή και μονιμότερα αντανακλαστικά διατήρησης της σημερινής (δικομματικής) μορφής του κομματικού συστήματος.

Είναι όμως έτσι; Μπορεί κανείς να επικαλείται κάποιου είδους «απειρία» του πολιτικού συστήματος ή έλλειψη προετοιμασίας μπροστά στην συγκεκριμένη εκδοχή «σταθεροποίησης» και απόσπασης της κοινωνικής συναίνεσης σε μια κρίσιμη «στιγμή», όταν η λεγόμενη κομματική ταύτιση αποτελεί προ πολλού ένα δείκτη «αστάθειας» του πολιτικού συστήματος ενώ κάποτε καταγραφόταν ως πρώτη και κύρια δικλείδα ασφάλειας και ανανέωσης της εκλογικής πελατείας; Μπορεί κανείς να εντοπίζει την πηγή της αναγκαιότητας για την εξουσία της συγκεκριμένης «μετάλλαξης» ενός σταθερού δικομματισμού προς έναν «νέο και άγνωστο» πολυκομματισμό, στη πρόσφατη περίοδο της επιβολής των νέων όρων καταπίεσης και εκμετάλλευσης μέσω του Μνημονίου ή της «νέας» κατοχής της τρόικας;

Μήπως, ήδη, ακόμα και στην περίοδο της «άνθησης» των οικονομικών μεγεθών της λεγόμενης εκσυγχρονιστικής περιόδου 1996-2001 τα σύννεφα του καπνού είχαν αρχίσει να διακρίνονται στο βάθος του ορίζοντα;(2) Μήπως στην συνέχεια τα σύννεφα αυτά δεν πύκνωσαν όταν από το 2004 έως το 2007 η αθροιστική εκλογική βάση των δύο κομμάτων εξουσίας μειώθηκε σε απόλυτους αριθμούς κατά 10% ή 639.000 άτομα περίπου, μια, εκτός των άλλων, αντανάκλαση των μεγάλων κοινωνικών και οικονομικών αντιθέσεων που αδυνατούσαν οι κομματικοί μηχανισμοί πλέον να εκπροσωπήσουν ή να διευθετήσουν έστω προσωρινά;

Επιπλέον κατά πόσο το ζήτημα της «αδυναμίας» διατύπωσης «καθαρών» θέσεων ενός κόμματος (Πασοκ) ή της ευκρινούς διαφοροποίησης τους από το έτερο κόμμα εξουσίας (ΝΔ) είναι εδώ και καιρό «πρόβλημα» για την σταθεροποίηση του πολιτικού ζητήματος και όχι ζητούμενο;

Η πραγματικότητα, λοιπόν, είναι «λίγο» διαφορετική και η δυνατότητα κατανόησής της περιορίζεται ή εξαλείφεται όταν δεν λαμβάνει κανείς υπ’ όψη το γεγονός ότι οι εξουσιαστές μέσω των διαφόρων δεξαμενών σκέψης αναλύουν, προβλέπουν, προσφεύγουν σε παρελθούσες καταστάσεις και όρους επιβολής για να προχωρήσουν τελικά στις αποφάσεις τους και στους σχεδιασμούς τους. Το γεγονός αυτό δεν σημαίνει ότι δεν λαθεύουν, ότι δεν ολιγωρούν είτε λόγω εσωτερικών αντιθέσεων, είτε λόγω σφοδρών κοινωνικών αντιδράσεων που αρκετές φορές δεν αφομοιώνονται εύκολα. Οι αναρχικοί, λοιπόν, αντιμαχόμενοι την κυριαρχία στο σύνολο της, δεν μπορούν παρά να την αντιμετωπίζουν στην ολότητα της, αναγνωρίζοντας την ενότητα των θεσμών και των μηχανισμών, έτσι όπως αυτοί εμφανίζονται στο πέρασμα πολλών δεκαετιών.

