ΛΟΓΟΚΡΙΣΙΑ: Η πρώιμη κατάσταση της ΑΥΤΟΛΟΓΟΚΡΙΣΙΑΣ…

Αυτό το κείμενο είχε γραφτεί με αφορμή το γνωστό «απαγορευμένο» κείμενο, που τόλμησε να γράψει ο Άρης Σειρηνίδης, (η δίκη του άρχισε στις 9 Μαρτίου και θα συνεχιστεί στις 17 του ίδιου μήνα) που χωρίς ουδεμία εξήγηση κόπηκε από τους κινηματικούς ιστότοπους (παρ’ όλα αυτά μπορεί κανείς να το βρει με μια απλή αναζήτηση της φράσης: Άρης Σειρηνίδης Πολιτικοί κρατούμενοι δομές εξουσίας και κοινωνικοί αγώνες στις φυλακές, στο Google!!!).

Αφιερώνεται σε όσους επιμένουν με συνέπεια, αγύριστα κεφάλια του καιρού τους, με όποιο αντίτιμο, χωρίς συμβιβασμούς, να αρνούνται να αποκηρύξουν έστω και το τελευταίο ίχνος ή αποτύπωμα της συμβολής τους σε κάθε προσπάθεια που αποσκοπεί να γκρεμίσει το τείχος του ψεύδους, το πέπλο της σιωπής που καλύπτει την δυσοσμία και το αποκρουστικό προσωπείο κάθε εξουσίας, μικρής ή μεγάλης.

***

«Όταν η συνωμοσία του ψέματος που με περιβάλλει απαιτεί να αποσιωπήσω τον έναν και μοναδικό λόγο αληθείας που μου έχει παραδοθεί, αυτός ο λόγος γίνεται ο ένας και μοναδικός λόγος που επιθυμώ να αρθρώσω περισσότερο από οποιονδήποτε άλλον». (Αντρέ Π. Μπρινκ)

Η επιβολή της λογοκρισίας έχει συνδεθεί σε γενικές γραμμές με μορφές κρατικής διαχείρισης που τείνουν προς τον ολοκληρωτισμό, που επιβάλουν συνθήκες έκτακτης ανάγκης, που θεωρούν πολυτέλεια ή χάσιμο χρόνου την κατασκευή ενδιάμεσων μηχανισμών χειραγώγησης, ή την συνδιαλλαγή με τις διαφορές ομάδες πίεσης που διεκδικούν πολιτικές «ελευθερίες» και δημοκρατικά δικαιώματα.

Είναι όμως έτσι; Το κράτος και κάθε μορφής εξουσία στρέφεται μόνο προς την κατεύθυνση της επιβολής μιας ομοιογένειας της γλώσσας, μιας απόλυτης συμμορφίας των υπηκόων και καταπολέμησης κάθε «νοσηρής» ή ανατρεπτικής σκέψης και κριτικής τους; Η γλώσσα της εξουσίας τείνει μόνο προς την υπερ-απλούστευση και αποστρέφεται παντού και πάντα τις «νέες» γλωσσικές περιπλοκότητες των διαφωνούντων που επιδιώκουν με αυτόν τον τρόπο να αποφύγουν τις απαγορεύσεις και τους περιορισμούς; Ποια είναι τα όρια που χωρίζουν την κριτική από την «κριτική», την λογοκρισία και την καταστολή; Πως ορίζει η κάθε εξουσία το «απρεπές», το «χυδαίο», το «άσεμνο», την «προσβολή του δημοσίου αισθήματος ή αιδούς»; Ποιες είναι οι διαφορές στην καταστολή μέσω της λογοκρισίας των εκφραστών ενός σκληρού καθεστώτος, των μεταρρυθμιστών που τους διαδέχονται ή των επαναστατών που ανατρέπουν για να εγκαταστήσουν την δική τους εξουσία;