Έτσι, αντιστοιχίες του «νέου» κόμματος ή κίνησης της Μπακογιάννη θα βρει κανείς στο παρελθόν, όπως άλλωστε και διαφορές. Εκείνο που δεν θα πρέπει να διαφεύγει της προσοχής είναι ότι για την λεγόμενη ρευστότητα του πολιτικού σκηνικού προβλέπεται, εκτός από το πολυδοκιμασμένο και στο παρελθόν φάρμακο της «διάσπασης» και της συγκρότησης «νέων» κομματικών σχηματισμών, και η εναλλακτική «ιατρική» της αυτοοργάνωσης (βλ. καμπάνιες δενδροφύτευσης που οργανώνονται από τα ΜΜΕ και πάσης φύσεως αυτοοργανωμένα εγχειρήματα, κινήσεις πολιτών κοκ). Την συνταγή της αυτοοργάνωσης την είχε δοκιμάσει με μεγάλη επιτυχία το Πασοκ στα πρώτα χρόνια της μεταπολίτευσης, στις λεγόμενες τοπικές κοινωνίες ή στις γειτονιές. Μια συνταγή που συνιστάται ειδικά για περιόδους που χαρακτηρίζονται από ιδιαίτερη αδυναμία των κομματικών φορέων να αφομοιώσουν με τις συνήθεις πρακτικές (πελατειακές σχέσεις κλπ) την διάθεση κοινωνικών κομματιών να διαπραγματευθούν ή να θέσουν κοινωνικά αιτήματα.

Ας δούμε, όμως, επί τροχάδην σε ποιο βαθμό «απειρίας» βρίσκονται σήμερα οι κομματικοί σχηματισμοί σε σχέση με το ζήτημα των διασπάσεων και την συγκράτηση της κοινωνικής δυσαρέσκειας μέσω της κατασκευής νέων κομμάτων, μικρών ή μεγάλων, αποχωρήσεων στελεχών κ.ο.κ.

Στο Πασοκ, μεταπολιτευτικά, υπήρξαν ομαδικές διαγραφές, αλλά και βιαιοπραγίες εναντίον όσων τόλμησαν να αμφισβητήσουν το δόγμα όπου «υπέρτατη ιδεολογική και πολιτική αρχή ήταν ο Α. Παπανδρέου», κατά τα λεγόμενα τότε του αξιότιμου κ. Α. Τσοχατζόπουλου. Μέλη και στελέχη, όπως ο Λ. Τζιόλας, ο Ξ. Πελοποννήσιος, η Μ. Κυπριωτάκη-Περράκη, η Μ. Μερκούρη, ο Κ. Λαλιώτης, ο Α. Τρίτσης, ο Απ. Λάζαρης, ο Γερ. Αρσένης, ο Κ. Σημίτης απαξιώθηκαν ή διαγράφτηκαν, ενώ άλλοι, όπως τα μέλη της «Δημοκρατικής Άμυνας» (Σ. Καράγιωργας, Β. Φίλιας, Στ. Νέστωρ κ.ά.), που κάποια στιγμή συνέπραξαν με το Πασοκ ξυλοκοπήθηκαν προς συμμόρφωσιν. Παρ’ όλα αυτά, όπως εύκολα διαπιστώνει κανείς, στη συνέχεια, οι περισσότεροι από τους προαναφερθέντες επέστρεψαν και πάλι στην «στοργική» κομματική αγκαλιά, αναλαμβάνοντας μάλιστα υπουργικά καθήκοντα.(3)

Η μεταπολιτευτική ιστορία των διασπάσεων, από τον οργανωτικό κορμό του Πασοκ, διαφόρων ομάδων στελεχών ξεκινά το 1975, όταν σημαντικό μέρος της οργανωμένης του βάσης αποσπάται από το κόμμα και δημιουργεί την Σοσιαλιστική Πορεία. Η κίνηση συμμετέχει στις εκλογές του 1977 στην Συμμαχία (εκλογικό σχήμα με κύριο φορέα το ΚΚΕ εσ.), για να απορροφηθεί όμως εύκολα, ενώ το μεγαλύτερο μέρος των συμμετεχόντων σ’ αυτήν στελεχών θα βρει τον δρόμο της επιστροφής στο ΠΑΣΟΚ πριν και μετά το 1981. Μικρότερης εμβέλειας κίνηση αποτέλεσε η αποχώρηση της ομάδας των «εαμογενών τροτσκιστών» και η «Κίνηση ΠΑΣΟΚ» (με βάση το ΠΑΣΟΚ Θεσσαλονίκης). Το 1983 θα αποχωρήσει από το ΠΑΣΟΚ ο οργανωτικός του γραμματέας Ν. Καργόπουλος, ο οποίος προχωρεί στην δημιουργία της Κίνησης ΑΣΚΕ.

Η πρώτη σοβαρή διάσπαση που προέκυψε από το ΠΑΣΟΚ καταγράφεται το 1985, όταν μεγάλο κομμάτι της εργατικής-συνδικαλιστικής του βάσης διαφώνησε με την αλλαγή της οικονομικής πολιτικής και αποσχίστηκε από το κόμμα. Εμφανίζονται, λοιπόν, η ΣΣΕΚ (Σοσιαλιστική Συνδικαλιστική Εργατοϋπαλληλική Κίνηση) και το Ελληνικό Σοσιαλιστικό Κόμμα (ΕΣΚ) που είχε επικεφαλής τον Γερ. Αρσένη, τον μέχρις πρότινος «τσάρο» του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας των κυβερνήσεων του ΠΑΣΟΚ. Τα γεγονότα που πυροδότησε το «σκάνδαλο» Κοσκωτά (παραπομπή του Παπανδρέου στο Ειδικό Δικαστήριο κλπ), παρ’ όλα αυτά συσπείρωσαν την εκλογική βάση του Πασοκ που «επέστρεψε» σε «φιλολαϊκές» εξαγγελίες μετά το σταθεροποιητικό πρόγραμμα του 1985 υπό την μπαγκέτα του Κ. Σημίτη, μετέπειτα (1996) εκσυγχρονιστή πρωθυπουργού και διαδόχου του, Α. Παπανδρέου.

Το 1995, μια κομβική για πολλούς λόγους χρονική στιγμή (εξέγερση σε Πολυτεχνείο και εισβολή των κατασταλτικών δυνάμεων, εξέγερση σε Κορυδαλλό, εισαγωγή στο Ωνάσειο του Παπανδρέου), ο Δημήτρης Τσοβόλας θα αποχωρήσει από το ΠΑΣΟΚ και θα ιδρύσει το ΔΗΚΚΙ (Δημοκρατικό Κοινωνικό Κίνημα) για να καταγράψει στις βουλευτικές εκλογές του ’96 ποσοστό 4,5% στις Ευρωεκλογές ’99, επίσης σημαντικό εκλογικό ποσοστό 7%, ενώ η πτώση αρχίζει να σημειώνεται στις βουλευτικές του 2000 με 2,7% για να μειωθεί περεταίρω στις βουλευτικές του 2004 σε 1,8%.

Περνώντας επί τροχάδην στο ΚΚΕ θα σημειώσουμε, μεταπολιτευτικά, τη διαγραφή 400 στελεχών, επειδή δρούσαν «σεχταριστικά και αντιδεοντολογικά» σε μια «στιγμή» που ο Χ. Φλωράκης δήλωνε ότι «τώρα καταργείται ο διχασμός», όταν ο Καραμανλής με πράξη του υπουργικού συμβουλίου καταργούσε τους νόμους περί «κοινωνικών φρονημάτων» στις 26-7-1974. Θα αναφερθούμε επίσης στην μεγάλη διάσπαση του 1989 όταν, λόγω της συμμετοχής στην κυβέρνηση Τζανετάκη, το ΚΚΕ είδε όχι μόνο να το εγκαταλείπουν πλήθος κομματικών στελεχών που συγκροτούν την ΚΝΕ-Γράψα, αλλά και πλήθος ψηφοφόρων που δεν φάνηκε να «κατανοούν» τις κυβερνητικές τακτικές του κόμματος. Πολλά στελέχη του ξεμένουν στο ΣΥΝ, στον οποίο συμμετείχε το ΚΚΕ, για να μεταπηδήσουν αργότερα καταλαμβάνοντας κυβερνητικές ή βουλευτικές θέσεις στο Πασοκ (Δαμανάκη, Ανδρουλάκης κ.ά). Όσο για το ΚΚΕ εσ. θα αναφέρουμε ενδεικτικά μεταπολιτευτικά τους διαγραμμένους-διαφωνούντες της «Β΄ Πανελλαδικής Συνδιάσκεψης».