Ο J. M. Coetzee, στο βιβλίο του Περί Λογοκρισίας, αναφέρεται με μεγάλη διεισδυτικότητα στην κατάσταση που είχε επιβληθεί επί τσάρου Νικόλαου του Α΄ λόγω της δεκεμβριανής επανάστασης του 1820 και των ευρωπαϊκών επαναστάσεων του 1830. Τότε εξέχουσα θέση είχε ένα ειδικό Σώμα, ο τρίτος Τομέας της Αυτοκρατορικής Καγκελαρίας, ο οποίος ασκώντας μια ιδιότυπη λογοκρισία ήλεγχε τους λογοκριτές και λογοδοτούσε απευθείας στον ίδιο τον τσάρο. Με άλλα λόγια, λογοκριτές λογόκριναν λογοκριτές, οι κάθε λογής πληροφοριοδότες και κατάσκοποι αποτελούσαν τα άγρυπνα μάτια της τσαρικής εξουσίας, όσοι διανοούνταν να εκφράζονται σύμφωνα με τις αντιλήψεις τους και στρέφονταν με τις διαπιστώσεις τους ενάντια στο καθεστώς χαρακτηρίζονταν παράφρονες και εχθροί του λαού, ενώ σε λογοτέχνες επιβάλλονταν χρηματικά πρόστιμα, επιπλήξεις ή περίοδοι εξορίας.

Επί του διαδόχου του, Αλεξάνδρου Β΄, τα μέτρα λογοκρισίας «χαλάρωσαν». Οι λογοκριτές υποχρεώνονταν να «δικαιολογούν» τους περιορισμούς και τις απαγορεύσεις που επέβαλλαν… Τα μέτρα σκληραίνουν και πάλι ύστερα από την δολοφονική απόπειρα κατά του Αλεξάνδρου το 1886, με τους λογοκριτές πλέον να μην αρκούνται στην ενδελεχή εξέταση κάθε λέξης και του νοήματός της, αλλά στην «τάση» του κειμένου ως όλου, δηλαδή στον χαρακτηρισμό της συγγραφικής πρόθεσης να επιδράσει ή να επηρεάσει με τον έναν ή τον άλλο τρόπο τους αναγνώστες. Εκδότες και συγγραφείς αρχίζουν να συνεργάζονται, ώστε το «αποτέλεσμα» να παραμένει σε ανεκτά και καθορισμένα για το καθεστώς πλαίσια. Παρ’ όλα αυτά, «η ιντελιγκέντσια, ανίκανη να νικήσει το σύστημα, αντέδρασε πυκνώνοντας τις τάξεις της και ενισχύοντας τη συμμορφία της. Όποιος υποστήριζε το σύστημα, δεν είχε καμία πιθανότητα να γίνει δεκτός ως μέλος της». (Γεγονός, κατά τον Coetzee, που επικαλείται τον Monas, στο οποίο βρίσκονται οι ρίζες της αδιαλλαξίας και της ακαμψίας του σοβιετικού λογοτεχνικού κατεστημένου που κληρονόμησε όχι μόνο τις δομές και τις πρακτικές ενός απολυταρχικού συστήματος λογοκρισίας, αλλά και τον τρόπο σκέψης μιας ετοιμοθάνατης ιντελιγκέντσιας).

Εκείνο, όμως, που έχει ακόμα μεγαλύτερο ενδιαφέρον, είναι η λογική των λογοκριτών, που προέρχονταν από την ελίτ των κύκλων της διανόησης και οι οποίοι προτιμούσαν πολλές φορές την πειθώ παρά την τιμωρία. Εδώ ο Coetzee επικαλείται τον Balmuth: «οι λογοκριτές δεν ήταν ούτε τυφλοί, ούτε ηλίθιοι […] ήταν συχνά εξ ίσου ικανοί με τα υπόλοιπα μέλη της πεπαιδευμένης κοινωνίας ναεντοπίζουν τα υπονοούμενα ανάμεσα στις αράδες”Η λογοκρισία, παρά τα ενίοτε σκληρά της λόγια για τους συγγραφείς, δεν θεωρούσε ότι βρισκόταν σε εμπόλεμη κατάσταση μαζί τους… Οι λογοκριτές και οι συγγραφείς μπορεί να ήταν εχθροί μεταξύ τους, όμως οι εχθροί δεν εξοντώνουν ο ένας τον άλλον, απλώς πολεμούν μεταξύ τους, τηρώντας προσεκτικά τους κανόνες του περιορισμένου πολέμου».

Έτσι, οι συγγραφείς κατέφευγαν σε ολοένα και πιο περίπλοκη γλώσσα, με άφθονες αλληγορίες και παραβολές σε σημείο που το αποτέλεσμα ήταν άκρως δυσνόητο, ενώ οι λογοκριτές άφηναν τις κατάλληλες «χαραμάδες» έχοντας την πεποίθηση ότι ο λειτουργικότερος τρόπος εντοπισμού των «ανατρεπτικών» είναι να εκφράζονται σε περιορισμένη μορφή. Ας κρατήσουμε, σ’ αυτό το σημείο, ότι η λογοκρισία δεν γινόταν βάσει της αισθητικής μορφής ενός έργου, αλλά, όπως είδαμε, επειδή κρινόταν επικίνδυνο το περιεχόμενο ή η τάση του.

Τα πράγματα «αλλάζουν» για μιαν ακόμη φορά μετά την ρωσική κοινωνική επανάσταση, η οποία καταπνίγηκε από την έλευση στην εξουσία των μπολσεβίκων. Μέσα σε πέντε χρόνια, το προηγούμενο σύστημα λογοκρισίας, το είχε αντικαταστήσει το Γκλάβιτ, η Κεντρική Διεύθυνση Λογοτεχνικών Υποθέσεων (πολύ αργότερα το 1979 και ενώ η Ένωση Συγγραφέων αριθμούσε περίπου 7.000 μέλη, το Γκλάβιτ είχε 70.000 προσωπικό!). Εδώ η κρατική επέμβαση ξεκινούσε από την αισθητική μορφή κάθε έκφρασης η οποία όφειλε να είναι «απροκάλυπτα δεμένη με το προλεταριάτο», πράγμα που δεν θα μπορούσε να επιτευχθεί παρά με την «απόλυτη αφοσίωση στο κόμμα» και με την επίδειξη «κομματικής συνείδησης». Ο,τιδήποτε παρέκκλινε, σύμφωνα με την μαρξιστική-λενινιστική θεωρία, από τα ταξικά συμφέροντα, που βέβαια όριζε και εκπροσωπούσε το κόμμα, χαρακτηριζόταν «ξένο προς το προλεταριάτο». Οι παραβάτες ή οι έστω και με την υποψία θεωρούμενοι διαφωνούντες, ήταν άξιοι εγκλεισμού στα φρενοκομεία, στα στρατόπεδα συγκέντρωσης ή στις φυλακές, ως πράκτορες της αντίδρασης. Για πολλές δεκαετίες κάθε νέο έργο σαρωνόταν κυριολεκτικά όχι από μία, αλλά από δώδεκα επιτροπές, ενώ οι συγγραφείς «αυτοσυγκρατούνταν» ή παρανομούσαν με τις ανάλογες συνέπειες.

Όμως, «όταν το απαγορευμένο ορίζεται για πρακτικούς σκοπούς από την επιθυμία της εξουσίας, και όταν οι προσπάθειες να αποκαλυφθεί αυτή η επιθυμία εκλαμβάνονται ως επιθέσεις κατά της εξουσίας, ίσως είναι φρόνιμο ο συγγραφέας που δεν επιθυμεί να εσωτερικεύσει το σύστημα –ότι το σύστημα επιθυμεί πάνω απ’ όλα– όχι μόνο να συγγράφει για το συρτάρι του (ή, όπως ο Σολζενίτσιν για το θαμμένο στον κήπο γυάλινο βάζο), αλλά να αρνείται να είναι συγγραφέας».

Αυτή η «εσωτερίκευση» είναι πράγματι ο διακαής πόθος κάθε εξουσίας, επαναστατικής ή μη. Πρόκειται για την αποδοχή κάθε λογοκρισίας, μέσω της αυτοκριτικής που «θεραπεύει» τον «παρεκκλίνοντα», που επιστρέφει υγιής στο εξουσιαστικό πλαίσιο κανόνων και συμπεριφορών, για να κλειστεί –με την θέλησή του πλέον– σε μια φυλακή χωρίς ορατά σίδερα, χειροπέδες και φύλακες.