Αντίστοιχα, στην ΝΔ καταγράφονται μεταπολιτευτικά η διάσπαση της ΔΗΑΝΑ (Δημοκρατική Ανανέωση) του Κ. Στεφανόπουλου (μετέπειτα προέδρου της Δημοκρατίας) το 1985, με μικρή εκλογική απήχηση και εκείνη της Πολιτικής Άνοιξης του Α. Σαμαρά το 1993 με ποσοστά στις Βουλευτικές του 1993 να φθάνουν το 4,5%, στις ευρωεκλογές του 1994 στο 7%, ενώ πέφτουν στις βουλευτικές του 1996 σε 2,9%.

Η περίπτωση του ΛΑΟΣ έχει ορισμένα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, παρ’ ότι ο επικεφαλής του προέρχεται από την ΝΔ, αφού η συγκρότησή του ήρθε να επαναφέρει στο εκλογικό σκηνικό την λεγόμενη άκρα δεξιά που μεταπολιτευτικά είχε φθάσει μέσω της Εθνικής Παράταξης σε εκλογικά ποσοστά του 6,4%, ενώ αργότερα την διαδέχθηκε η ΕΠΕΝ. Ο ΛΑΟΣ αποδείχθηκε σύντομα πολιτική «σταθερά» με ενδεικτική την στάση του υπέρ του μνημονίου στο πλευρό του Πασοκ, επιδεικνύοντας, ανάλογη με την προβολή του στα ΜΜΕ, πολιτική υπευθυνότητα.

Η σύντομη αυτή αναφορά δεν σκοπεύει ούτε να εξαντλήσει το θέμα των «διασπάσεων» που σίγουρα έχει αρκετές παραμέτρους αν θελήσει κανείς να ασχοληθεί διεξοδικά. Όμως, μπορεί κανείς εύκολα να παρατηρήσει ότι είναι δεδομένη η αλληλουχία παρόμοιων κινήσεων που κινούνται, όχι αποσταθεροποιητικά βέβαια, αλλά, αντίθετα, διορθωτικά με τις επιλογές των ευρύτερων κομματικών σχηματισμών από τους οποίους αποκόπτονται είτε συγκυριακά είτε με μεγάλη χρονική διάρκεια. Η συγκράτηση της εκλογικής πελατείας από τους «διαφωνούντες» είναι ένας σημαντικός στόχος αλλά όχι ο μοναδικός. Στο ιδεολογικό πεδίο η συγκρότηση κομμάτων ή κομματιδίων ύστερα από «ιδεολογικές διαφορές» αποσκοπούσε και συνεχίζει να αποσκοπεί στην διατήρηση, αλλά και στην αύξηση των γενικότερων εξουσιαστικών δυνατοτήτων αφομοίωσης κοινωνικών ανησυχιών, αλλά και «παρεκκλίνοντων» ρευμάτων ή κινήσεων, ενίοτε και αντιεξουσιαστικών προσανατολισμών. Η καταγραφή μιας άνευ προηγουμένου μη συμμετοχής στην πρόσφατη εκλογική διαδικασία είναι αναμφίβολα για τους πάσης φύσεως εξουσιαστές το καμπανάκι για να ενταθούν παρόμοιες διαδικασίες. Μέρος αυτών των διαδικασιών παραμένει, όπως και στο παρελθόν, η ανάληψη θεσμικών καθηκόντων από εκπροσώπους των «άκρων» (βλ. είσοδος στο δημοτικό συμβούλιο της Χρυσής Αυγής, αλλά και εκπροσώπου της «άκρας αριστεράς», η οργάνωση του οποίου παλαιότερα συνιστούσε ψήφο στο Πασοκ «χωρίς αυταπάτες»), που όμως έχουν την ευλυγισία, όπως έχουν αποδείξει, να συναλλάσσονται με τους παραδοσιακούς κομματικούς σχηματισμούς.

Όσον αφορά την αναρχική προοπτική, κατά την γνώμη μας πάντα, δεν θα μπορούσε παρά να βρίσκεται στην πεισματική άρνηση να ξεπεραστούν, έστω και στο ελάχιστο, οι γραμμές που χωρίζουν από κάθε είδους συγκεντρωτισμό, εναλλακτικά μοντέλα αυτοοργάνωσης, και κάθε είδους πρωτοπορίες, ένοπλες ή μη.