Το 1957 και ενώ η επίδειξη μιας ακόμη σκληρότερης στάσης λόγω της ουγγρικής εξέγερσης κρίθηκε κάτι παραπάνω από απαραίτητη από το σοβιετικό κράτος, η Μαργκαρίτα Άλιγκερ στην δεύτερη «ομολογία» της σε συνέλευση στην Ένωση Συγγραφέων δήλωσε μεταξύ άλλων: «Μπορώ τώρα, χωρίς υπεκφυγές και επιφυλάξεις, χωρίς ανυπόστατους φόβους μήπως χάσω το αίσθημα της προσωπικής μου αξίας, να πω ειλικρινά και σταθερά στους συντρόφους μου ότι είναι απολύτως αλήθεια πως όντως διέπραξα λάθη για τα οποία μιλάει ο σύντροφος Χρουστσόφ. Τα διέπραξα, κατ’ εξακολούθηση, αλλά [τώρα] τα έχω καταλάβει και τα έχω παραδεχθεί εν γνώσει μου και συνειδητά… Μίλησα γι’ αυτό σε ανάλογη συνάντηση… τρεις μήνες πριν […] Πρέπει τώρα να γίνω πολύ πιο απαιτητική από τον εαυτό μου, να απαλλαγώ από την κλίση μου προς το αφηρημένο σκέπτεσθαι, πιο αυστηρά [να διορθώσω τις απόψεις μου]… εν συντομία, να κάνω αυτό που κηρύσσει και συνιστά ο Σύντροφος Χρουστσόφ στους λόγους του».

Έτσι, η «αυτόβουλη» αναμόρφωση γίνεται αρκούντως παραδειγματική, τόσο για τους ήδη υποταγμένους, όσο και για εκείνους που κινούνται «παράφωνα». Τις «απαιτήσεις» πλέον φαίνεται να τις θέτει ο ίδιος ο αναμορφούμενος που υπόσχεται να «απαλλαγεί» από τις «ιδιαιτερότητες» του και τις ενοχλητικές για την εξουσία «κλίσεις» του, αναγνωρίζει τα «λάθη» του χωρίς φόβο και πάθος και προπάντων με «ειλικρίνεια» δηλώνει ότι από εδώ και στο εξής θα είναι σταθερός στην απόφαση του να διορθωθεί… Εδώ η «αυτοσυντριβή» εξασφαλίζει την ευτέλεια την προηγούμενης στάσης που κινητοποίησε τις αρχές, αφού αποδεικνύεται ότι άξιζε να λογοκριθεί κάποιος που ανασκεύασε με το φόβο της ποινής τα λεγόμενά του ή τις ενστάσεις του.

Παρ’ όλα αυτά, με το πέρασμα του χρόνου, η «κουλτούρα της διαφωνίας» θα αρχίσει να ανθίζει και να μετατρέπεται σε έναν υπολογίσιμο πολιτικό παράγοντα αφού, εκτός των άλλων, οι ποινές, πλέον, για τους παρεκκλίνοντες αφ’ ενός δεν είναι τόσο δρακόντειες, αφ’ ετέρου η διάδοχη κατάσταση μεταρρυθμιστών ηγετών υποχρέωνε σε ορατές «υποχωρήσεις». Σ’ αυτό ακριβώς το μεταβατικό στάδιο εντείνεται η προσπάθεια ο λογοκρινόμενος, αφού αποδέχεται την συνεργασία με τον λογοκριτή, να προβάλλει το πρότυπο του «νέου ατόμου», που φιλοδοξεί να κατασκευάσει ο κομμουνισμός.

Πάντως, σε οποιαδήποτε συνθήκη απαγόρευσης, η επιλογή της δημοσίευσης ή προβολής των «στιγματισμένων» απόψεων αποκτά μια ιδιαίτερη βαρύτητα, εφ’ όσον συνοδεύεται από μια προσπάθεια εξήγησης, κατανόησης και ανταλλαγής απόψεων των λόγων και των αιτιών που προκάλεσαν την συγκεκριμένη απαγόρευση.

Με άλλα λόγια, δεν αρκεί μια αντίθεση ή πολεμική στην εξουσιαστική λογική της απαγόρευσης ή στον περιορισμό της έκφρασης ή στην αποκήρυξη των απόψεων που «παρεκκλίνουν», ή ακόμα και του σχολιασμού των «επικίνδυνων» απόψεων. Οι απόψεις που αποκηρύσσονται από ένα κομματικό ή κινηματικό όργανο «πληρώνουν»(;) με αυτόν τον τρόπο ένα αντίτιμο, επειδή αντιτάχθηκαν σε κάτι, ώστε να οριστούν ως απόβλητες, ως μη «ώριμες», ως «τυχοδιωκτικές» και «επικίνδυνες», μη «ενωτικές» κ.ο.κ. Άλλοτε δεν υπάρχουν καν εξηγήσεις, γιατί έστω και με αυτό τον τρόπο η συζήτηση θα συνεχιζόταν, τα ποθητά στεγανά θα έσπαγαν, οι ισορροπίες και η αναγνώριση εξουσιαστικών πόστων θα διαταρασσόταν, οι διαπραγματεύσεις και οι συμβιβασμοί –για να μειωθεί η ένταση και οι κραδασμοί που προκλήθηκαν– θα ήταν μάταιοι.

Κάθε εξουσιαστής, μικρός ή μεγάλος, όπως προαναφέρθηκε, δεν αρκείται να κατασκευάσει έναν μηχανισμό που θα ελέγχει τα γραφόμενα των «παρεκκλινόντων», ώστε στην συνέχεια να «πετσοκόβει» ή και να απαγορεύει καθ’ ολοκληρίαν τα κείμενα τους. Η απαγόρευση της κριτικής, σε αυτή καθαυτή την διαδικασία, είναι αναπόσπαστο μέρος και προϋπόθεση της συνέχισής της. Η σιωπή αποδεικνύει σ’ αυτή την περίπτωση ότι η «στάση κατεστάλη», ότι ο φόβος περιορίζει τους φιλόδοξους μιμητές. Η σιωπή που επιχειρείται να επιβληθεί έρχεται, επίσης, να σταθεί σαν φραγμός στην φήμη που αποκτά κάθε τι απαγορευμένο, με αποτέλεσμα να διαδίδεται γοργά.

Όσο για εκείνους που ψιθυριστά και πρόσκαιρα «αντιστέκονται», δεν αποτελούν πραγματικό πρόβλημα γιατί γρήγορα είναι έτοιμοι να περιέλθουν σε μια κατάσταση «αμήχανης ισορροπίας» και πάντα θα υπάρχει γι’ αυτούς ο κατάλληλος διακανονισμός που θα τους συγκρατήσει επαρκώς και θα τους καταστήσει σύμφωνους με τις εξουσιαστικές νόρμες. Οι ασκήσεις επαναστατικής «ομερτά» όσον αφορά τους λόγους που «επιβάλλονται» για τον περιορισμό των «τολμηρών» ή «άκαιρων» ή «επικίνδυνων» απόψεων, ενίοτε προβάλλονται ως απαραίτητες για το «καλό» του ίδιου του «παρεκκλίνοντα». Και εδώ ακριβώς στοχεύουν και οι –κατά περίπτωση– προσπάθειες να πειστεί και ο ίδιος, να αποδεχθεί την διαμεσολάβηση, να πάρει κάτι «πίσω», να δώσει μια προθεσμία αποσυμπίεσης των «προβλημάτων» που δημιούργησε.

Ένας αφρικάνερ ποιητής είχε χρησιμοποιήσει μια σχετική παραβολή σχετικά με τις πιέσεις που ασκεί το κράτος σε όσους επιμένουν να μην συμμορφώνονται: «Την παραμονή της εκτέλεσής του, ένας μελλοθάνατος συγγραφέας δέχεται επίσκεψη, στην φυλακή, από τον επικεφαλής του κράτους. Ο τύραννος του υπόσχεται αναστολή εκτέλεσης της ποινής του αν αποκηρύξει τις προηγούμενες πεποιθήσεις του. Ο συγγραφέας, όντας σίγουρος ότι “στο τέλος θα νικήσει”, αρνείται. “Πως μπορείς να είσαι τόσο σίγουρος ότι θα νικήσεις;”, ρωτάει ο τύραννος. “Επειδή θεώρησες απαραίτητο να με επισκεφθείς”, απαντάει ο συγγραφέας»…

Συσπείρωση Αναρχικών

Δημοσιεύθηκε στην ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ, φύλλο 102, Φεβρουάριος 2011
Both comments and trackbacks are currently closed.