Όσο για την «κρίση», δεν θα μπορούσε να ειδωθεί σαν μια ακόμη ευκαιρία για «επιτυχημένες» κινηματικές αρπαχτές, αφού έχει αποδειχθεί περίτρανα ότι αποτελεί μια καλή ευκαιρία ανασυγκρότησης των κυρίαρχων, αλλά και κάθε αριστερής απόχρωσης εταίρων των εξουσιαστικών υποθέσεων που σπεύδουν να καπαρώσουν μια θεσούλα μέσα στο «νέο» πολιτικό σκηνικό.

Συσπείρωση Αναρχικών

Από τη ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ, αριθ. φύλλου 100, Δεκέμβριος 2010

––––––––––––––––––––

1. Βλ. Χριστόφορος Βερναδάκης, αλλά και πανεπιστημιακές παραδόσεις «Οι εκλογές του 2007 κατέδειξαν αυτή την παραπάνω κρίση, ως κρίση του δικομματισμού, δηλαδή ως κρίση του μεταπολιτευτικού πολιτικού εργαλείου της χώρας. Το εκλογικό αποτέλεσμα πιστοποίησε μια αυξανόμενη πολιτική δυσαρέσκεια απέναντι στα κόμματα εξουσίας, ενισχύοντας τόσο τις τάσεις της πολιτικής και κοινωνικής διαμαρτυρίας όσο και τις εναλλακτικές διαφορετικές τοποθετήσεις. Η εκλογική βάση των κομμάτων εξουσίας μειώνεται, ταυτόχρονα όμως αλλάζει σημαντικά και η κοινωνική της τοποθέτηση: για τη ΝΔ μειώνεται η λαϊκή κοινωνική διείσδυση που παρατηρείτο συστηματικά μετά τις Εκλογές του 1993 (1996-2000-2004), άρα καθίσταται πιο «αστική» επιστρέφοντας στον παραδοσιακό της χαρακτήρα, για το ΠΑΣΟΚ παρατηρείται μια μείωση της εκλογικής του διείσδυσης σε όλους τους κοινωνικούς χώρους, γεγονός που το καθιστά λιγότερο «λαϊκό» από το απώτερο (1974-1996) παρελθόν του, αλλά και λιγότερο «αστικό» και «μεσοαστικό» από το πρόσφατο παρελθόν του (1996-2004)».

2. Βλ. Χ. Λυριντζής, το Μεταβαλλόμενο Σύστημα: Σταθερή Δημοκρατία αμφισβητούμενος εκσυγχρονισμός, ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ, Η ΠΡΟΚΛΗΣΗ ΤΟΥ ΕΚΣΥΓΧΡΟΝΙΣΜΟΥ: «Δεύτερον η αναζήτηση ενός νέου ηγεμονικού πολιτικού σχεδίου σχετίζεται άμεσα με τις νέες κοινωνικοοικονομικές συνθήκες, τόσο στην Ελλάδα όσο και σε διεθνές επίπεδο. Παρά την ανάπτυξη και την σταθεροποίηση της ελληνικής οικονομίας, μεγάλο τμήμα του πληθυσμού -ιδιαίτερα οι χαμηλόμισθοι, οι συνταξιούχοι και βεβαίως οι άνεργοι- βίωσαν έντονη οικονομική πίεση, αφού δεν συγκαταλέγονταν μεταξύ των ωφελημένων από το οικονομικό σύστημα. Η καθιέρωση του ευρώ, αύξησε το κόστος ζωής και κατά συνέπεια αύξησε τη δυσαρέσκεια των πολιτών. Επιπλέον νέα ζητήματα προέκυψαν, όπως η μετανάστευση, η συμπεριφορά έναντι των ξένων, η έλευση της πολυπολιτισμικότητας σε μια ως τότε ανομοιογενή κοινωνία, η άνοδος της ανεργίας και του κοινωνικού αποκλεισμού, ζητήματα σχετικά με το περιβάλλον και την επέκταση της κοινωνίας της πληροφορίας, καθώς και προβλήματα που αφορούν συγκεκριμένες ομάδες όπως την νεολαία, τις γυναίκες, τους συνταξιούχους κτλ».

3. Βλ. Το Χαμένο Τμήμα, Ιχνηλάτηση Ελληνικής Σοσιαλδημοκρατίας 1972-1990, σελ. 456.

Advertisements
Both comments and trackbacks are currently closed.